You are currently viewing Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη: Κώστας Ακρίβος, Σφαίρα στο βυζί, εκδόσεις Μεταίχμιο

Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη: Κώστας Ακρίβος, Σφαίρα στο βυζί, εκδόσεις Μεταίχμιο

Μετά το συγκλονιστικό μυθιστόρημα του «Όνομα πατρός: Δούναβης», ο Κώστας Ακρίβος επιστρέφει με το αιρετικό έργο «Σφαίρα στο βυζί», που είχε πρωτοεκδοθεί το 2003 από τις εκδόσεις Κέδρος . Πρόκειται για ένα βιβλίο που δεν εντάσσεται απλώς στη λογοτεχνία της μνήμης και της μαρτυρίας αλλά τη διαταράσσει. Αγγίζει μια από τις πιο δύσκολες και αποσιωπημένες περιοχές της Ιστορίας: το σώμα, και κυρίως το γυναικείο σώμα, όχι ως σύμβολο αλλά ως τόπο όπου η επιθυμία και η μνήμη χαράσσονται ταυτόχρονα. Τι είναι στ’ αλήθεια το αιρετικό στη λογοτεχνία; Είναι όταν δεν παρουσιάζει την Ιστορία με τον ασφαλή τρόπο που έχουμε συνηθίσει, όταν δεν αντιμετωπίζει τους ήρωες ως ιερά σύμβολα αλλά ως σώματα που ποθούν, όταν δεν διαχωρίζει καθαρά τη βία από την επιθυμία, όταν δεν προσφέρει παρηγοριά ή κάθαρση. Δηλαδή, διαταράσσει ό,τι θεωρούμε δεδομένο και αυτό δημιουργεί ένταση. Αιρετικό δεν σημαίνει αποκλειστικά κάτι προκλητικό αλλά αυτό που ανοίγει έναν άλλο τρόπο να δεις τον κόσμο, ακόμη κι αν αυτό σε φέρνει σε δυσφορία. Από τη μία, έχουμε μια ισχυρή παράδοση που ιεροποιεί πρόσωπα και αφηγήσεις. Από την άλλη, έχουμε σύγχρονες φωνές που θέλουν να αποδομήσουν αυτά τα ιερά. Τα αιρετικά κείμενα μπορεί να προκαλέσουν αμηχανία ή αντίδραση στο ευρύτερο κοινό που δεν «δέχεται» το αιρετικό επειδή το αιρετικό αποκαλύπτει κάτι που ήδη υπάρχει, αλλά δεν λέγεται. Και αυτό είναι που το κάνει αναγκαίο. Γιατί η σιωπή είναι συνενοχή όταν η Ιστορία αφήνει έξω το σώμα, τη βία πάνω του, την «άβολη» επιθυμία. Έτσι, η λογοτεχνία γίνεται ο μόνος χώρος όπου αυτά μπορούν να ειπωθούν. Σαν να λέει πως αν δεν ειπωθεί αυτό, θα χαθεί ή θα παραποιηθεί. Γιατί η λογοτεχνία δεν είναι μόνο αφήγηση, είναι ρήξη. Υπάρχουν συγγραφείς που επιβεβαιώνουν ό,τι ήδη πιστεύουμε και άλλοι που διαλύουν τη βεβαιότητά μας. Ο Ακρίβος ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Δεν γράφει για να γίνει αποδεκτός αλλά για να μετακινήσει το βλέμμα. Αν τα εξωραΐσεις, αν τα στρογγυλέψεις, λες ένα ψέμα. Άρα το ρίσκο που παίρνει ο Ακρίβος είναι και μια επιλογή ειλικρίνειας, όσο επώδυνη κι αν είναι. Γιατί χωρίς αυτό, δεν υπάρχει νέα γραφή. Αν η λογοτεχνία μένει ασφαλής, προβλέψιμη, «ηθικά τακτοποιημένη», τότε δεν ανοίγει τίποτα. Ο Ακρίβος προτίμησε να είναι αληθινός παρά αποδεκτός. Γι αυτόν τον λόγο άλλωστε τον παρακολουθώ και μου αρέσουν τα βιβλία του.
Οι συγγραφείς με τους οποίους κάνει διάλογο και φέρνει την ανατροπή, είναι οι καθηγιασμένες μορφές όπως η Ναυσικά στην Οδύσσεια του Ομήρου, ο Κολοκοτρώνης, ο James Joyce, ο Παλαμάς, ο Νίκος Καζαντζάκης, η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, και ο Παπαδιαμάντης. Στο διήγημα όπου εμφανίζεται ο Κολοκοτρώνης, η μετατόπιση είναι καίρια. Δεν εμφανίζεται ως εθνικός ήρωας αλλά ως σώμα εκτεθειμένο στον πόνο και στην απώλεια. Η φωνή του δεν είναι η φωνή του στρατηγού, αλλά του ανθρώπου που έχει χάσει παιδί, που γνωρίζει τον πόνο. Και το κατάφερε τέλεια. Αντίστοιχα, μορφές όπως ο Joyce, ο Τόμας Μαν ή ο Παπαδιαμάντης απογυμνώνονται από το πνευματικό τους κύρος και τοποθετούνται στην επικράτεια της επιθυμίας. Δεν λειτουργούν ως φορείς ιδεών αλλά ως υποκείμενα που ποθούν και εκτίθενται. Το ερωτικό βλέμμα αποκτά πρωταρχική δύναμη και μαζί του έρχεται η ευθύνη. Οι ήρωες δεν είναι πλέον εθνικά σύμβολα ή πνευματικά μεγέθη. Δεν τους βλέπουμε «από ψηλά», αλλά μέσα από το βλέμμα ενός Άλλου που τους επιθυμεί. Δεν το κάνει για να σοκάρει αλλά για να δείξει ότι ακόμη και οι «μεγάλοι» είναι ευάλωτοι, αντιφατικοί, ανθρώπινοι. Και αυτό είναι ίσως πιο αληθινό αλλά και πιο επικίνδυνο.
Στην αιρετική ιστορία του Νίκου Καζαντζάκη αναδεικνύεται ένας δημιουργός που δεν γράφει από θέση παραδοσιακής πίστης, αλλά από μια διαρκή εσωτερική σύγκρουση. Ο Ακρίβος τον “βάζει” να γράφει μια επιστολή τον κουμπάρο του και ποιητή Άγγελο Σικελιανό και να του εξομολογείται τις μύχιες σκέψεις του. Μεταξύ άλλων αποκαλύπτεται μια βαθιά αντίφαση στη στάση του απέναντι στο σώμα και την επιθυμία. Η εξιδανίκευση των γυναικών του , τον οδηγεί σε μια απομάκρυνση από τη σωματικότητα, σε αντίθεση με τον Άγγελο Σικελιανό, που προτείνει μια ενιαία, βιωμένη εμπειρία σώματος και πνεύματος. Μέσα από συγκρίσεις με μορφές όπως τον Νίτσε, τον Λένιν και τον Χριστό, προκύπτει ένας Καζαντζάκης βαθιά διχασμένος, ανάμεσα στο σώμα και το πνεύμα, την πίστη και την εξέγερση. Η δύναμή του βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την ένταση, όχι σε μια τελική συμφιλίωση.
Στην ιστορία της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, ο Ακρίβος με ένα όμορφο λογοτεχνικό τέχνασμα, χρησιμοποιεί έναν αρχειοφύλακα ως μεσολαβητή είναι καθοριστική. Η φωνή της δεν δίνεται καθαρή, αλλά μέσα από τη διαμεσολάβηση του αρχείου μιας βιβλιοθήκης όπου υπάρχουν τρεις επιστολές της. Δημιουργείται έτσι ένα παιχνίδι ανάμεσα στο ιδιωτικό και το δημόσιο, στο αυθεντικό και το κατασκευασμένο. Σαν να υπονοείται ότι η αλήθεια ενός συγγραφέα δεν ανήκει ποτέ ολοκληρωτικά στον ίδιο.
Η γλώσσα του βιβλίου είναι λιτή, αλλά βαθιά φορτισμένη. Δεν επιδιώκει ρητορικές εξάρσεις· αντίθετα, βασίζεται στην ακρίβεια και την οικονομία. Χρησιμοποιεί τη δημοτική, τη καθαρεύουσα, τη ντοπιολαλιά που χρησιμοποιούσαν και έτσι το αναγνωστικό κοινό, τους νιώθει οικείους αλλά και αληθινούς, χωρίς μάσκες. Αυτή η επιλογή ενισχύει τη δύναμη του κειμένου, καθώς αφήνει τα γεγονότα να μιλήσουν από μόνα τους. Ο Ακρίβος επιλέγει μια γλώσσα που σοκάρει, ακριβώς για να αποκαλύψει. Έτσι, από την πρώτη στιγμή, ο αναγνώστης καλείται να εγκαταλείψει την άνεση της απόστασης. Οι επιμέρους ιστορίες, είτε βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα είτε σε λογοτεχνική επέμβαση, δημιουργούν ένα πολυφωνικό σύνολο. Τα ερωτήματα που τίθενται (ψυχή ή σώμα; ομορφιά ή έλλειψη;) δεν είναι φιλοσοφικοί στοχασμοί αλλά υπαρξιακά αδιέξοδα. Μπορεί η ψυχή να επιβληθεί στο σώμα; Ποιος δικαιώνεται μέσα στην επιθυμία; Είναι η ομορφιά προνόμιο ή κατάρα;Σε αρκετά σημεία, η γραφή του αγγίζει τα όρια του ποιητικού, χωρίς όμως να απομακρύνεται από την ωμότητα της εμπειρίας. Δεν επιτρέπει τη λήθη. Αντίθετα, επιμένει στο δύσκολο: στο να κοιτάξουμε κατάματα αυτό που πονά. Το εξώφυλλο κινείται σε μια αισθητική ακραίας λιτότητας, η οποία όμως δεν λειτουργεί ως απουσία, αλλά ως ένταση που συσσωρεύεται. Το λευκό φόντο κυριαρχεί, σχεδόν αποστειρωμένο, σαν ένας χώρος σιωπής πριν από το γεγονός ή σαν πεδίο μνήμης που έχει απογυμνωθεί από κάθε περιττό στοιχείο. Μέσα σε αυτή τη σιωπή, το βλέμμα του αναγνώστη οδηγείται αναπόφευκτα στο κεντρικό σημείο: τη κόκκινη πινελιά, που είναι περισσότερο ίχνος παρά εικόνα και λειτουργεί ως συμπύκνωση του ίδιου του τίτλου. Το κόκκινο χρώμα, παχύ, σχεδόν υλικό, μοιάζει ταυτόχρονα με αίμα και με γραφή: σαν η βία να έχει μετατραπεί σε σημάδι πάνω στο χαρτί της Ιστορίας. Η κόκκινη αυτή πινελιά μπορεί να διαβαστεί και ως ρήξη.
Το «Σφαίρα στο βυζί» δεν είναι βιβλίο που αποζητά συμφωνία, αλλά έκθεση. Και τελικά αφήνει τον αναγνώστη απέναντι όχι στο βιβλίο, αλλά στο ίδιο του το βλέμμα. Αφήνει τα πάντα ανοιχτά. Γιατί στο τέλος, το βιβλίο δεν σε ρωτά τι πιστεύεις. Σε αναγκάζει να δεις πώς κοιτάς. Και αυτό είναι που μένει. Καλοτάξιδο να είναι!

Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.