You are currently viewing Φάνης Κωστόπουλος: Τζόζεφ  Ράντγιαρντ Κίπλινγκ (1865- 1936)

Φάνης Κωστόπουλος: Τζόζεφ  Ράντγιαρντ Κίπλινγκ (1865- 1936)

Ο βάρδος της Βρετανικής  Αυτοκρατορίας

                           Εγώ ποτέ μου δεν βασάνισα τους Θεούς με προσευχές.

Ράντγιαρντ  Κίπλινγκ  Κιμ

Μολονότι αρνήθηκε να γίνει δαφνοστεφής ποιητής και απέρριψε όλες τις άλλες τιμές, ο Τζόζεφ Ράντγιαρντ Κίπλινγκ παραμένει ακόμη και σήμερα ηχηρή φωνή της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Πέθανε – ποιος θα το πίστευε; – δυο μέρες πριν από τον Βασιλιά  Γεώργιο Ε’,  παππού της  Βασίλισσας Ελισάβετ Β΄των ημερών μας! Και τότε είπαν:«Ο Βασιλιάς απέθανε, παίρνοντας μαζί τον βάρδο του». Όσο για τη βασίλισσα Βικτωρία, ο Κίπλινγκ ήταν κόκκινο πανί, γιατί στις Στρατιωτικές μπαλάντες του (BarrackRoom Ballads) την αποκαλεί «χήρα του  Ουίνδσορ» (Widow of Windsor).

Στις μέρες μας, βέβαια, για μια γυναίκα που είναι χήρα ή ζωντοχήρα, οι λέξεις αυτές αποτελούν τίτλο ευγενείας στον κόσμο των μπερμπάντηδων• στη βικτωριανή όμως εποχή οι κοινωνικές συνθήκες ήταν διαφορετικές και ένας τέτοιος τίτλος έδινε τροφή στη φαντασία των αστών, που ήθελαν – γιατί οι ίδιοι, λόγω του γάμου τους, δεν  ήταν ελεύθεροι ν’ απολαύσουν, όπως φαντάζονταν γι’ αυτές,  μια έντονη ερωτική ζωή– ήθελαν, λοιπόν,να ξέρουν, με κάθε λεπτομέρεια, την προσωπική ζωή αυτών των γυναικών, που η μοίρα τούς άνοιξε τον δρόμο που τους έφραζε η συζυγική τους ζωή, για να τις στιγματίσουν στη συνέχεια κοινωνικά και να τις σαρκάσουν ανελέητα. Ακόμα και για τη Βασίλισσα Βικτωρία κυκλοφορούσαν φήμες πως είχε, παρά το βαρύ πένθος της, ερωτική σχέση με κάποιον από το υπηρεσιακό της προσωπικό, ίσως με τον ιπποκόμο της.

Ο Κίπλινγκ βραβεύτηκε – δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς – το 1907 με το Νόμπελ Λογοτεχνίας και είχε, μάλιστα, το έργο του αρκετά ισχυρούς και ευφυείς υπερασπιστές στον λογοτεχνικό κόσμο.  Ακόμη, θα ‘λεγα, και ο Τόμας Έλιοτ ή ο Άντονι Πάουελ, που δεν ένιωθαν άβολα με την πολιτική ιδεολογία του, υπεραμύνθηκαν των γραπτών του με ένα αίσθημα αμηχανίας – μια αμηχανία όμως που πηγάζει από την πίστη ότι η περιφρόνηση του Κίπλινγκ για τον πειραματισμό και τη νεωτερικότητα στην τέχνη είναι γέννημα αμάθειας και ακαλλιεργησίας. Πάντως,για μερικούς μελετητές επικρατεί η γνώμη ότι ο Κίπλινγκ γίνεται συμπαθέστερος  από το γεγονός ότι οι θεσμοί που πίστευε απέτυχαν και, μολονότι δεν προσεταιρίζονται τον ρατσισμό του, προσθέτουν ότι εξισορροπείται το δριμύ μίσος του για τη γυναικεία χειραφέτηση με τα συμπαθητικά πορτρέτα γυναικών που φιλοτέχνησε, οι οποίες – κακά τα ψέματα – υπήρξαν θύματα, για να μην πω αθύρματα, του ανδρικού κατεστημένου. Οι πιο πολλοί, όμως, από τους μελετητές του έργου του τοποθετούν τον Κίπλινγκ στο πλαίσιο της αγάπης του για την αυτοκρατορία, μια αυτοκρατορία που ο Κίπλινγκ περιέγραψε ως τη «στόφα της φυσικής και της πνευματικής του ύπαρξης». Η αυτοκρατορία γι’ αυτόν ήταν συνώνυμο της σταθερότητας και της διακυβέρνησης και όχι κυριαρχία και υποδούλωση, και τα πλεονεκτήματά της ήταν συχνά κάθε άλλο παρά ρομαντικά: στους πολίτες έδινε σιδηροδρόμους, κέντρα υγιεινής, θεραπευτήρια και πάνω απ’ όλα  ν ό μ ο υ ς (ο ίδιος ήταν εξαιρετικά δικομανής ). Οι αναλύσεις του, μολονότι δεν είναι προς απαξίωσή του, συγγενεύουν, αν λάβει κανείς υπόψη του ότι μισούσε τον ναζισμό προτού εκδηλωθεί τελείως,  συχνά με εκείνες του Όργουελ. Το μεγαλύτερο, ωστόσο, επίτευγμά του είναι ίσως η προάσπιση της ιδιωτικής του ζωής (για την οποία ο Κίπλινγκ ήταν πολύ εχέμυθος). Καταδεικνύει, μάλιστα, γλαφυρά πως πολλές φορές, κάτω από μια μεγάλη λογοτεχνική δόξα, κρύβεται μια προσωπική δυστυχία, όπως συνέβη και με τον Βίκτορα Ουγκό, που έθαψε τα τρία από τα τέσσερα παιδιά  του. Η προσωπική δυστυχία του Κίπλινγκ, είναι αλήθεια ότι στοίχειωσε τα μεσήλικα χρόνια του. Η αγαπημένη του αδελφή (της οποίας τόσο είχε ανάγκη τη συντροφιά μετά τον άτυχο γάμο του με μια νεαρή Αμερικανίδα, την Carrie Balestier), έπασχε από ψυχικές διαταραχές και μια από τις κόρες του πέθανε σε νεαρή ηλικία. Το χειρότερο συνέβη το 1914, όταν ο Κίπλινγκ χρησιμοποίησε τη φήμη του και την επιρροή του για να καταταγεί ο γιος του στην Ιρλανδική Φρουρά, παρά την κακή του όραση. Ο γιος του σκοτώθηκε, στα 18 του χρόνια, την πρώτη κιόλας μέρα που πήρε μέρος σε μάχη. Τα τελευταία είκοσι χρόνια της ζωής του τα σκίαζε πράγματι ο θάνατος. Αφιέρωσε πολύ μόχθο στην Επιτροπή Τάφων Πολέμου της Κοινοπολιτείας, ένα ιδιαίτερα επώδυνο έργο, μιας και το πτώμα του ίδιου του γιου του δεν είχε βρεθεί. Εναντιώθηκε στους Σέσιλ, την ισχυρότερη αριστοκρατική οικογένεια της χώρας, για να εξασφαλίσει ότι οι πλούσιοι δεν είχαν το δικαίωμα να ανεγείρουν ειδικά μνημεία για τους γιους τους. Ο Κίπλινγκ – που πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του υπερασπιζόμενος την ιεραρχία μεταξύ των ζωντανών – υπεραμύνθηκε τότε της ισότητας μεταξύ των νεκρών.

Αν λάβουμε υπόψη μας ότι ο Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον έφερε στην αγγλική πεζογραφία ένα νέο πνεύμα σε παλαιά θέματα και σε παλαιούς τρόπους έκφρασης, ο Κίπλινγκ, αντιθέτως, έγινε κυρίως ένας ανανεωτής της αγγλικής πρόζας. Αυτός είναι, στις καλύτερες στιγμές του, λογοτέχνης με νέα θέματα και νέες μεθόδους, και γράφει για το παρόν με το μάτι του στο μέλλον μάλλον παρά στο παρελθόν.Οι ινδικές εμπειρίες του, από τα χρόνια της νεότητάς του, συνέχισαν να αποτελούν το καύσιμο της δημιουργικής του δύναμης.

Ένα από τα πιο σημαντικά βιβλία του, που του χάρισε παγκόσμια φήμη, είναι το Βιβλίο της ζούγκλας, που είδα μικρό παιδί σε κινηματογραφική ταινία με τον περίφημο Σαμπού στον ρόλο του Μόγλη. Το βιβλίο αυτό κυκλοφόρησε το 1894, ενώ άρχισε να δίνει μορφή και σ’ εκείνο το πικαρέσκο ινδικό μυθιστόρημα που επρόκειτο να γίνει τελικά ο  Κιμ, ένα μυθιστόρημα που του πήρε περισσότερο χρόνο από όσο οποιοδήποτε άλλο βιβλίο του. Ο Κιμ πρωτοκυκλοφόρησε το 1901, ένα χρόνο πριν εγκατασταθεί στο Μπαίητμανς , το σπίτι του στο Σάσσεξ, όπου έμελλε να ζήσει ως τον θάνατό του το 1936. Κατά μία έννοια, λοιπόν, το μυθιστόρημα  Κιμ αντιπροσώπευε όχι  μόνο την  κορωνίδα της όλης εμπειρίας του στις  Ινδίες , μιας  εμπειρίας ιδιαίτερα σημαντικής γι’ αυτόν,  αλλά και το τελευταίο  του αντίο στην Ανατολή. Κάτι ακόμα που πρέπει να επισημάνουμε σε αυτό το μυθιστόρημα είναι ότι  στον  Κιμ δεν είναι απλώς όλες οι θρησκείες προσωπικό ζήτημα ή ζήτημα της κοινωνίας στην οποία υπάρχουν. Κυρίως δεν διαθέτουν την δύναμη της ανθρώπινης αγάπης που αποτελεί την κινητήρια δύναμη για τον Λάμα, τον άγιο άνθρωπο, που ζητιάνευε για να πληρώσει τα δίδακτρα στο σχολείο των σαχίμπ ( sahib, λέξη που δηλώνει τον μη Ινδό, κυρίως τον Ευρωπαίο μιας υψηλής κοινωνικής τάξης) όπου φοιτούσε ο μικρός Κιμ.

Δεν είναι λίγοι αυτοί που υποστηρίζουν ότι, όπως ο Τόμας Χάρντι, ο συγγραφέας του μυθιστορήματος Ο δήμαρχος του Κάστερμπριτζ, έτσι και ο Κίπλινγκ πατάει με το ένα πόδι στη Βικτωριανή εποχή και με το άλλο στη νέα εποχή του 20ου αιώνα. Οι ρίζες του, ως ιστορία που διαδραματίζεται στις Ινδίες, ανάγονται στην εποχή που ο Κίπλινγκ εργαζόταν ως μαθητευόμενος δημοσιογράφος στη Λαχόρη και έμενε με τους γονείς του στη μεγάλη τους μονοκατοικία έξω από την πόλη. Αν και γεννημένος στη Βομβάη, ο Κίπλινγκ είχε περάσει την παιδική του ηλικία και τα σχολικά του χρόνια στην Αγγλία. Μετά τη σχολική εκπαίδευση στο  Λονδίνο, ο Κίπλινγκ, που είχε – όπως είπαμε – γεννηθεί στη Βομβάη, πέρασε τα χρόνια τα οποία τον διαμόρφωσαν ως άντρα στις Ινδίες. Στην Αγγλία γύρισε στα 23 του χρόνια και, με εξαίρεση μια  σύντομη επίσκεψη το 1892, δεν ξαναείδε τις Ινδίες ποτέ πια. Έκτοτε η αντίληψή του για τη Βρετανική  Αυτοκρατορία διευρύνθηκε γεωγραφικά, αλλά σμικρύνθηκε  πνευματικά, και αντικείμενα της προσοχής του υπήρξαν, όχι οι φυλετικές αλληλεπιδράσεις, αλλά οι κυρίαρχοι λευκοί.

 

 

Φάνης Κωστόπουλος

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.