You are currently viewing Χριστίνα Αργυροπούλου: Αφροδίτη Αθανασοπούλου, Σχήματα λόγου, με παραδείγματα από κείμενα της ελλαδικής και κυπριακής λογοτεχνίας. Εκδόσεις Μεταίχμιο2022, σελ.112, ISBN 978-618-03-3357-2

Χριστίνα Αργυροπούλου: Αφροδίτη Αθανασοπούλου, Σχήματα λόγου, με παραδείγματα από κείμενα της ελλαδικής και κυπριακής λογοτεχνίας. Εκδόσεις Μεταίχμιο2022, σελ.112, ISBN 978-618-03-3357-2

Στο βιβλίο αυτό, που στοχεύει στον λογοτεχνικό γραμματισμό, όπως επισημαίνεται στον Πρόλογο, δίνονται τα «Σχήματα λόγου», με βάση τους Τζάρτζανο και Παπανικολάου. Η συγγραφέας παρουσιάζει συγκεντρωμένα όλα τα σχήματα λόγου, μέσα από εύστοχα παραδείγματα. Είναι γεγονός ότι τα κύρια εκφραστικά μέσα, στα οποία εντάσσονται και τα σχήματα λόγου, κάνουν ένα κείμενο πεζό ή ποιητικό λογοτεχνικό[1]. Για το  «Τι είναι λογοτεχνικό είδος» αναλύεται διεξοδικά στο βιβλίο του Ζαν-Μαρί Σεφφέρ[2], που θεωρεί ως τον πρώτο που έδωσε ορισμό- κυρίως για την τραγωδία- τον Αριστοτέλη.

Στο βιβλίο με τίτλο Σχήματα λόγου η συγγραφέας Αφροδίτη Αθανασοπούλου, μετά τον Πρόλογο,στο κεφάλαιο «Ορολογία», προβαίνει στη διασάφηση του όρου και ξεκαθαρίζει ότι στον όρο «εκφραστικά μέσα» εντάσσει και τα «Σχήματα λόγου», ως στενότερου εύρους όρο,τα οποία αφορούν τόσο τη σύνταξη του λόγου και την πληρότητά του όσο και τη σημασία των λέξεων (και με βάση αυτό το κριτήριο, αντί για την αλφαβητική σειρά, παραθέτει και επεξηγεί τα σχήματα λόγου στο κύριο μέρος του βιβλίου, ορθά κατά τη γνώμη μας). Επίσης, διευκρινίζει ότι ο όρος «ποιητικοί τρόποι» αναφέρεται κυρίως στην ποιητική γλώσσα και αφορά τους «νοηματικούς τροπισμούς», δηλαδή τις τροποποιήσεις της κυριολεκτικής σημασίας των λέξεων, «γι’ αυτό λέγονται“λεκτικοί τρόποι”, προκειμένου ο λόγος να γίνει ‘ποιητικός’ (δηλαδή ο δημιουργός να δημιουργήσει από τη γλώσσα μια νέα γλώσσα που αναδημιουργεί τον κόσμο)» (σ. 14). Με αυτόν τον τρόπο κατατοπίζεται πλήρως ο αναγνώστης/η αναγνώστρια για το τι σημαίνουν οι ορολογίες που αξιοποιούνται. Διευκρινίζει, μάλιστα, η συγγραφέας ότι οι εικόνες δεν υπάγονται στα σχήματα λόγου, αλλά a priori στα εκφραστικά μέσα της ποίησης, αν και παλαιότερα, ο Κ. Ι. Παπανικολάου[3]έχει εντάξει στα σχήματα λόγου και τις εικόνες με την έκφραση «υποτύπωση ή γραφική απεικόνιση». Αυτή όμως η διατύπωση/έκφραση συμπίπτει με ό,τι λέμε σήμερα «εικόνα» (σ. 14), κυρίως στην ποίηση, όπου η εικόνα είναι το κυρίαρχο στοιχείο, κατά τη συγγραφέα, και το ενδιαφέρον μας εστιάζει στο πώς συγκροτείται η εικόνα με τη συμβολή, βέβαια, των σχημάτων λόγου.

Η συγγραφέας ακολουθεί βασικά το βιβλίο του Αχιλλέα Τζάρτζανου[4] και για κάποια σχήματα λόγου που απουσιάζουν στον Τζάρτζανο καταφεύγει στον Παπανικολάου, αλλά προσθέτει και δικά της στοιχεία π.χ. συμπαραθέτοντας και συζητώντας τη συνάφεια/ διαφοροποίηση κάποιων παρόμοιων σχημάτων λόγου, όπως τη σχέση παρομοίωσης – μεταφοράς, μετωνυμίας – μεταφοράς, συμβόλου – αλληγορίας. Επίσης, προβαίνει και σε απλοποιήσεις παλαιότερων ορισμών ώστε να συμβάλει στην καλύτερη αναγνωσιμότητα του βιβλίου, που έτσι γίνεται κατανοητό και λειτουργικό για φιλολόγους,μαθητές, φοιτητές και για κάθε αναγνώστη/αναγνώστρια σχετικά με το ειδικό θέμα των «Σχημάτων λόγου».

Ακολουθεί ο Συγκεντρωτικός Πίνακας των Σχημάτων Λόγου, που η δομή του έχει ως εξής:

Α.Γραμματικά (μορφοσυντακτικά) σχήματα λόγου.

Β. Σχήματα ως προς τη θέση των λέξεων στον λόγο.

Γ. Σχήματα ως προς την πληρότητα του λόγου.

Δ. Σημασιολογικά σχήματα λόγου (λεκτικοί τρόποι).

Μετά τη δομή και τη συγκεντρωτική ταξινόμησή τους, ακολουθεί η ανάλυση κάθε σχήματος λόγου με τα σχετικά παραδείγματα(η συγγραφέας διευκρινίζει ότι τηρείται η ορθογραφία των εκδόσεων από τις οποίες αντλούνται τα παραδείγματα).

Πιο αναλυτικά:

Στην Α΄ κατηγορία εντάσσονται τα γραμματικά (μορφοσυντακτικά) σχήματα λόγου, που απομακρύνονται από τους γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες της γλώσσας μας, καθώς, όπως εξηγεί η συγγραφέας, όλα είναι ανακόλουθα σχετικά με τον γενικό συντακτικό κανόνα της γλώσσας για τη συμφωνία των όρων σε μια πρόταση. Ακολουθούν όλα αναλυτικά και με παραδείγματα, όπως:

  1. Σχήμα κατά το νοούμενο, όπου διασπάται η σειρά Υ+Ρ+ ΟΥΣ. + ΕΠΙΘ.

Π.χ.« Ο κόσμος το ‘χουν τούμπανο», δηλ. οι άνθρωποι, γι’ αυτό και το ρήμα είναι στον πληθυντικό (κόσμος: λέξη περιληπτικής σημασίας).

«Δυο δυο κορίτσια σεργιανούν πιασμένες απ’ το χέρι» (κορίτσια θηλυκό γένος «πιασμένες», όχι πιασμένα, σύμφωνα με το γραμματικό γένος.

Προσθέτω και εγώ ένα ενδεικτικό από την πεζογραφία  όπου βρίσκουμε πολλά σχήματα λόγου, όπως στο έργο του Καζαντζάκη, π.χ. «Αν ήταν κάθε λαός (οι λαοί) να διορίζουνταν στην Κυβέρνηση του Σύμπαντου» (Ο Ανήφορος,Ν. Καζαντζάκης, σ. 148).

  1. Σχήμα συμφύρσεως, δηλαδή σύμφυρση/συγχώνευση δύο συντάξεων, π.χ.

«Ο Απρίλης με τον έρωτα χορεύουν και γελούνε», όπου συμφύρονται/συγχωνεύονται δύο συντάξεις (ο Απρίλης χορεύει και γελάει με τον έρωτα ή ο Απρίλης και ο έρωτας χορεύουν και γελούνε).

  1. Σχήμα ανακόλουθο, στο οποίο εντάσσονται τέσσερες περιπτώσεις:

3.1. Η ψυχολογική πρόταξη του υποκειμένου σε ονομαστική ως πιο ισχυρή από την κανονική σύνταξη, ενώ έπρεπε να είναι σε άλλη πτώση. Το λέμε στην Υφολογία- Γλωσσολογία και εστιακό υποκείμενο σε ονομαστική για υφολογικούς λόγους, π.χ. «Μα εγώ δε με παρηγορούν […]», δηλαδή «Μα εμένα δε με παρηγορούν…».

3.2. Η συντακτική έλξη,όπου ένας βασικός όρος της πρότασης έλκεται από το αναφορικό και μπαίνει στην ίδια πτώση με αυτό. Δηλαδή, έλκεται λόγω κοντινής παρουσίας, π.χ. «Ο Χάρος όπου τάκουσε, πολύ του βαρυφάνη» (του Χάρου, ο οποίος τ’ άκουσε… ).

3.3. Η πρόληψη, όπου το υποκείμενο της δευτερεύουσας πρότασης έλκεται από το ρήμα της κύριας και γίνεται σε αυτό προληπτικό αντικείμενο, π.χ. «Ποιος είδε τον αμάραντο σε τι γκρεμό φυτρώνει», αντί ποιος είδε σε τι γκρεμό φυτρώνει ο αμάραντος.

3.4. Η υπαλλαγή, σε αυτήν το επίθετο αντί να συμφωνεί με τον ετερόπτωτο προσδιορισμό στον οποίον αναφέρεται έλκεται από το βασικό ουσιαστικό και γίνεται προληπτικά επιθετικός προσδιορισμός του, π.χ.«τ’ αντρειωμένα κόκκαλα ξεθάψτε του γονιού σας», αντί τα κόκκαλα ξεθάψτε του αντρειωμένου γονιού σας.

  1. Σχήμα καθ’ όλον και μέρος, όπου παρατίθενται δυο λέξεις εκ των οποίων η μία αναφέρεται στο όλον και η άλλη στο μέρος, π.χ. «Τρία κομμάτια σύννεφα στον Όλυμπο στη ράχη», αντί στη ράχη του Ολύμπου κ.ά.

Στη Β΄κατηγορία εντάσσονται πολλά σχήματα λόγου που έχουν σχέση με τη θέση των λέξεων στον λόγο.Γνωρίζουμε ότι η ελληνική σύνταξη δεν είναι αυστηρή, όπως σε άλλες γλώσσες, οπότε παρατηρούμε ότι οι λέξεις ανάλογα με το ύφος της γραφής –κυρίως στον λογοτεχνικό λόγο–εναλλάσσουν μεταξύ τους θέσεις, δηλαδή μπορούν να προτάσσονται, να επιτάσσονται, αλλά και να υπερβαίνουν την πρόταση ή να σχηματίζουν κύκλους, χιαστά, πρωθύστερα, ομοιοτέλευτα κ.ά. Αυτές οι μετακινήσεις λέξεων δίνουν άλλη δυναμική και συναισθηματική φόρτιση στον λόγο.

Η συγγραφέας και εδώ εξηγεί/ορίζει το κάθε σχήμα και δίνει αρκετά και εύστοχα παραδείγματα, όπως:

  1. Υπερβατό:η λέξη υπερβαίνει την κανονική σειρά της και μετακινείται αλλού, π.χ. «Κ’ όταν το εσπέριον άστρον/ουρανός ανάπτη» (Κάλβος) αντί «Κ’ όταν ανάπτη ο ουρανός…. ».
  2. Επίταξη επιθέτου:δημιουργεί ένταση στον λόγο και λειτουργεί ως κατηγορηματικός προσδιορισμός, π.χ. «Με λύπη εγκάρδια/ εθεωρούσε/ όλα τα μνήματα» (Σολωμός, αντί με εγκάρδια λύπη).
  3. Χιαστό:στο σχήμα αυτό η πρώτη λέξη του στίχου γίνεται τελευταία στον επόμενο στίχο, ενώ η τελευταία του πρώτου στίχου γίνεται πρώτη στον δεύτερο, σχηματίζοντας ένα Χ αν συνδεθούν,π.χ. «Η Γκιώνα λέει της Λιάκουρας/ κ’ η Λιάκουρα (λέει) της Γκιώνας»,«απ’ τ’ αγκάθι βγαίνει μήλο και απ’ το μήλο βγαίνει αγκάθι» (λαϊκός γνωμικός λόγος).
  4. Κύκλος: στο σχήμα αυτό η φράση ή ολόκληρη πρόταση ή και παράγραφος (στη μοντέρνα ποίηση κυρίως) αρχίζει και τελειώνει με την ίδια λέξη, κυκλώνοντας το θέμα, π.χ. «Ο καπετάνιος χάθηκε, πάει ο καπετάνιος»(Καρκαβίτσας).
  5. Στο ασύνδετο υπάρχει παράταξη λέξεων με κόμματα για έμφαση ή με συσσώρευση ρηματικού λόγου, που υποδηλώνει δράση και δραματικότητα.Εδώ η συγγραφέας ενοποίησε τα δύο σημεία μια που ουσιαστικά πρόκειται για (παρ)όμοιο σχήμα.Το αντίθετο, δηλ. η σύνδεση με «και» λέγεται πολυσύνδετο, π.χ.«Ήρθε, είδε, αποχώρησε», «Ήρθε και είδε και αποχώρησε» ή το γνωστό «ἦλθον, εἶδον, ἀπῆλθον».
  6. Στο πρωθύστερο αντιστρέφεται η λογική σειρά πράξεων ή εννοιών και δημιουργείται εσωτερική ένταση, π.χ. «Τέλος κι αρχήν η μνήμη εδώ δεν έχει» (Σικελιανός, αντί αρχή και τέλος).
  7. Στο ετυμολογικό σχήμα συνυπάρχουν λέξεις με ίδια ετυμολογία, π.χ. «ο καλός καλό δε βλέπει» (ενοποίηση από τη συγγραφέα των δύο σημείων). Συχνά εντοπίζονται και παρετυμολογικά σχήματα όπως παρονομασίες ή παρηχήσεις λέξεων, π.χ. «Χάρε, χαρά που μου ’φερες…», κάλος-καλός, χήρος-χοίρος-χείρα (ακουστικά ομόηχα- Γλωσσολογία).
  8. Ομοιοτέλευτο σχήμα.Τα συναντάμε συχνά σε τραγούδια και στην ποίηση, π.χ. «Γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα τραγούδια/ ανατολίτικα» (Παλαμάς).

Καταθέτω και τη δική μου εμπειρία από την υπερρεαλιστική ποίηση του ΄Εκτορα Κακναβάτου[5] όπου, σε ολόκληρη η συλλογή In Perpetuum, στα δύο από τα τρία μέρη της, τελειώνει κάθε ποίημα με τη φράση «για πάντα» σε δεκαεφτά ποιήματα. Παρατηρούμε ότι πολλά από όλα τα παραπάνω σχήματα λόγου μπορούμε να βρούμε και να τα μελετήσουμε μέσα στο ευρύτερο κειμενικό περιβάλλον τους και στη σύγχρονη ποίηση και πεζογραφία.

 

Γ΄κατηγορία.Σε αυτή την κατηγορία  εντάσσονται τα σχήματα ως προς την πληρότητα του λόγου.Η έλλειψη και η επανάληψη είναι μηχανισμοί της συνοχής του κειμένου, σύμφωνα με πολλούς μελετητές, ανάμεσά τους και ο  Γ. Μπαμπινιώτης[6]. Τέτοια σχήματα είναι τα ακόλουθα:

  1. Η έλλειψη ή η βραχυλογία.Και εδώ η συγγραφέας παρουσιάζει λεπτομερώς τα εντασσόμενα σχήματα με εύστοχα παραδείγματα, όπως:
    • Το σχήμα από κοινού ή εξ αναλόγου, όπου παραλείπεται ως ευκόλως εννοούμενος ένας ανάλογος όρος στη δεύτερη πρόταση, π.χ. «Η μάνα ήταν καλή όπως όλες οι μανάδες» (ήταν καλές).
    • Το σχήμα εξ αντιθέτου, π.χ. «Στο έμπα μπήκε σαν αϊτός, στο ξέβγα[ βγήκε] σαν πετρίτης» (δημοτικό), «σώπα, είπε, σώπα· μη ρωτάς» (Ν. Καζαντζάκης, Ο Καπετάν Μιχάλης, σ. 229).
    • Το ζεύγμα, όπου σε ένα ρήμα αποδίδονται δύο αντικείμενα με παράλειψη του δεύτερου ρήματος, π.χ. «Να τον ποτίσω κρύο/ νερό και δροσερό χορτάρι (αντί ταΐσω) κ.ά.
    • Η αποσιώπηση (…). Επιλέγεται για συναισθηματικούς λόγους ή για κάτι που υπονοείται και το οποίο είναι, συχνά, δυσάρεστο, γι’ αυτό δεν ολοκληρώνεται η φράση και μπαίνουν τρεις τελείες, τα αποσιωπητικά, π.χ. « Τι να σου πω τώρα… Αυτά που είδα δε λέγονται» (προφορικός λόγος).

 

  1. Πλεονασμός στον οποίο εντάσσονται:
    • Η περίφραση,όπου αντί για μια λέξη λέμε περιφραστικά περισσότερες, π.χ. «των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν» (αντί«οι φρόνιμοι»).
    • Το σχήμα εξ αντιθέτου ή εκ παραλλήλου,π.χ. «Εγώ δεν είμαι Τούρκος, ουδέ Κόνιαρος/ είμαι καλογεράκι.»(δημοτικό)
    • Το σχήμα εν διά δυοίν,π.χ. «πέρασε ράχες και βουνά» (αντί ράχες βουνών).
    • Η επανάληψη ή παλιλλογία(πάλιν +λόγος)γίνεται για έμφαση ή για αναβαθμούς νοήματος, για εμπλουτισμό και προέκταση σε βάθος του κυρίαρχου νοήματος, συχνό φαινόμενο στον Σεφέρη, π.χ. «Κράτησα τη ζωή μου, κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας»(«Επιφάνεια, 1937»), όπου η επανάληψη, τα σύμβολα και οι συνειρμοί επαυξάνουν το ποιητικό εκτόπισμα.Το ίδιο εντοπίζεται και σε πολλούς άλλους ποιητές.

Εδώ ανήκουν και η ταυτολογία,η αναδίπλωση, η επαναφορά ή επάνοδος και ηεπιστροφή ή αντιστροφή.

2.4.1.Η ταυτολογία εύκολα εντοπίζεται, καθώς μια λέξη ή φράση επαναλαμβάνεται αυτούσια ή με συνώνυμο για συναισθηματική ένταση, π.χ. «όλα είναι νύχτα, όλα είναι νύχτα» (Σεφέρης), «φεύγει, φεύγει ο προδότης» (Κάλβος).

2.4.2. Η αναδίπλωση: επανάληψη με κάποιον προσδιορισμό, π.χ.«Απρίλη, Απρίλη δροσερέ και Μάη με τα λουλούδια» (δημοτικό).

2.4.3.Η επαναφορά ή επάνοδος, όταν δύο ή περισσότερες διαδοχικές προτάσεις αρχίζουν με την ίδια λέξη ή φράση,π.χ. «Μαύρος ήταν, μαύρα φορεί, μαύρο και τάλογό του» (δημοτικό).

2.4.4. Η επιστροφή ή αντιστροφή.Το αντίθετο της επαναφοράς είναι η επιστροφή ή αντιστροφή,όπου η επαναλαμβανόμενη λέξη βρίσκεται στο τέλος κάθε φράσης, π.χ. «Εμένα η φαμελιά μου δουλεύει, εγώ δουλεύω, ο γυιος μου δουλεύει» (Παπαδιαμάντης).

2.5. Το σχήμα της συσσώρευσης ή απαρίθμησης πολλών λεπτομερειών, εικόνων, ιδεών επιλέγεται για να εκφραστεί νοσταλγία για κάτι ή έντονη συναισθηματική σχέση. Πολλά τέτοια παραδείγματα εντοπίζονται στα δημοτικά μας τραγούδια. Η συσσώρευση συχνά συνδυάζεται και με το σχήμα της επαναφοράς, π.χ. «Κλαίνε τα δέντρα, κλαίνε, κλαίνε τα κλαριά,/ κλαίνε τα λημέρια, που λημέριαζα/ Κλαίνε τα μονοπάτια, που περπάταγα/» κλπ.

2.6. Στο κλιμακωτό σχήμα, η κλιμάκωση είναι είτε ανιούσα είτε κατιούσα,π.χ. «Ακούω κούφια τα τουφέκια,/ ακούω σμίξιμο σπαθιών,/ ακούω ξύλα, ακούω πελέκια,/ ακούω τρίξιμο δοντιών» (Σολωμός). Η κλιμάκωση μπορεί να θεωρηθεί και μορφή συσσώρευσης.

2.7. Ο παραλληλισμός δύο γεγονότων ή εικόνων με το ίδιο νόημα και με παρεμφερείς λέξεις είναι συχνό για έμφαση ή σε συνειρμικές σχέσεις, π.χ. «Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει» (Σολωμός). Ο παραλληλισμός απαντάει και σε δίστιχα όπου έχουμε το σχήμα των τριών, π.χ. «Από τη γης βγαίνει νερό, κι απ’ την ελιά το λάδι/ κι από τη μάνα την καλή βγαίνει το παλληκάρι». Στον παραλληλισμό ανήκει και το ισόκωλο ή πάρισο, κατά το οποίο δύο ή περισσότερα μέλη (κώλα) μιας περιόδου ή φράσης έχουν περίπου τον ίδιο αριθμό συλλαβών ή την αντίστοιχη μετρική δομή. Το βρίσκουμε συχνά σε παροιμιακές φράσεις, π.χ. «Η γεια στο στρώμα δε χωρεί, στην τάβλα η αρρώστια./Ο τεμπέλης κι ο φαγάς, ή δραγάτης ή παπάς».

2.8. Το σχήμα της υποφοράς και ανθυποφοράς ή τα άσκοπα ερωτήματα είναι γνωστό από τα δημοτικά μας τραγούδια (ερώτηση, αναίρεση, θέση ή τελική απάντηση), π.χ. «Γιατί είναι τα βουνά/ και στέκουν βουρκωμένα; (ερώτηση) Μην άνεμος τα πολεμά;/μήνα βροχή τα δέρνει; (πιθανές εξηγήσεις)/Κι ουδ’ άνεμος τα πολεμά,/κι’ ουδέ βροχή τα δέρνει (αναίρεση)/μόνο διαβαίνει ο Χάροντας/με τους αποθαμένους» (τελική απάντηση).«Αχός βαρύς ακούγεται πολλά ντουφέκια πέφτουν./ Μήπως σε γάμο πέφτουνε μήπως σε χαροκόπι;/ Ουδέ σε γάμο πέφτουνε ουδέ σε χαροκόπι./ Η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφες και αγγόνια».

2.9. Προδιόρθωση/Προθεραπεία, όπου προτάσσεται μια φράση ή πρόταση για να μη λεχθεί απότομα μια κακή είδηση, συχνό φαινόμενο στον προφορικό λόγο, π.χ. «Θα σου πω κάτι, μη θυμώσεις. Η φίλη σου σε κακολογεί». Η συγγραφέας εκθέτει ένα εξαιρετικό παράδειγμα από δημοτικό τραγούδι όπου προτάσσονται δυο ρητορικές ερωτήσεις ως συναισθηματική προετοιμασία και ακολουθεί το κακό μαντάτο:  «[…] Ποιος έχει στόμα να σ’ το πει, στόμα να σου μιλήσει; /Τούτη η φωτιά που σ’ άναψε, ποιος θε να σου τη σβήσει; / Η Ευγενούλα απέθανεν, η πολυαγαπημένη».

2.10. Στην επιδιόρθωση διορθώνεται η αρχική διατύπωση με κάτι πιο σαφές, π.χ. «Επήγα πεζός εις την εκκλησίαν, ή μάλλον εις το εκκλησάκι του κυρίου Αναστασίου (Δροσίνης)», «πήγα στην εκκλησία μας, την Παναγίτσα την ξέρεις» (προφορικός λόγος).

2.11.Η αναφώνηση ή επιφώνηση, δηλ. η παρεμβολή επιφωνηματικής φράσης ή παρενθετικής αποφατικής, ως ευχή ή κατάρα, στη ροή του λόγου, π.χ. «Να λησμονήσουμε, θεοί, το κρίμα» (Σεφέρης), «Η αγάπη, ανάθεμά την, στην αρχή είναι γλυκειά» (δημοτικό).

2.12. Η αποστροφή ή επίκληση απευθύνεται σε ένα πρόσωπο ή σε μία αφηρημένη έννοια και δηλώνεται κάτι σε σχέση με αυτό,π.χ. «Σε γνωρίζω από την όψη […] / Σε γνωρίζω από την κόψη […] / χαίρε, ως χαίρε Ελευθεριά» (επίκληση στην Ελευθερία). Η επίκληση στη Μούσα  είναι χαρακτηριστική στα Προοίμια της Ομήρου Ιλιάδας και Οδύσσειας.Μάλιστα, επισημαίνει η συγγραφέας ότι η αποστροφή ή επίκληση εκφράζει συχνά τη «συναισθηματική κατάσταση του ομιλούντος και από την άποψη αυτή μοιάζει με την αναφώνηση ή επιφώνηση» (σ. 44).

2.13 Τέλος έχουμε το ρητορικό ερώτημα,δηλαδή μια ερώτηση στην οποία δεν αναμένεται απάντηση, π.χ.«Τι έπραξα; […]. Είμαι ή δεν είμαι αθώος;» (Θάνος Βλέκας του Καλλιγά).

 

Η Δ΄κατηγορία αναφέρεται στα σημασιολογικά σχήματα λόγου (λεκτικοί τρόποι). Έχουν σχέση με τις σημασίες των λέξεων, λέγονται και «λεκτικοί τρόποι», είναι τα πιο πολλά και πιο συχνά σχήματα λόγου τόσο στην πεζογραφία όσο και στην ποίηση.

  1. Πρόκειται για στένωση της σημασίας, π.χ. Πόλη αντί Κωνσταντινούπολη, ο Κυβερνήτης αντί ο Καποδίστριας.
  2. Άλλες φορές έχουμε το αντίθετο, δηλαδή το πλάτεμα της αρχικής σημασίας της λέξης, οπότε έχουμε μεταφορική χρήση της λέξης, π.χ. το σπίτι με την πέτρινη σκάλα, αυτός έχει πέτρινη καρδιά κ.ά.

Στη συνέχεια, η συγγραφέας καταγράφει τους βασικότερους ποιητικούς τρόπους, που έχουν σχέση με τη σημασία των λέξεων, όπως είναι:

1.Η παρομοίωση. Στην παρομοίωση έχομε μια κοινή ιδιότητα και ανάμεσα στον α΄ και τον β΄ όρο ή σύγκριση, π.χ.«κοκκίνισαν τα μάγουλά του από ντροπή έγιναν σαν το μήλο», «μαύρη σαν κάρβουνο». Η ομηρική παρομοίωση εμπεριέχει πολλούς στίχους, συχνά είναι εκτεταμένη. Όπως στην ομηρική παρομοίωση,έτσι και στη δημοτική ποίηση ή την τραγωδία ή και στη νεοελληνική ποίηση βρίσκουμε εκτεταμένες παρομοιώσεις, π.χ. «Σαν του γιαλού τα κύματα σ’ καιρού ανακατωμένου […] / έτσι και τα φουσάτα αυτά τ’ άγρια, τα θυμωμένα […]» (Κορνάρος, βλ. σ. 74).

2.Η μεταφορά. Το σχήμα της μεταφοράς είναι το κυριότερο και το πιο πολύπλοκο σχήμα λόγου, καθώς η σημασία ενός πράγματος μεταφέρεται αναλογικά ως ιδιότητα σε ένα άλλο, μέσα από μια μικρή ή ευρύτερη ομοιότητα, που έχει βάση ψυχολογική, π.χ. φύλλα δέντρου και φύλλα της καρδιάς. Διευκρινίζεται ότι παρομοίωση και μεταφορά προϋποθέτουν έναν συσχετισμό, μια σύγκριση, αλλά υπάρχουν μεταξύ τους και δύο διαφορές. Η εξωτερική διαφορά έγκειται στην απουσία του σαν ή του ως της παρομοίωσης και η ποιοτική,όπου ο συσχετισμός ανάμεσα στα δύο στοιχεία της είναι πολύ πιο στενός από εκείνον στην παρομοίωση. Φαίνεται στις εκφράσεις, π.χ. «χέρια δυνατά σαν σίδερο» δε σημαίνει μονιμότητα, αλλά ισχύει για εκείνη τη στιγμή, στην έκφραση «σιδερένια χέρια», όμως ο χαρακτηρισμός των χεριών δηλώνει μόνιμη ιδιότητα, σε αντίθεση με την παρομοίωση.

Η μεταφορά παρουσιάζεται ως ιδιότητα κατ’ αναλογία, δηλ. σε σχέση με κάτι άλλο, όπως παρουσιάζεται και στην παραδοσιακή εκδοχή της (Τζάρτζανος).

Στη σύγχρονη βιβλιογραφία, σχετικά με τη μεταφορά, αμφισβητείται η τετραμερής Αριστοτελική παράδοση, ότι:

α)  δεν είναι θέμα των λέξεων, όπως πιστευόταν τότε, αλλά την τοποθετούν στις έννοιες,

β) δε βασίζεται στην ομοιότητα, αλλά σε συσχετισμούς ανάλογα με την εμπειρία,

γ) ότι όλες οι έννοιες είναι κυριολεκτικές και όχι μεταφορικές, όπως πιστεύεται σήμερα, μέσα από την έρευνα και τη σχετική μελέτη,

(δ) ότι η έλλογη σκέψη δεν σχηματοποιείται από τη φύση των εγκεφάλων και των σωμάτων μας, όπως θεωρούσαν τότε, ενώ σήμερα γνωρίζουμε ότι όλα σχηματοποιούνται από την κοινή φύση των σωμάτων μας και από τους κοινούς τρόπους με τους οποίους λειτουργούμε στην καθημερινή ζωή μας.  Άρα η μεταφορά έχει σχέση όχι με τον τρόπο που απλά μιλάμε, αλλά και με τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε και σκεφτόμαστε.Το θέμα του μεταφορικού λόγου και της μεταφοράς είναι πολύ βασικό στην καθημερινή μας ζωή και σε κάθε μας επικοινωνία. Έχει μελετηθεί από πολλούς ερευνητές και διεξοδικά από τους George Lakoff & Mark Johnson[7],οι οποίοι αποδεικνύουν ότι ακόμα και οι δύσκολες έννοιες, όπως είναι του χώρου, του χρόνου, της αιτιότητας και άλλες, γίνονται αντιληπτές και κατανοητές μέσα από πολλαπλές μεταφορές, με βάση την εννοιολογική δομή.

2.1. Καταχρηστικές μεταφορές.Η συγγραφέας αναφέρεται και σε είδη μεταφοράς, όπως είναι οι καταχρηστικές, που στηρίζονται σε ομοιότητα ασήμαντη ή μη φανερή,οι οποίες έχουν γίνει τόσο κοινόχρηστες ώστε να μην γίνονται αντιληπτές ως μεταφορές και γι’ αυτό αποκαλούνται και «νεκρές» μεταφορές, π.χ. «στόμα ανθρώπου/ζώου με στόμα πηγαδιού/σπηλιάς/(άνοιγμα) όπλου» (βλ. σ.55).

2.2. Οι ελαττωματικές μεταφορές ξεφεύγουν από τη φυσικότητα ή το μέτρο, είναι δηλαδή πολύ απίθανες, π.χ. «Ο πόλεμος είναι η μπουγάδα του ανθρώπινου γένους».

2.3. Οι ενεργές μεταφορές είναι τόσο ζωντανές όσο η εντύπωση που προκαλούν στον αναγνώστη, συχνά όταν υπάρχει ανοικείωση, και ενέχουν νοητική διαδικασία με πυρήνα τη δημιουργική φαντασία. Άλλοτε είναι κοντά στο σχήμα λόγου της παρομοίωσης, καθώς ταιριάζει το «σαν», και άλλοτε είναι κοντά σε μια σύνθετη εικόνα. Η συγγραφέας δίνει και για τις δύο περιπτώσεις παραδείγματα (βλ. σ. 56).

Αξίζει να επισημανθεί ότι η Αφροδίτη Αθανασοπούλου ξεκαθαρίζει ως έντιμη επιστήμονας τις βασικές πηγές της (Τζάρτζανος, Παπανικολάου) και παρουσιάζει πολύ πετυχημένα όλες τις εκδοχές της μεταφοράς με αρκετά παραδείγματα, ως μια πρώτη εξοικείωση με τα «Σχήματα λόγου».

 

Επιπλέον, στα σημασιολογικά σχήματα λόγου εντάσσονται και:

  1. Η συνεκδοχή, π.χ. το μέρος αντί του όλου:«Κάθε κλαδί και κλέφτης» ή το υλικό, π.χ.«θαλάσσια ξύλα», αντί καράβια,«γυαλί φαρμάκι» ή το όργανο, π.χ. «μάτι αητού» (καλή όραση).
  2. Η μετωνυμία, π.χ. «Διαβάζω Όμηρο», «να σου κάνω το τραπέζι αντί να σου προσφέρω φαγητό» κ.ά.
  3. Η αντονομασία, π.χ. «ο γέρος του Μοριά» αντί ο Κολοκοτρώνης, «είναι αυτός ένας Νέστορας» δηλαδή ένας σοφός γέρος ή σοφός άνθρωπος.
  4. Η αλληγορία, π.χ.«Έγινε Τούρκος» (θύμωσε πολύ και αγρίεψε), «ένας αητός περήφανος ένας αητός λεβέντης» (πρόκειται για ανυπότακτο κλέφτη). Περισσότερα για τη σχέση της αλληγορίας με τη μεταφορά και τη διαφορά της από το σύμβολο βλ. στο βιβλίο (σσ.62-63).
  5. Η προσωποποίηση (λέγεται και ψυχοποίηση ή σωματοποίηση), π.χ. «Η φύση χαμογελάει σήμερα» (έχει καλόν καιρό). «Ο Όλυμπος κι ο Κίσσαβος/ τα δυο βουνά μαλώνουν», «το σπίτι που γεννήθηκα πάντα με περιμένει».Η προσωποποίηση έχει στενή σχέση με τη μεταφορά(σσ. 63-64).
  6. Η αντίφαση, με συνηθέστερη μορφή της τη λιτότητα, π.χ. «δεν ήταν μικρή» (άρα μεγάλη), «δεν είναι καθόλου έξυπνος» (δηλαδή είναι κουτός). Στην αντίφαση εντάσσονται η ειρωνεία,που μπορεί να γίνει σαρκασμός και χλεύη ή μπορεί να προκαλεί χιούμορ μέσω της υπερβολής, π.χ. ειρωνικά: «Τι εξυπνάδα είναι αυτή!». Χιούμορ έχουν πολλά ποιήματα του Σουρή, π.χ. «Τρεις σπανοί από την Πόλη/[…]/ – Γεια χαρά σου, πολυγένη/κι από πούθε κατεβαίνεις;» (σ.66). Όλα αυτά τα σχήματα λόγου έχουν δοθεί εξαιρετικά από την Αφροδίτη Αθανασοπούλου, π.χ. «θα έρθω όχι για πολύ», «καλός και του λόγου σου», «τώρα μας φώτισες και έχασες τα λίγα φώτα που είχες» (ειρωνεία και χιούμορ) ή σαρκασμός,π.χ.«ο αχυράνθρωπος παρίστανε τον αθώο, καλά το έμαθε το περπάτημα της χήνας» (ήταν ναζί/ναζιστής).
  7. Ο ευφημισμός. Σε αυτόν, που θεωρείται επίσης μορφή αντίφασης,η λέξη ή η φράση έχει θετική σημασία και αξιοποιείται σε φράσεις για να αποφευχθεί ο φόβος από την κυριολεκτική σημασία της φράσης, π.χ. ο Εύξεινος Πόντος, αντί Άξενος, αφιλόξενος κλπ.Στον ευφημισμό λέμε κάτι και εννοούμε το αντίθετό του, π.χ. «Το ακρωτήρι της Καλής Ελπίδας», αντί της Κακής,«γλυκάδι» αντί ξύδι κ.ά.
  8. Η υπερβολή, κάτι που ξεπερνάει τις πραγματικές διαστάσεις,π.χ.«πόνος βουνό», «το αίμα έτρεχε ποτάμι». Στην υπερβολή μπορεί να ενταχθεί και το σχήμα του αδύνατου, κυρίως για φυσικά φαινόμενα, π.χ. «Όταν ασπρίσει ο κόρακας και γίνει περιστέρι».
  9. Το οξύμωρο ή παραδοξολογία, όπου είναι φανερή η νοηματική σύγκρουση των λέξεων, π.χ. «νύμφη ανύμφευτε», «στα χιόνια καίγομαι και στη φωτιά μαργώνω».
  10. Το λογοπαίγνιο ή καλαμπούρι είναι παιχνίδι με ομόηχες λέξεις, που όμως έχουν άλλη γραφή και σημασία (ακουστικά ομόηχα), π.χ. «Το μόνο που δεν μας λείπει/ είναι η λύπη/ και τα λίπη». «Μη σε βρει η τύχη και τα τείχη». «Ο καλός καλό δε βλέπει» κ.ά.Τα λογοπαίγνια, όπως σωστά επισημαίνει η συγγραφέας, στηρίζονται σε αμφίσημες λέξεις, σε παρηχήσεις ή σε παρονομασίες, π.χ. «Ο Φώτης με τα φώτα του έσβησε τα φώτα», «Και ο φούρναρης ζυμώνει/και η Μοναχή ζει μόνη» (σ.68).

Ακολουθούν πολλά παραδείγματα για εμπέδωση, ενταγμένα σε μικροκείμεναή σε ποιήματα, τα οποία καλύπτουν τριάντα πέντε(35) σελίδες και αντλούνται από τον ελλαδικό και κυπριακό χώρο. Τέλος κατατίθεται η αξιοποιημένη βιβλιογραφία.

Συνεπώς, το βιβλίο με τον τίτλο Σχήματα  λόγου είναι ένα πολύ καλά δομημένο βιβλίο, με εξαιρετικά παραδείγματα εξάσκησης στο τελευταίο μέρος του, με το οποίο η συγγραφέας φέρνει στην επιφάνεια γνωστά και ξεχασμένα σχήματα λόγου, απαραίτητη γνώση για φοιτητές και μαθητές, αλλά και για καθηγητές και δασκάλους.Για την εμπέδωση παραθέτει, η συγγραφέας,σε κάθε σχήμα λόγου παραδείγματα, πέρα από εκείνα της εξάσκησης, ώστε όλοι/όλες οι αναγνώστες/αναγνώστριες να κατανοήσουν μέσα στα κείμενα τη λογοτεχνική, τη γλωσσολογική και την υφολογική λειτουργία των σχημάτων λόγου.

Η εκδοτική παρουσία του βιβλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο είναι προσεγμένη, όπως και η εικονογράφηση του εξωφύλλου, η καλοδιάβαστη γραμματοσειρά και φυσικά το περιεχόμενο και όλα συμβάλλουν ώστε να δίνεται στο ελληνικό κοινό ένα χρήσιμο, ενδιαφέρον και ελκυστικό βιβλίο.

Αγαπητή Αφροδίτη πολλά συγχαρητήρια, καθώς έδωσες ένα βιβλίο αναφοράς στον τομέα της Νεοελληνικής Σύνταξης και ειδικά στα Σχήματα λόγου.

 

 

 

 

Δρ Χριστίνα Ι. Αργυροπούλου, Επίτιμη Σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, συγγραφέας, ποιήτρια

 

 

 

[1] Ο Αριστοτέλης στη Ρητορική του και στο Περί Ερμηνείας  μελετάει τα στοιχεία εκείνα που κάνουν τον λόγο -προφορικό και γραπτό- πειστικό και αναπαραστατικό, με «εικονοποιητική δυνατότητα» και στη ρητορική έναν λόγο, που πείθει για την αλήθεια ή το ψεύδος. Με τις  σύγχρονες μεθόδους ανάλυσης του λόγου και του λογοτεχνικού λόγου με την πολυσημία του, δόθηκε έμφαση σε όλους τους εκφραστικούς τρόπους, που κάνουν ένα κείμενο λογοτεχνικό ή επικοινωνιακό. Έτσι, με την μελέτη της αφήγησης, Αφηγηματολογία, πέρα από τα παραδοσιακά σχήματα λόγου, γίνεται εστίαση σε πολλούς άλλους τρόπους και τροπές του λόγου, κυρίως του λογοτεχνικού, όπως φαίνεται και στις Οδηγίες για τη διδασκαλία των φιλολογικών μαθημάτων στο Ενιαίο Λύκειο(Χρ. Αργυροπούλου, Σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, υπεύθυνηγια τη Λογοτεχνίακαι τη Γλώσσα). Σήμερα παρουσιάζονται κειμενικά και σύμφωνα με τις θεωρίες της λογοτεχνίας οι αφηγηματικές τεχνικές και οι εκφραστικοί τρόποι σε γραμματικό, σημασιολογικό και υφολογικό  επίπεδο.
[2]Ζαν-Μαρί Σεφφέρ, Τι είναι Λογοτεχνικό Είδος, μτφρ. Αλεξανδρος Ν. Ακριτόπουλος, εκδ. Ηρόδοτος, Θεσσαλονίκη 2000,σσ. 10-13, 24-25, 27-28, 46, 66,89-94, 104, 110 κλπ.
[3]Κ. Ι.Παπανικολάου, Νεοελληνική Καλολογία.Αισθητική του λόγου,Βιβλιοπωλείον της  «Εστίας», Αθήνα 1980, 4ηέκδ., σ. 121.
[4]ΑχιλλέαςΤζάρτζανος, Νεοελληνική Σύνταξις (της Κοινής Δημοτικής), τ. Β΄, εκδ. Αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1996, 2ηέκδ., τ. Β΄, σ.261 κ.ε.
[5]ΈκτωρΚακναβάτος, Ποιήματα 1943-1987,εκδ. Άγρα 2010, σσ. 367-385.
[6]Γ. Μπαμπινιώνης, Γλωσσολογία και Λογοτεχνία, εκδ. Δ. Μαυρομμάτη, Αθήνα1991, β΄ έκδ., σσ. 261- 268.
[7]GeorgeLakoff&MarkJohnson, Ο Μεταφορικός Λόγος: ο ρόλος της μεταφοράς στην καθημερινή μας ζωή,μτφρ. Όλγα Καλομενίδου, Εκδόσεις Πανεπιστημίου Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη2005,σσ. 314-315.

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.