Ο Αντωνάκης έχει το κρεοπωλείο δίπλα στις γραμμές του τρένου, αυτό με την καλύτερη πελατεία. Πάνω απ’ την πόρτα μοστράρει με καλλιτεχνικά γράμματα η ξύλινη πινακίδα: “Meat atelier. Το κρεοπωλείο του Αντωνάκη”. Είναι γνωστό σε όλη την πιάτσα πως τα προϊόντα του είναι από φάρμες- ένα κι ένα διαλεχτά κρέατα-με βούλα και σφραγίδα υγειονομικού. Θα το έπαιρνε βαριά εξάλλου, αν του έβρισκαν σκάρτο πράγμα λόγω χαρακτήρα· Όλα τα χρόνια που κρατάει οικογενειακή επιχείρηση, αυτό φροντίζει, να είναι πάντα τυπικός. Από πατέρα σε γιο, το κατάστημα διατηρεί την ίδια ταυτότητα σαν παλιά σφραγίδα που δε σκουριάζει..
Μόλις περάσεις το κατώφλι σε κυριεύει η μυρωδιά του αίματος. Τους τοίχους, εκτός από τα κρεμαστά ερίφια, σειρές από λουκάνικα και ενίοτε σπάνιο κρέας από κυνήγι κοσμούν φωτογραφίες των προγόνων του σε ώρα υπηρεσίας, με τα μαχαίρια να αστράφτουν και να κόβουν με ακρίβεια σε κάθε παραγγελία.
Ό,τι διατάξει ο πελάτης, ο Αντωνάκης σχίζεται στο λεπτό να εξυπηρετήσει. Ιδίως όταν έρχονται πελάτισσες από μακριά — εκεί ξέρει τον τρόπο να τις περιποιηθεί.
«Τι θα θέλατε, παρακαλώ; Καλώς την ξενοχωρίτισσα! Τι τραβάει η ψυχή σου, κούκλα μου; Άστο, άστο… σε μένα. Ξέρω τι χρειάζεσαι. ».
Ανοίγει την πόρτα του ψυγείου με μια παράξενη χάρη και τραβάει ένα κομμάτι χοιρινό.
«Να ,να κοίτα τι σου έχω. Είναι φυλαγμένο για τέτοιες ώρες. Κοίτα το… σαν γαρύφαλλο φρεσκοκομμένο. Κι από νοστιμιά… τρώει η μάνα και του παιδιού δεν δίνει.»
Το χασάπικο του Αντωνάκη — με τις μουστάκες και τους γκρίζους κροτάφους — μένει ανοιχτό ακόμα και τις Κυριακές, για να εξυπηρετεί όλες τις μαγείρισσες. Ξεκρεμάει τη ματωμένη ποδιά και τη φοράει κάθε πρωί, στις οκτώ ακριβώς. Κοιτάζεται στον καθρέφτη που είναι καρφωμένος αριστερά, πάνω από το ταμείο, δίπλα στα τακτοποιημένα χασαπόχαρτα
Πάντα γλυκομίλητος αρχίζει το πες πες, δε σταματάει την κουβέντα : «Καλώς την! Τι κάνεις, χρυσή μου; Μέρες έχεις να φανείς… Έλα, κι έτυχες μέρα καλή. Έχω ένα συκωτάκι …του γάλακτος… το τρως και λιώνει στο στόμα.» Και να — βγάζει απ’ το ψυγείο με τις ξύλινες πόρτες μια κατακόκκινη συκωταριά. «Δες το… μαλακό, φρέσκο, από μανάρι. Τρως… και κοκκινίζουν τα μάγουλα.»
…….
Το Μάρκετ κρεάτων- δυο τετράγωνα παρακάτω- έχει δικό πάρκινγκ. Πίσω από κάθε βιτρίνα αλλάζουν πρόσωπα οι υπάλληλοι ανάλογα τη βάρδια. Όπως αλλάζουν και οι τιμές στα κρέατα ανάλογα την εποχή. Στοίβες από γυμνά κρέατα και λιγοστές οι κουβέντες. Οι πελάτες με τα καλαθάκια κοιτάζουν παραγγέλνουν: “Αυτό το κομμάτι, με το λιπάκι” ή “τούτο το στήθος κοτόπουλο, χωρίς πέτσα”. Απλώνουν το χέρι, το παίρνουν και γραμμή για το ταμείο.
……………
Ο Αντωνάκης στέκεται στην είσοδο του καταστήματος. Παρατηρεί την κίνηση στον δρόμο. Το εσωτερικό φωτίζεται από τα πορτραίτα στις φωτογραφίες. Άδειοι οι τοίχοι, το ψυγείο έχει λιγοστέψει. Ο Αντωνάκης ξεκρεμά την ποδιά. Δεν είναι η ώρα να κλείσει ακόμη. Κοιτάζει το γράμμα με την κόκκινη σφραγίδα. Το βάζει και το βγάζει πολλές φορές στο συρτάρι. Είναι εκεί απ΄ την αρχή του χρόνου:«Βεβαίωση οφειλής».
Αν δεν πληρωθεί ως το τέλος του μήνα, το κατάστημα κλείνει. Το χρέος μεγάλο, δεν τον αφήνει να σκεφτεί. Είναι και η Χαρά-τέσσερα χρόνια είναι μαζί. Αν δεν τη στεφανωθεί μέχρι το τέλος του χρόνου, τα αδέλφια της λέει, θα τον σφάξουν στο γόνατο σαν τραγί και θα την παντρέψουν με τον κυρ Νικόλα τον χοντρέμπορα, γιατί δε θέλουν να δουν την αδελφή τους δυστυχισμένη.
…………………………………
Νυχτώνει. Ούτε ένα πελάτης. Κλείνει το ταμείο. Σβήνει τα φώτα.
………………………….
«Πρωινό δελτίο ειδήσεων»
Βρέθηκε απαγχονισμένος άνδρας μεσήλικας, καταμεσής σε κατάστημα με την επωνυμία «Το κρεοπωλείο του Αντωνάκη». Διερευνώνται οι αιτίες θανάτου από τις Αρχές.
Άννα Πετρίδου
