You are currently viewing Δρόσος Μιχαλόπουλος: Οι επισκέψεις

Δρόσος Μιχαλόπουλος: Οι επισκέψεις

 

Ξύπνησα απότομα. Με πήρε ο ύπνος στην πολυθρόνα. Προσπαθούσα να μαντέψω τι ώρα είχε πάει. Από το παράθυρο έβλεπα μόνο σκοτάδι. Υπέθεσα ότι θα ξημέρωνε σε λίγο γιατί μου είχε έρθει η όρεξη να πιώ καφέ.

Σηκώθηκα με το ζόρι. Τα γόνατα μου τα ένοιωθα πολύ βαριά. Ήθελε ακόμα δύο ώρες για να ξημερώσει.Ύπνος σίγουρα δεν θα με ξαναέπιανε. Σήμερα θα ήταν μια γεμάτη μέρα. Θα είχα πολλές επισκέψεις. Όλη την εβδομάδα έβρεχε και κανείς δεν μπορούσε να έρθει.

Γύρω στις δέκα το πρωί χθες, μου τηλεφώνησε ο Δήμαρχος ότι θα περνούσε από το σπίτι.  Ήθελε να μου αφήσει το προσκλητήριο γάμου της Αννούλας. Πώς πέρασαν τα χρόνια! Η Αννούλα έτοιμη να παντρευτεί. Την θυμάμαι μικρή να με παρακαλεί να την μπουγελώσω με το λάστιχο, όταν πότιζα το πρωί τα γιασεμιά και τα κρίνα στον κήπο.

Λίγο αργότερα περίμενα και τα ξαδέλφια του πατέρα μου από το Σιδηρόκαστρο. Τον Νίκο και την Καλλιρρόη. Χρόνια είχα να τους δω. Θα έρχονταν για λίγες μέρες για να τους φιλοξενήσω. Το απόγευμα μού είπε θα περνούσε και η Χαρούλα μου. Από τότε που έφυγε για σπουδές στην πόλη σπάνια την έβλεπα. Αλλά πρώτα έπρεπε να στρωθώ στην κουζίνα για να τους ετοιμάσω μία πίτα και ένα γλυκό.

Άνοιξα το παντζούρι για να μπει λίγο από το φως του πεζοδρομίου. Δεν ήθελα να ανάψω τα φώτα. Μία φιγούρα διέκρινα που περνούσε τον δρόμο. Μου είχαν σωθεί και τα σπίρτα για να ανάψω το κερί που έκρυψα στη σιφονιέρα. Ο Αποστόλης μου μού απαγόρευσε τα κεριά και τα καντήλια.

«Θα λαμπαδιάσεις εδώ μέσα!» μου φώναζε.

Ούτε το καντήλι του πατέρα του δεν μπορούσα να ανάψω. Έχει καιρό να περάσει και αυτός.  Με ξέχασε. Θυμάμαι το τραγούδι του Λουκιανού. Πρέπει να ήταν δέκα χρονών, όταν του το τραγουδούσα γυρνώντας από το σχολείο και του άρεσε πολύ. Για ένα πάρτι σε ένα βαθύ μπουντρούμι μιλούσαν οι στίχοι του, όπου ο οικοδεσπότης καλούσε πολύ κόσμο παρέα με ένα μπουκάλι ρούμι.

«Μα ποιοι ήταν όλοι αυτοί, βρε μαμά; Πού χωρούσαν στο μπουντρούμι;» με ρωτούσε. Δε θα ξεχάσω ποτέ τις απορίες του, τα μεγάλα του μάτια γεμάτα περιέργεια.

Είχε ξημερώσει επιτέλους. Έφτιαξα τον καφέ μου. Πήγα κοντά στο παράθυρο για να τον πιω.  Ο δρόμος ήταν αδειανός. Κανένα αυτοκίνητο δεν περνούσε. Έξαφνα από τον ουρανό ένα πολύχρωμο αερόστατο προσγειωνόταν στο δρόμο. Πρέπει να πήρε δέκα λεπτά για να κατέβει. Άνοιξα το παράθυρο για να το δω καλύτερα. Πόσο παράξενη στιγμή. Ένα αερόστατο, με χρωματιστές λωρίδες από πανί, ραμμένες στην οροφή του, ακούμπησε στο απέναντι πεζοδρόμιο. Το ψάθινο  καλάθι του ήταν αδειανό και το μπαλόνι του φουσκωμένο, έτοιμο για να σηκωθεί πάλι στον ουρανό.

Από την απέναντι γωνία άνθρωποι πολλοί έτρεχαν προς το αερόστατο. Ο Λουκιανός ως πιλότος και οικοδεσπότης άνοιξε την πόρτα του καλαθιού και τους καλωσόριζε. Ο Αποστόλης μου, η Χαρά μου, η Αννούλα, ο Μάρκος, ο Μάνος, η Δήμητρα, ο Δήμαρχος, ο Νίκος και η Καλλιρρόη.

«Θεέ μου…πως βρέθηκαν όλοι τους εκείνο το πρωινό μπροστά στο παράθυρο μου!»  αναφώνησα, κρύβοντας από έκπληξη το στόμα μου με την παλάμη μου.

Από την πίσω γωνία και άλλοι ξεχύθηκαν και προχωρούσαν γοργά προς το μπαλόνι.  Ο Σαββόπουλος, ο Τσιτσάνης, ο Ζορό, ο Σαρλό, ο Σεφέρης, ο Βέγγος και όλη η παρέα επιβιβάζονταν επάνω του. Όλος ο πεζοδρόμος γέμισε από χαρούμενους ανθρώπους που ζητούσαν μια θέση στο αερόστατο. Και τους χώρεσε όλους. Όλος ο δρόμος ένα πάρτι.

Ο Λουκιανός σφύριξε συνθηματικά και το αερόστατο απογειώθηκε ψηλά στον ουρανό. Η  φλόγα του φώτισε όλη τη γειτονιά και το δωμάτιο μου. Η παλάμη μου ξεκόλλησε από το στόμα μου και υψώθηκε στον ουρανό.  Το δεξί μου χέρι κουνιόταν ρυθμικά και τους χαιρετούσα όλους. Το ίδιο έκαναν και εκείνοι. Με υψωμένα και τα δύο χέρια με χαιρετούσαν όλοι τους. Η έκπληξη μου μεγάλη.

Φώναξα δυνατά για να με ακούσουν.

«Μη φεύγετε…Περιμένετε και εμένα…Θέλω να βγω από αυτό το βαθύ μπουντρούμι και να έρθω μαζί σας. Μη φεύγετε. Περιμένετε με!»

 

 

 

 

 

Δρόσος Μιχαλόπουλος
Υγ.Η φωτογραφία ανήκει στην Σοφία Καραγιαννοπούλου
 
 
Βιογραφικό
Ο Δρόσος Μιχαλόπουλος γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Από μικρός ασχολήθηκε με τη συγγραφή μικρών διηγημάτων.  Έχει εκδώσει το πρώτο του βιβλίο το 2025 «Τα τρία λεπτά» και σε λίγους μήνες  θα εκδοθεί και το δεύτερο με τίτλο «Το τελευταίο απόγευμα του Μαΐου».

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.