Υπάρχουν βιβλία που αφηγούνται μια ιστορία και βιβλία που, από την πρώτη κιόλας σελίδα, σε καλούν να κατοικήσεις μέσα τους. Να αφουγκραστείς τους ήχους τους, να παρατηρήσεις τις σκιές τους, να αισθανθείς τον παλμό ενός κόσμου που μοιάζει οικείος και ταυτόχρονα ανεξήγητα ανοίκειος. Το Κέικ της Ρέας Γαλανάκη ανήκει σε αυτή τη σπάνια κατηγορία βιβλίων. Είναι από εκείνα τα έργα που δεν αποκαλύπτονται αμέσως, αλλά ανοίγουν αργά, όπως μια πόρτα σε δωμάτιο όπου ο αέρας είναι φορτισμένος από μνήμη, σιωπή και προσμονή.
Το Κέικ δεν ολοκληρώνεται με την τελευταία τους σελίδα. Παραμένουν μέσα μας ως αίσθηση, ως ερώτημα, ως μια λεπτή αλλά επίμονη μετατόπιση στον τρόπο που βλέπουμε το οικείο και το αυτονόητο. Η επανέκδοσή του μάς δίνει την ευκαιρία όχι μόνο να επιστρέψουμε σε ένα πρώιμο αλλά καθοριστικό έργο της Ρέας Γαλανάκη, αλλά και να αναμετρηθούμε ξανά με ζητήματα που παραμένουν ανοιχτά. Όπως τη σχέση φροντίδας και εξουσίας, τη μνήμη που εγγράφεται στο σώμα, τη σιωπή που άλλοτε προστατεύει και άλλοτε εγκλωβίζει.
Το Κέικ δεν αφηγείται απλά μια ιστορία· διαμορφώνει έναν χώρο. Έναν χώρο κλειστό και οικείο, όπου η καθημερινότητα αποκτά βάρος, σχεδόν τελετουργικό χαρακτήρα, και όπου μια απλή πράξη, η παρασκευή ενός γλυκού, μετατρέπεται σε φορέα μνήμης, έντασης και υπόγειας σύγκρουσης. Τίποτα δεν φαίνεται να συμβαίνει με τον τρόπο που θα το περιμέναμε, κι όμως, κάτω από την επιφάνεια, όλα βρίσκονται σε διαρκή κίνηση.
Η νουβέλα ξεκινά με ένα προλογικό σημείωμα της συγγραφέως, όπου αναφέρει, μεταξύ άλλων: Γράφει μεταξύ άλλων: «Το Κέικ (1980) είναι το μόνο μου έργο που εστιάζεται αποκλειστικά σε μια προσωπική μου ιστορία και εξαντλείται σ’ αυτή, ενώ συνήθως ο «εαυτός» μου φιλτράρεται στα βιβλία μου μέσα από άλλα πρόσωπα, άλλους χρόνους και άλλες ιστορίες. Αποτελεί το πρώτο άνοιγμα της γραφής μου από τα μικρά επιγραμματικά ποιήματα στην αφηγηματική ποίηση, γραφή στην οποία γράφτηκε δυο χρόνια αργότερα και το “Πού ζει ο λύκος;”. Η επανέκδοση του Κέικ συμπίπτει με το κλείσιμο πενήντα (και ενός) χρόνων συνεχούς παρουσίας μου στα γράμματα, από την έκδοση της ποιητικής μου συλλογής «Πλην εύχαρις» το 1975».
Ενώ στο τέλος της, υπάρχουν άρθρα που γράφτηκαν για το “Κέικ”. Όπως, της Karen Van Dyck (καθηγήτριας Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Columbia), της Άντειας Φραντζή (καθηγήτριας Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο ΑΠΘ) και της Σοφίας Βούλγαρη (καθηγήτριας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Θράκης), για όσες και όσους θέλουν να λύσουν κάποια ερωτηματικά πριν προχωρήσουν στη δεύτερη ανάγνωση
Το “Κέικ” κουβαλά σιωπές, ρόλους, επιταγές, μια ολόκληρη παράδοση που εγγράφεται στο σώμα χωρίς να γίνεται λόγος. Γίνεται το πεδίο όπου η φροντίδα συναντά την υποχρέωση και όπου η προσφορά μπορεί, ανεπαίσθητα, να μεταστραφεί σε μορφή ελέγχου.
Η γυναίκα που κινείται μέσα στην υπόθεσή του δεν είναι απλά μια φιγούρα εγκλωβισμένη αλλά είναι εκείνη που κουβαλά ταυτόχρονα τη μνήμη, την πειθαρχία και την αντίσταση. Το σώμα της θυμάται πριν από τη γλώσσα. Μετρά, ανακατεύει, αγγίζει, περιμένει. Οι κινήσεις επαναλαμβάνονται, αποκτούν ρυθμό σχεδόν τελετουργικό, και μέσα από αυτή την επανάληψη εγγράφεται μια εμπειρία που δεν δηλώνεται, αλλά επιμένει. Η γραφή είναι λιτή, σχεδόν αυστηρή, και ακριβώς γι’ αυτό βαθιά υποβλητική. Δεν εξηγεί, δεν οδηγεί, δεν καθησυχάζει. Αντίθετα, αφήνει το νόημα να διαμορφωθεί μέσα από παύσεις, ασυνέχειες και μικρές μετατοπίσεις. Η ένταση δεν κορυφώνεται· διαχέεται. Βρίσκεται εκεί όπου μια κίνηση γίνεται λίγο πιο μηχανική απ’ όσο πρέπει, όπου μια παύση διαρκεί λίγο περισσότερο, όπου κάτι μοιάζει να έχει μετακινηθεί χωρίς να κατονομάζεται. Η διαδρομή αυτή μπορεί να διαβαστεί και ως μια πορεία του ίδιου του φωτός: από το φυσικό και ανεξέλεγκτο, στο τελετουργικό και εύθραυστο, έπειτα στο τεχνητό και ελεγχόμενο, και τελικά στην αποτυχία του. Το φως σβήνει και μαζί του σβήνει η ψευδαίσθηση ότι ο κόσμος μπορεί να οργανωθεί πλήρως, να ελεγχθεί, να σταθεροποιηθεί. Η συμβολική παρουσία μορφών όπως ο Γαλιλαίος λειτουργεί ως υπενθύμιση αυτής της ρήξης. Ο κόσμος παύει να γίνεται αντιληπτός άμεσα και αρχίζει να οργανώνεται μέσα από μηχανισμούς ελέγχου και ακρίβειας. Το ερώτημα που γεννιέται είναι βαθύ και ανήσυχο: πού τελειώνει η εμπειρία και πού αρχίζει η κατασκευή της; Και, ίσως ακόμη ουσιαστικότερα, τι απομένει όταν οι μηχανισμοί που οργανώνουν την καθημερινότητα παύουν να λειτουργούν; Το βιβλίο δεν προσφέρει απαντήσεις ούτε κατασκευάζει βεβαιότητες. Οι σχέσεις παραμένουν αμφίσημες, οι ρόλοι ασταθείς, η βία υπόγεια. Η φροντίδα μπορεί να είναι και επιβολή, η σιωπή μπορεί να προστατεύει αλλά και να καταπιέζει. Τίποτα δεν είναι απολύτως διακριτό. Και ίσως αυτή να είναι η πιο ουσιαστική δύναμη του βιβλίου: ότι δεν επιδιώκει να συγκινήσει, αλλά να μετακινήσει. Ο αναγνώστης δεν μένει με μια ολοκληρωμένη ιστορία, αλλά με μια αίσθηση. Με μια δυσφορία που δεν κλείνει. Με την ανάγκη να δει αλλιώς το οικείο, να αναγνωρίσει τη ρωγμή μέσα σε αυτό που φαινόταν αυτονόητο.
Το εξώφυλλο, ξυλογραφία του 2017 του Γιάννη Στεφανάκι με τίτλο «Αντίθετες κατευθύνσεις», συνομιλεί άμεσα με τη νουβέλα. Οι κλειστοί χώροι συμβολίζουν τον οικιακό εγκλεισμό της γυναίκας. Οι πόρτες χωρίς διέξοδο παραπέμπουν στις αδιέξοδες σχέσεις και στη σιωπή. Το πλέγμα υπαινίσσεται τους αόρατους κοινωνικούς περιορισμούς, ενώ ο πετεινός υποδηλώνει την πατριαρχική παρουσία, ακόμη κι όταν αυτή δεν εμφανίζεται άμεσα. Το κέικ, παρότι δεν εμφανίζεται, υπονοείται παντού. Σαν να προϊδεάζει τον αναγνώστη ότι στις 96 σελίδες του κάτι ετοιμάζεται και δεν είναι αυτό που αρχικά φαίνεται.
Το βιβλίο μας εκπαιδεύει να βλέπουμε αυτό που συνήθως περνά απαρατήρητο: τη βία που δεν φωνάζει, την ένταση που κρύβεται μέσα στις καθημερινές πράξεις. Το οικιακό, το «ταπεινό», αποκαλύπτεται ως χώρος σύγκρουσης. Δεν είναι μια νουβέλα που διαβάζεται μόνο μία φορά. Απαιτεί καθαρό βλέμμα, στοχασμό και διάθεση να αφεθεί κανείς στις υπόγειες διαδρομές της. Όπως από τον προηγούμενο αιώνα δεν διασώζονται οι βεβαιότητες, αλλά οι ρωγμές τους, έτσι κι εδώ μένει η ένταση χωρίς εκτόνωση, η επιθυμία χωρίς ολοκλήρωση, ένας φθαρμένος ρομαντισμός που δεν φωτίζει πια. Με αφορμή αυτή τη νέα έκδοση, συνομιλούμε με τη Ρέα Γαλανάκη για τη διαδρομή του έργου μέσα στον χρόνο, για τη σχέση ανάμεσα στο προσωπικό βίωμα και τη λογοτεχνική του μεταμόρφωση, για τη γυναικεία εμπειρία, τη μνήμη και τη σιωπή, αλλά και για εκείνες τις ρωγμές μέσα από τις οποίες η λογοτεχνία συνεχίζει να φωτίζει όσα συνήθως μένουν αθέατα.
-Το Κέικ επιστρέφει σήμερα στους αναγνώστες ως ένα από τα πρώτα σας έργα. Πώς συνομιλεί η σημερινή Ρέα Γαλανάκη με τη συγγραφέα που το έγραψε το 1980;
–Το Κέικ επιστρέφει…Είμαι η ίδια γυναίκα. Στη μια, τη μακρινή μεριά, το 1980, είμαι πολύ νέα, τραυματισμένη και ανασφαλής. Στην άλλη μεριά, στο σήμερα, έχω ήδη διανύσει μια μακρά πορεία που μου επιτρέπει την ωριμότητα και στη ζωή και στα γράμματα. Συνομιλώ λοιπόν με το Κέικ γιατί είμαι το ίδιο πρόσωπο, αν και ο τρόπος της γραφής μου εξελίχτηκε αργότερα διαφορετικά. Το Κέικ ήταν το πρώτο βήμα μου προς την παραπάνω κατεύθυνση, είναι σαν ένα είδος σήματος πορείας, αυτόνομο και μοναδικό.
-Σε ποιο σημείο το προσωπικό βίωμα παύει να είναι «βίωμα» και μεταμορφώνεται σε λογοτεχνική αφήγηση;
-Σε ποιο σημείο…Από τη στιγμή που το βίωμα λέγεται, και πολύ περισσότερο αν καταγράφεται, μπορεί να γίνει κοινό κτήμα έστω και μεταξύ πολύ λίγων ανθρώπων. Η λογοτεχνική του διαχείριση, ωστόσο, είναι σαν μια βεντάλια που μου επιτρέπει να την ανοίξω όσο θέλω κάθε συγγραφέας, και μάλιστα με τον τρόπο που θέλω. Για παράδειγμα, ποίημα ή πεζό; Μα προπαντός να πάρει μορφή λογοτεχνικού έργου ανάλογα με τον τρόπο που γράφω σε μια συγκεκριμένη εποχή της ζωής μου. Γιατί συνήθως ο τρόπος γραφής δεν είναι στάσιμος, μα εξελίσσεται κατά τη διάρκεια της ζωής, κι αυτό είναι συναρπαστικό νομίζω, επειδή σημαίνει πάρα πολλά.
-Το Κέικ ξεκινά από μια έντονα προσωπική αφετηρία. Τι χάνεται και τι κερδίζεται όταν το ιδιωτικό περνά στο πεδίο της γραφής;
–Το Κέικ ξεκινά…Στην περίπτωση του Κέικ θα έλεγα ότι χάθηκε, ή έστω οριοθετήθηκε, ο εφιάλτης μιας σχέσης. Κερδήθηκε, ίσως, η αυτοπεποίθηση μου ως μιας γυναίκας που ξεπέρασε τον εφιάλτη. Όχι απλά λέγοντάς τον, μα εμβαθύνοντας με πολλούς, συμβολικούς ή μη, τρόπους σ’ αυτό που θεώρησα κεντρικό πυρήνα του. Για να σπάσω αυτό τον πυρήνα και να ελευθερωθώ.
-Ποια είναι η σχέση μνήμης και γραφής στο έργο; Γράφεται για να διασωθεί η μνήμη ή για να μετασχηματιστεί;
–Ποια είναι η σχέση… Η λογοτεχνία που σέβεται τον εαυτό της «παίζει» ανά πάσα στιγμή με τη μνήμη. Εννοώ με αυτό τη μνήμη από την πιο άμεση, δηλ. την προσωπική οικογενειακή, για να προεκταθεί στην κοινωνική, ενώ σε εξαιρετικές περιπτώσεις ακόμη και στην ιστορική μνήμη. Αυτό που λέμε μνήμη εντάσσεται, κατά τη γνώμη μου, στο σταθερό παιχνίδι μου ως γυναίκας συγγραφέα με τον χρόνο και τον τόπο, και φυσικά με τις ιδέες της εποχής μου. Επομένως η μνήμη διασώζεται στη λογοτεχνία μέσω όλων αυτών των μετασχηματισμών της, διασώζεται ως έργο που η τέχνη του δίνει ζωή.
-Μιλάτε συχνά για «ρωγμές» μέσα στην αφήγηση. Τι είναι αυτό που κάνει μια ρωγμή γόνιμη λογοτεχνικά;
–Μιλάτε συχνά…Τι είναι ρωγμή; Το σκίσιμο μιας επιφανειακής εικόνας, ένα τραύμα στο (γυναικείο εδώ) σώμα, η ανατροπή ενός στερεότυπου, μια ξαφνική σκέψη που ανατρέπει τη γυναικεία καθημερινότητα. Αυτά, και άλλα ακόμη. Οι ρωγμές αυτές, σου επιτρέπουν να ρίξεις μια ματιά στο εσωτερικό μιας κατάστασης κρυφής, ανομολόγητης ή κλειστής μέχρι τη στιγμή εκείνη. Η ρωγμή είναι τραύμα ή φως, αναλόγως. Αλλά και η ίδια η λογοτεχνική γραφή ανοίγει συχνά τις δικές της ρωγμές στα λογοτεχνικά στερεότυπα και στις λογοτεχνικές συμβάσεις που ήδη υπάρχουν, με σκοπό να διερευνήσει/φωτίσει από καινούρια λογοτεχνική σκοπιά, με καινούριο λογοτεχνικό τρόπο το θέμα της. Η λογοτεχνία κρατά το δικό της νυστέρι, το δικό της φακό όταν θέλει να μιλήσει με πρωτοτυπία, με καινούρια πιο αποτελεσματική γλώσσα.
-Τελικά, το Κέικ γράφτηκε για να ειπωθεί μια προσωπική ιστορία ή για να αποκαλυφθεί ό,τι συνήθως μένει αόρατο μέσα στην καθημερινότητα — και τι από τα δύο θεωρείτε σήμερα πιο αναγκαίο;
–Τελικά το Κέικ…Γράφτηκε και για τα δυο μαζί. Συνδυάζοντάς τα.
-Γιατί θεωρείτε ότι το Κέικ εξακολουθεί να γεννά νέες αναγνώσεις και ερμηνείες;
-Μα τα λογοτεχνικά έργα πρέπει να γεννούν νέες αναγνώσεις και ερμηνείες. Αυτό ήδη συμβαίνει με το Κέικ. Μου στέλνουν μηνύματα άνθρωποι που δεν το είχαν διαβάσει παλιά, διάβασαν τώρα με την επανέκδοσή του, και αισθάνονται συγκλονισμένοι. Σε μια περίπτωση μάλιστα μου είπαν «σαν να βλέπω ταινία του Ταρκόφσκι». Το θεωρώ μεγάλο έπαινο αυτό, γιατί εκτιμώ πολύ τις ταινίες του, που δεν διαγράφονται από τη μνήμη μου, ούτε από την ιστορία του κινηματογράφου.
-Ποια ήταν η σημασία της αναφοράς στον Γαλιλαίο μέσα στο Κέικ; Λειτουργεί για εσάς ως σύμβολο της μετάβασης από έναν κόσμο βιωμένο άμεσα, αισθητηριακά και οργανικά, σε έναν κόσμο που οργανώνεται μέσα από τη μέτρηση, τον έλεγχο και την πειθαρχία; Και πώς αυτή η μετάβαση επηρεάζει τη γυναικεία εμπειρία και τον οικιακό χώρο που αποτελεί τον πυρήνα της νουβέλας;
-Γαλιλαίος….
-Αν το Κέικ γράφτηκε ως μια προσωπική ιστορία που, μέσα από τη λογοτεχνία, έγινε συλλογική εμπειρία, τι θα θέλατε να μείνει σήμερα στον αναγνώστη όταν κλείσει το βιβλίο; Μια ανάμνηση, μια αμφιβολία, μια ρωγμή ή ίσως η αίσθηση ότι ακόμη και μέσα στους πιο οικείους χώρους μπορεί να κρύβεται η αρχή μιας σιωπηλής, αλλά βαθιάς ανατροπής;
–Αν το Κέικ…Όλα αυτά, λίγο-πολύ όλα τους. Μα πιο πολύ αυτό το τελευταίο που, τόσο ωραία, λέτε: Ίσως η αίσθηση ότι ακόμη και μέσα στους πιο οικείους χώρους μπορεί να κρύβεται η αρχή μιας σιωπηλής, αλλά βαθιάς ανατροπής. Τι ωραία παρατήρηση!
Ευχαριστώ θερμά τη κυρία Ρέα Γαλανάκη για αυτή τη συνομιλία και για ένα έργο που, περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες μετά τη συγγραφή του, εξακολουθεί να μας καλεί να διαβάζουμε βαθύτερα, να βλέπουμε προσεκτικότερα και να αμφισβητούμε όσα θεωρούσαμε δεδομένα. Καλοτάξιδο να είναι!


