ΗΛΙΟΣ ΗΤΑΝ Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ
Ω! Εσύ, μικρό μου κορίτσι
Με τα λακκάκια στα μάγουλα
Και τα μακριά μαύρα μαλλιά…
***
Ήλιος ήταν η Μάνα μου…
Στην κορφή της ελιάς μάζευε τη ζωή
Πέρα δώθε σαν χρόνου εκκρεμές
«Κατέβα, ρε Μάνα, θα πέσεις»
Κι ο αγέρας ασθμαίνοντας σφύριζε
«Μα η Μάνα σου, είναι Ελιά!»
Στο περβόλι με το μαύρο μαντήλι
Με τη φύση μιλούσε κι εκείνη την άφηνε
Να σμιλεύει με σοφία τις φωνές των καρπών
Οι εικόνες μπροστά της παίρναν ουσία
Λαξεύονταν οι βράχοι και να οι αντάρτες
Να ο εγκέλαδος, να οι εξορίες
Κι εκείνος ο μεγάλος έρωτας
Στη σκιά των Καρυάτιδων
Και μετά στο βουνό που κυλούσε τα ξύλα
Στο κεφάλι δεμάτια με τα χέρια στη μέση
Ισορροπία ζωής στη γραμμή του φωτός
Ήλιος ήταν η μάνα μου…
Μια ζωή ιερουργούσε στον Ναό του Ανθρώπου
Σαν γελούσε μεγάλωνε η αυλή
Σαν θυμόταν υπήρχε ιστορία
Σαν μιλούσε τα φωνήεντα λάμπαν
Γεννιούνταν οι λέξεις με ρίζες βαθιές
Ήλιος ήταν η μάνα μου…
Ένας άγγελος που αρνιόταν κάθε φυγή
Που έμμενε πλησίστια γύρης
Είχε μέσα της τις ελιές, τα αμπέλια
Μια ρίγανη που σου σπάει τη μύτη
Τη μέντα, τον βασιλικό, τη βιγκόνια
Που δεν την άφηναν να φύγει
Ένας ήλιος ήταν η μάνα μου…
