You are currently viewing Παυλίνα Παμπούδη: Ο ΛΕΠΤΟΥΡΓΟΣ  Κέδρος (1995)

Παυλίνα Παμπούδη: Ο ΛΕΠΤΟΥΡΓΟΣ Κέδρος (1995)

Ο λεπτουργός

 

Ο λεπτουργός, εξόριστος στον αμμώδη χρόνο μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος, τυραννιέται απ’ την διπλή του φύση. Είναι ένα ον με τιμή ανθρώπου και χρέος θεού. Με πόθο σφαίρας και μνήμη θηράματος. Σε δρόμο αγγέλου και κατοικία αράχνης. Σε ενοχή βράχου και μετάνοια θάλασσας.

Για δόξα μονοκράτορα κι απολαβές σκουληκιού. Για ζωή άνεμο και θάνατο φωτιάς.

 

Ο λεπτουργός εκτίει την ζωή του. Έγκλειστος στο τρομώδες άσπρο εκτός φάσματος. Κυρίως τοίχοι γύρω. Υπερδιπλάσιοι απ’ τους ορίζοντες τον χώρο. Προβλέποντας άγνωστες διαστάσεις.

 

Μια προβολή τρέχει ταχύτατα στους τοίχους. Ακατανόητες εικόνες σ’ αδιάκοπη διαδοχή. Άπειρα γεγονότα και παραλλαγές, συμπαντικά κι ασήμαντα.

Συμβαίνοντας όλα ταυτόχρονα, σημαίνοντας όλα, συγκλίνοντας.

 

Αριστερά, ένα τραπέζι. Πάνω του, εύφορα χαρτιά, όπου το μηρυκαστικό του κάποτε, βόσκει ανύποπτο το τίποτα.

Κάτω απ’ το τραπέζι, άλλο φάντασμα. Ο σκύλος – φύλακας του τίποτα, γρυλίζει στο ποτέ.

Άγρυπνος, παρακολουθώντας με τα χίλια μάτια του των πεθαμένων.

 

Μπροστά, μια ξύλινη καρέκλα. Σαν πρόσθετο μέλος την φοράει ο λεπτουργός να στηριχτεί. Καθώς ο νους του με στροβίλους θείου, μίλια, άρρυθμα, διατρέχει την ιλιγγιώδη έρημο από σκόνη ανθρώπου.

 

Στα δεξιά, πυκνώνοντας το άδειο, θύελλα σε στάση. Αθέατη η τρίτη Μοίρα εργάζεται.

Το Έργο είναι ακόμα μονάχα στα σημεία στίξης ορατό. Κυρίως παύσεις και σκοτάδια. Τ’ αληθινό του μέγεθος, πέρα απ’ την ζωή αυτή.

Σε λίγο, θα δοθεί στον λεπτουργό.

 

Η έξοδος είναι στο βάθος. Ασταθής, με κλίση αφύσικη στον ουρανό. Όλο τριγμούς, ανάσες και στριγκλιές. Μες στους καπνούς. Σε λάθος σχήμα και δονούμενη. Διπλά και τριπλά κλειδωμένη με γρίφους παιδικούς. Ανοίγοντας μονάχα προς τα μέσα.

 

 

Ο λεπτουργός, νύχτα Σαββάτου κι αδρανεί μπροστά στην αναμμένη λάμπα. Στον φωτεινό της κύκλο θαυμάζει τα μη έργα του. Δημιουργήματα άψογης τέχνης, απειροελάχιστα, στίλβοντα, πάνοπλα, αθώα, πολυποίκιλτα, καιόμενα.

Σπείρα ατέρμονη ανεβοκατεβαίνοντας, χορεύοντας. Μια παντομίμα έμπυρων ψυχών. Υπαινιγμοί αιωνιότητας.

 

Ταυτίζεται ο λεπτουργός και πάλι διαφοροποιείται. Στα κενά, η σύγχυση θεού. Η προστατεύοντάς τον απ’ την γνώση. Επειδή στον κόσμο αυτό οφείλει να’ ναι αντίδικος. Να συμφιλιώνεται μονάχα αναγκασμένος, στην κοινή τύχη και στον ύπνο.

 

Άπορος στον κόσμο αυτό ο λεπτουργός. Όμως, το πνεύμα του, επιταγή. Εξαργυρώνεται, πληρώνει χρέη παλαιά.

Και αποκτά τα πράγματα.

 

Και τότε, ταπεινά την τέχνη του ασκεί: Με άκρα προσοχή, μέσα σε κάθε πράγμα εντοπίζει την αιτία του. Μετρά τις παρεκκλίσεις, διορθώνει, προσπαθεί. Τις σημασίες του όλες ξανά φορτίζει, το απροσδιόριστο εξισορροπώντας.

 

Συντονίζει και πάλι τον λεπτότατο μηχανισμό προς το Αναίτιο. Τον ενεργοποιεί. Προετοιμάζοντας με δέος των παροδικών μορφών κι ιδιοτήτων την απόδοση στο αρχικό τους υλικό. Με τον οριστικό του χρόνο, υπολογίζει τον αόριστο.

 

Ήρθε η ώρα. Όλα θα ξαναρχίσουν τώρα, κι ο λεπτουργός, σε βαθιά κι ευφρόσυνη αμφιβολία, θα συνεχίσει την κρυπτογράφηση των φαινομένων.

 

Φέρνει κοντά του τον μεγάλο κώδικα της προσευχής.

 

 

 

 

Το βιβλίο

 

(Ένα ρεύμα αέρα περνά ανεξήγητα. Ταράζει την ζωή την χάρτινη. Ο λεπτουργός ανατριχιάζει. Μια ψιλή – ψιλή σκόνη, ίσως γύρη, ίσως λύπη, από την σύνοψη των ημερών του ανεβαίνει. Θροΐζουνε τα φύλλα των εφημερίδων απαλά, παλίμψηστα μη γεγονότων. Σα ν’ ανασαίνουν τα χειρόγραφα. Μαύρο, πολύτιμο, με δέρμα ανθρώπινο δεμένο, ένα βιβλίο ανοίγει μόνο του και δίνεται.

Διαβάζει ο αέρας, ξεφυλλίζει. Γεμίζει το δωμάτιο φωνήεντα μιας άλλης πείρας.

Ανοίγει και ο λεπτουργός κι ενώνεται.)

 

 

Ο λεπτουργός απ’ την μεριά του βιβλίου

 

Ότι χίλια έτη εν οφθαλμοίς σου, Κύριε, ως η ημέρα η εχθές, ήτις διήλθε, και φυλακή εν νυκτί. Τα εξουδενώματα ημών έτη έσονται, το πρωί ωσεί χλόη παρέλθοι. Το πρωί ανθήσαι και παρέλθοι, το εσπέρας αποπέσοι, σκληρυνθείη και ξηρανθείη.

Τα έτη ημών ως αράχνη εμελέτων. Δόξα σοι, Κύριε. Γένοιτο, γένοιτο.

 

Κύριε. Που μοίρασες τις εκατό αισθήσεις, ζητώντας πίσω την εκατοστή. Που με χωρίζεις μια στιγμή απ’ την μοναδικότητά μου και υπάρχω. Από τ’ αμέτρητα ονόματά σου κι απ’ το απαγορευμένο, και σ’ επικαλούμαι.

Κοινωνώ την ποσότητά σου. Κατεργάζομαι, Κύριε, την ψυχή μου.

 

 

Η γάτα

 

(Στο σημείο αυτό, μια γάτα μαύρη κι άσπρη φαίνεται να ’ρχεται απ’ το μαύρο. Διασχίζει αφηρημένα, ήσυχα, τον παρελθόντα χώρο. Ο λεπτουργός την νιώθει και ταράζεται. Η γάτα νιαουρίζει. Άηχα. Κουλουριάζεται σ’ ένα σίγμα στοργής.)

 

 

Ο λεπτουργός απ’ την μεριά της χαμένης γάτας.

 

Δεν είμαι εγώ, ή το φεγγάρι, ούτε άλλο σαρκοφάγο που μαυλίζοντας, στον βάλτο σου, τα ζωντανά τα λόγια παρασέρνει.

Ο Λόγος μόνος του, παίζοντας, κατεβαίνει κι ανεβαίνει πάλι χώματα αρθρώνοντας, να ενωθεί με τα στοιχεία.

Εγώ είμαι αλλού. Στο πολλαπλό αλλού. Έχω ξεχάσει πια πως πέθανα ή πως έζησα.

Οι κινήσεις μου που αγαπούσες, τώρα χωρίς σώμα, στο θεμελιώδες χάος συνεχίζονται. Καινούργια θεωρήματα ιχνογραφώντας.

Το λευκό μου, στο λευκό ξανά μαθητεύει. Το μαύρο μου, ήδη σου αποδόθηκε.

Σε δίδαξα καλά. Αμύνεσαι ακόμα με τους τρόπους μου. Την στάση, την ισορροπία, την ηλεκτρική ράχη. Την ματιά με τα νύχια, την αφή.

Ασκείσαι ακόμα και για πάντα, στην αγωνία του κυνηγετικού και του κυνηγημένου. Στην κατάδυση σε πηχτό ύπνο και σε διάφανο. Στην αυτονόητη μοναξιά.

Χάθηκα κάπου, μεταφέροντάς σου ένα μήνυμα που δεν θυμάμαι.

 

Η μητέρα

 

(Σε λίγο, μια μητέρα μπαίνει από το χολ του μέσα χρόνου. Κάτι αφήνει, κάτι παίρνει. Ταχτοποιεί με σίγουρες μικρές κινήσεις στον αέρα τους μικρούς εκρηκτικούς μηχανισμούς. Ύστερα ξεσκονίζει. Σύννεφα λήθης ανεβαίνουν, μόρια από παλιές αποσυντεθειμένες φράσεις:

Μαρίνα… τριαντάφυλλο γλυκό… γιορτή… αρρώστησε… ασήμι…

Για μια στιγμή στο μπαλκονάκι, ανάμεσα στην αρμπαρόριζα και στο γαλάζιο. Χαιρετισμός στο άγνωστο.

Τινάζοντας, όλο τινάζοντας, χάνει την συνοχή της κι η μητέρα.)

 

 

Ο λεπτουργός απ’ την μεριά της μητέρας

 

Υπήρξα; Και με ποια μορφή; Σκορπίσαν τα χαρακτηριστικά μου στους καθρέφτες. Η έκτασή μου αδιάγνωστη και το βάθος ακόμα μεγαλώνει.

Υπήρξα; Σαν ενότητα; Μονάχα σαν φορέας; Μπορεί και να ’μουν από πάντα η σκέψη κάποιου, μισοτελειωμένη.

Η μοίρα μου άγραφη πάλι, με μόνο τα σημάδια των οδηγών αστερισμών.

Άσχετη τώρα, ξεχασμένη, όμως σε θυμάμαι. Γεννήθηκες μεσάνυχτα. Και άρχισες αμέσως να γερνάς.

Πέρασαν χρόνια καθώς μελετούσες μαύρα πράγματα σε μαύρο φως. Τα χάλασες τα μάτια σου, τα δάχτυλά σου.

Θυμάμαι ακόμα, έφευγες συχνά, δεν ξαναγύριζες ποτέ.

Ναι, δεν με κούρασες καθόλου σαν παιδί.

 

 

Ο πύργος

 

(Γίνεται ξαφνικά αντιληπτός, στην ύστατή του κίνηση, ένας πύργος. Καιρό ετοιμόρροπος στου τραπεζιού την άκρη, σαν σε οροπέδιο. Από παλιό, χαμένο παιχνίδι.

Βαμμένος σε χρώματα πολέμου.)

 

 

Ο λεπτουργός απ’ την μεριά του συντριμμένου πύργου

 

Οικοδομήθηκα σε σχέδια πολύπλοκα, παγίδας. Ποια ήταν η σφραγίδα που μ’ ασφάλισε; Ποιο το σημείο που θα μ’ ελευθέρωνε; Χρόνια και ψάχνεις τους συνδυασμούς. Πολύεδρη και η δική σου η πραγματικότητα. Ν’ αντανακλά επιθυμίες και σ’ αυτήν την πλευρά και στην αθέατη.

Υπήρξα σύμβολο για σένα που άλλα πολεμάς. Με έχασες. Δεν γνώριζες πως και τον Παίκτη και το Πιόνι τους μετρά η ίδια δύναμη. Αυτή που όλα τα εξισώνει και τα δέχεται και τα συνέχει.

Εσύ πιστεύεις πως το παιχνίδι συνεχίζεται. Όμως, κάθε μου κίνηση προχωρά μόνο τον χρόνο. Κι από κοντά, τον Κόκκινο Τρελό να απειλεί.

 

 

Η τροφή

 

(Τώρα, η ώρα της τροφής. Φέρνει τα τελετουργικά σκεύη ο λεπτουργός. Το λίγο απ’ το ζώο μιας θυσίας καθημερινής. Πλέοντας σε πηχτό χρώμα του αίματος. Με χορταράκια απ’ αυτά που γνώριζε, πλάι του σαν κτερίσματα. Στο πλήθος διαμοιρασμένα τα υπόλοιπα τα μέλη και τα σπλάχνα του. Άθικτη της ψυχής του η ακεραιότητα. Εισάγεται, πάλι, ολόσωμο, στην διαδικασία της αθανασίας των θνητών πραγμάτων.)

 

 

 

Ο λεπτουργός απ’ την μεριά της τροφής

 

Τώρα, για μια στιγμή, στον άσπρο τον αθώο κόσμο κείτομαι. Γι αυτό κι ανάμεσα σε κόσμους. Και ούτε τέλεια ζωντανό ή πεθαμένο.

Μέσα μου πνεύματα αχνίζουν, επινοώντας πνεύματα που δεν γνωρίζω. Πέρασα από φωτιά. Η φωνή, η σάρκα, τα όπλα μου.

Έτοιμο να σε συναντήσω, να σε σώσω. Μεταγγίζοντας τον φόβο και τα πολυακόρεστά μου στο αίμα σου.

 

 

 

Το παράθυρο

 

(Σε μια στιγμή, εμφανίζεται διαγώνια και τρέμοντας στα περιγράμματα, μαύρο, το αυριανό παράθυρο. Ίδιο, μα μετατοπισμένο. Σαν εικόνα φορητή. Κοιτάζει μέσα. Καπνός πολύς στον χώρο, συνωστισμός ψυχών. Αρχίζουν ήδη να πέφτουν οι σοβάδες. Τα τσόφλια του δωμάτιου τού χθεσινού.

Κοιτάζει του νου τα θνησιγενή να εκκολάπτονται.)

 

 

Ο λεπτουργός απ’ την μεριά του αυριανού παράθυρου

 

Σε περιέχω, μ’ όλες τις χάρτινες αποσκευές σου. Σε θέα κινητή, ταξιδεύεις ακίνητος. Μας διασχίζουν τα προσωρινά τοπία, άλλες, των άλλων ιστορίες.

Οι αποστάσεις δεν υπάρχουν. Τεχνητές. Μα ολοένα και σε μεγαλύτερη επιτάχυνση ο κόσμος. Μέχρι να κοπεί το νήμα, να νικήσεις. Να κερδίσεις πάλι, την πρώτη σου θέση στο χάος.

 

 

Ο έρωτας

 

(Τότε, στην σκέψη του χάους η λέξη «Έρωτας», αίφνης, πυκνώνει.

Και μια ομίχλη, βαριά από φτεροκοπήματα και στεναγμούς, φέρνει την πολυπρόσωπη θεότητα. Παμφάγος, παντοκράτωρ, πάνδημη και παντέρημη ανασαίνει. Με το ρίγος και τους υγρούς της καθρέφτες που διαθλούν και πολλαπλασιάζουν μέλη και κινήσεις.

Ανώνυμη, φέροντας όλα τα ονόματα, αρσενικά και θηλυκά κι όλα τα επίθετα.

Γυμνή, φορώντας όλα τα μάτια λαμπερά και θολωμένα, κι όλα τα δάχτυλα.)

 

 

Ο λεπτουργός απ’ την μεριά του έρωτα

 

Άγουρο σ’ έκοψα, με δυνατή την μυρωδιά του θειαφιού στο φύλο σου, κι αποτυπώματα ακόμα των αγγέλων. Σε πήρα στα σκοτάδια τα πιο εύφλεκτα, αθώος άναβες. Στα σώματα τα πιο απελπισμένα, ξένος, κι αμέσως κατοικούσες. Σε σπάταλες καταστροφές, κι άπληστος, πλούτιζες. Σε δάση άπατα, κι ανύποπτος, σκότωνες την τροφή μου.

Στην πιο βαθιά ερήμωση σε άφησα, κι ακέραιο, σε βρίσκω ακόμα ν’ ανεβαίνεις.)

 

 

Ο εχθρός

 

(Για μια στιγμή ο λεπτουργός ξεχνιέται και τον κυριεύει ο εχθρός. Ισόβιος, πανταχού παρών, ακαριαία πάλι τον χτυπά και κρύβεται. Πάλι, και μέσα στο κρανίο του βαθαίνει.

Του υπενθυμίζει την αρχή του και το τέλος του. Τον κοροϊδεύει, τον εξευτελίζει. Μνημονεύει τους πεθαμένους όλους, ανώνυμους, φυγόδικους, καταδομένους. Του μετρά την αντοχή.)

 

 

 

Ο λεπτουργός απ’ την μεριά του εχθρού

 

Νήπιο με πολέμησες, τον δίδυμό σου. Μ’ έριξες στον Καιάδα.

Χρόνια πολλά κι ακόμα μέσα σου φυλακισμένος. Ως τον θάνατο. Διχάζοντας το σώμα σου και την ψυχή σου. Τρώγοντας με την γλώσσα μου την γλώσσα σου. Φαρμακώνοντας με την αναπνοή μου την αναπνοή σου.

Όμως, μου αντιστέκεσαι: Όσο απαντάς σε ερωτήσεις που δεν έγιναν, μ’ αφήνεις πάντα μια μέρα πίσω, να μ’ εμποδίζεις να γυρίσω.

Κρυφοκοιτάζω απ’ το νεκρό σου μέρος. Βλέπω την μέρα που δεν θα ’ρθει και αγάλλομαι.

 

 

Η αρρώστια

 

(Και τότε ξαφνικά, σε βάθη σκοτεινά ένας μικρός πόνος ανάβει σημαίνοντας. Πολύεδρος, όλο σκληρές γωνίες κι αναπτύσσεται στις πέντε διαστάσεις. Σε μαλακά σπλάχνα ανιχνεύει αστραπιαία, εντοπίζει και εξαφανίζεται.)

 

 

Ο λεπτουργός απ’ την μεριά της αρρώστιας

 

Άηχο πανδαιμόνιο στις αρτηρίες, ταραχή. Ούτε μπορείς ν’ αφουγκραστείς, ούτε να δεις. Άφωτες νόβες. Στον μικρό σου χώρο εξαπλώνεται το άλλο σύμπαν, το αχαρτογράφητο. Ερήμην.

Άφωνη ανάμεσα σε δυο φωνήεντα η ζωή. Χθες μακριά, αύριο μακριά, χιλιάδες χρόνια και συμβαίνει ακόμα.

Ξάπλωσε, θα σε βοηθήσω. Δύσκολη σκέψη, δύσκολη στάση. Όμως, έτσι μονάχα βλέπεις από μέσα. Κοίλο κρανίο, κυρτό σώμα, άσκηση στο μηδέν: Μετράς, προσθέτεις, αφαιρείσαι.

 

 

Ο ύπνος

 

(Σε λίγο, συντελείται ο ύπνος. Μίμηση πράξης σπουδαίας και τελείας. Ο λεπτουργός αποσυνδέεται. Μηχανικά.

Πρώτα απ’ την όραση και τις εικόνες. Μετά, από την ακοή κι όλες τις επικλήσεις για βοήθεια. Τέλος, από την όσφρηση, την γεύση, την αφή και την αμφιβολία.

Κλείνεται έξω από τα συνδικάτα των ανθρώπων. Στην μνήμη του σβήνονται οι κώδικες των αισθημάτων. Εκπίπτει από όλα τ’ αξιώματα και απεκδύεται την εξουσία των μελών του. Ασώματος, στα τέσσερα στοιχεία να αποδοθεί.)

 

 

Ο λεπτουργός απ’ την μεριά του ύπνου

 

Φίδι και πελαργός. Στ’ αρχαίο κηροπήγιο. Φωτίζοντας τον χρόνο τον ερμητικό. Τα εφτά κεριά αναμμένα· από το νόημα της ζωής τους ή το νήμα το εξέχον.

Κάποιος με ονειρεύεται. Είναι δέντρο. Δέντρο – σηματοδότης. Ορφανό και διψασμένο. Λέει: «Όλα είναι νερό. Κύκλοι του νου κάτω απ’ τον κύκλο του ναού. Ο νους πληρώνει, χύνεται και χάνεται. Φεύγει η ζωή μου εξαιτίας της κατεύθυνσης που δείχνει το κλαδί μου. Κι εγώ ασάλευτο. Ορίζοντας ένα σημείο. Ένα σημείο.

Ημέρωσέ με, των ανόργανων γαλήνη.»

Φίδι και πελαργός. Σε εναγώνιο σύμπλεγμα, πνεύμα του ορείχαλκου και πνεύμα της φωτιάς. (Το κακό σαν τροφή.) Ίσως οικόσημο. (Κανένας οίκος δεν υπάρχει πια.)

Κάποιος με ονειρεύεται. Είναι εγώ. Ασώματο και πεινασμένο. Λέει: «Όλα είναι τροφή. Πηχτό σκοτάδι, γλυκό φως, γάλα της μνήμης. Αέρας αλμυρός, κρέας απ’ το δικό σου ζώο.

Αν δεν προσευχηθείς, τίποτα δεν υπάρχει. Κι αν δεν μιλήσεις, όλα μένουν συμπαγή.»

 

 

Ο Λόγος

 

(Και τότε, ο λεπτουργός ξυπνά. Μέσα στο σκοτάδι, αόρατος, τυφλός. Και τότε, τρεχούμενο φως αστράφτει, χνάρι θεού. Στο κενό γράφει, του δωρίζεται.

Η στιγμή αυτή, η άνω στιγμή· πριν απ’ της τελειωμένης μέρας την ανάμνηση· πριν απ’ την τελειωμένη νύχτα που γυρνά τα μέσα έξω. Τώρα. Το εκκρεμές διάστημα πάνω απ’ τον πλανήτη. Τώρα.

Ο λεπτουργός κλείνει τον χρόνο και ανοίγεται.

Και να το τσίου πάλι και το φρρρτ και ο σφυγμός μιας δύναμης κρυφής που μεγαλώνει.

Και ξαφνικά, έκθαμβος άνθρωπος κι αρτεσιανό Λόγου.)

 

Η Αρχή

 

Όλα θα ξαναρχίσουν τώρα, κι ο λεπτουργός, σε βαθιά κι ευφρόσυνη αμφιβολία, θα συνεχίσει την κρυπτογράφηση των φαινομένων.

Γράφει και συμπληρώνει τον μεγάλο κώδικα της προσευχής.

 

Παυλίνα Παμπούδη

Η Παυλίνα Παμπούδη σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου (Ιστορία – Αρχαιολογία) και παρακολούθησε μαθήματα Μαθηματικών στη Φυσικομαθηματική Σχολή και ζωγραφικής στην Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα και στο κολέγιο Byahm Show School of Arts του Λονδίνου. Έχει εκδώσει μέχρι στιγμής 15 ποιητικές συλλογές, 3 βιβλία πεζογραφίας, περισσότερα από 40 βιβλία δήθεν για παιδιά και 31 μεταφράσεις λογοτεχνικών έργων. Επίσης, έχει κάνει 3 ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής, και έχει γράψει σενάρια για το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, καθώς και πολλά τραγούδια.

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.