Ο λυρισμός της ελπίδας
Στη νέα του συλλογή διηγημάτων με τίτλο Φτερουγίσματα Ονείρων (εκδ. Η. Επιφανίου, 2025), ο Ελευθέριος Πλουτάρχου φιλοτεχνεί ένα ψηφιδωτό ανθρωπισμού πάνω στον τραχύ καμβά της σύγχρονης πραγματικότητας. Όπως προοικονομείται ήδη από το εισαγωγικό σημείωμα, το κεντρικό νήμα που διατρέχει το έργο είναι η απόλυτα γήινη δύναμη των ονείρων – εκείνων που «φτερουγίζουν» επίμονα πάνω από τις γκρίζες χαράδρες της καθημερινότητας. Τα όνειρα εδώ δεν είναι φυγή, αλλά κινητήρια δύναμη που εξοπλίζει τους ήρωες με το σθένος να υπερβαίνουν το δυσμενές παρόν και να βαδίζουν προς το αύριο με αισιοδοξία.
Στα δώδεκα διηγήματά του ο συγγραφέας τολμά να αγγίξει τις πιο ανοιχτές πληγές της εποχής μας. Από τη μάχη με την ανίατη ασθένεια (όπως στο συγκλονιστικό «Με λένε Ελπίδα») μέχρι τον όλεθρο του πολέμου στην Ουκρανία και τη Γάζα, η θεματολογία του είναι βαθιά κοινωνική και επίκαιρη. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο παιδικό βλέμμα: το παιδί που ανασύρεται από τα χαλάσματα του σεισμού στην Τουρκία ή τα παιδιά που «ζωγραφίζουν όνειρα σε κάθε θλιμμένη γωνιά του πλανήτη» γίνονται οι φορείς μιας οικουμενικής αλήθειας. Η προσφυγιά, η απώλεια, αλλά και η νοσταλγία για τις ρίζες και το χωριό, συνθέτουν μια αφήγηση που αρνείται να κλείσει τα μάτια στον πόνο, επιλέγοντας να εστιάσει στη δύναμη της πίστης.
Στο διήγημα, για παράδειγμα, με τίτλο «Τον λένε Αμπντούλ», ο Πλουτάρχου συμπυκνώνει με δραματικό τρόπο το παγκόσμιο ζήτημα της προσφυγιάς, του ρατσισμού και της αναζήτησης μιας καλύτερης τύχης. Μέσα από την ιστορία του μικρού Αμπντούλ, ο συγγραφέας καταγράφει ένα οδοιπορικό επιβίωσης και καταθέτει μια βαθιά ανθρωπιστική κραυγή.Ο ήρωάς του εκπροσωπεί όλους εκείνους τους πρόσφυγες ή μετανάστες που για μας είναι «αόρατοι». Τους βλέπουμε στους δρόμους, τους συναντούμε στην αγορά αλλά δεν γνωρίζουμε την περιπέτεια που υπέστησαν για να φτάσουν σε ασφαλή ύδατα, εκτός όταν οι βάρκες τους βουλιάζουν σε βαθιά νερά…
Πάντως, το όνομά του και η καταγωγή του τοποθετούν τον Αμπντούλ στο επίκεντρο των σύγχρονων συγκρούσεων, αλλά και της εκμετάλλευσης στην ξένη πατρίδα.Το όνειρο είναι η μόνη αποσκευή που του έχει απομείνει, καθώς έχει χάσει τα πάντα (πατρίδα, ασφάλεια, οικογενειακή εστία). Αντί για μια ανοιχτή αγκαλιά, έρχεται αντιμέτωπος με την καχυποψία και την απόρριψη.Υπάρχουν όμως και όσοι αντιστέκονται στον ρατσισμό και δείχνουν πραγματική συμπόνια και φιλία, όπως ο αφηγητής και ο πατέρας του. Έτσι, το διήγημα λειτουργεί ως μάθημα ενσυναίσθησης, προβάλλοντας την αξία της αλληλεγγύης ως τη μόνη λύση απέναντι στο σκοτάδι των προκαταλήψεων.
Γενικότερα, οι χαρακτήρες του Πλουτάρχου τοποθετούνται σε ρεαλιστική βάση, καθιστώντας τα διηγήματα καθρέφτη της σύγχρονης κοινωνίας, τόσο σε τοπικό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο. Η μυθοπλασία λειτουργεί κυρίως ως μέσο ανάδειξης ανθρώπινων θεμάτων, αλλά και των «ανοιχτών πληγών» της Κύπρου μετά το 1974 — με εμβληματικό το δράμα των αγνοουμένων—, όπως διαφαίνεται στο διήγημα «Η γιαγιά Γιώτα», το οποίο συνομιλεί διακειμενικά με το ποίημα του Κυριάκου Χαραλαμπίδη «Στα στέφανα της κόρης του».
Η ευαισθησία των διηγημάτων ερμηνεύεται σε μεγάλο βαθμό από την πολυδιάστατη πνευματική διαδρομή του δημιουργού. Ο Ελευθέριος Πλουτάρχου, καταγόμενος από τον Καλοπαναγιώτη, υπηρετεί την εκπαίδευση ως μάχιμος εκπαιδευτικός, ενώ παράλληλα, ως Πρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου, διαθέτει σφαιρική εποπτεία των πολιτιστικών δρωμένων. Η πλούσια εργογραφία του —από την ποίηση και τα βιβλία γνώσεων έως τη μελοποιημένη δημιουργία— αναδεικνύει έναν ανήσυχο στοχαστή, του οποίου η γραφή παραμένει σταθερά ανθρωποκεντρική και αγωνιστική, έχοντας αποσπάσει πολυάριθμες διακρίσεις.
Το έργο του, πάντως, δεν αποκόπτεται από την κοινωνική του δράση· αντίθετα, η σχολική αίθουσα λειτουργεί ως ζωντανή δεξαμενή έμπνευσης. Όπως ο ίδιος επισημαίνει, πολλά από τα διηγήματά του γεννήθηκαν από την ανάγκη μετάδοσης αξιών και στάσεων ζωής στους μαθητές του, μεταπλάθοντας τα καθημερινά ερεθίσματα σε λογοτεχνία ουσίας με έντονη παιδαγωγική και ενσυναισθητική χροιά. Στόχος του δεν είναι η απλή τέρψη, αλλά η ενεργοποίηση του αναγνώστη, η πρόσκληση να επαναξιολογήσει τις προτεραιότητές του. Μέσα από σύντομες και πυκνές ιστορίες, ο Πλουτάρχου καλλιεργεί μια νέα αναγνωστική κουλτούρα, όπου το βιβλίο μετατρέπεται σε βιωματικό εργαλείο για τη συγκρότηση ενός δικαιότερου κόσμου.
Το ύφος της γραφής του χαρακτηρίζεται από εγγενή λυρισμό και αφοπλιστική αμεσότητα. Η γλώσσα του, ρέουσα και στρωτή, αποφεύγει τους περιττούς εντυπωσιασμούς, επενδύοντας στην εικονοπλαστική δύναμη των λέξεων. Οι περιγραφές του είναι διάχυτες από φως, ακόμη και όταν το σκοτάδι των γεγονότων πυκνώνει. Μέσα από ζωντανούς διαλόγους και εύστοχες μεταφορές —όπως η ζωή ως δύσβατο μονοπάτι ή η τυχαιότητα ως αχαρτογράφητο πεδίο — ο συγγραφέας μεταπλάθει το ατομικό βίωμα σε συλλογική εμπειρία. Το συναισθηματικό κλίμα είναι έντονο, χωρίς να διολισθαίνει σε μελοδραματισμό, καθώς διατηρεί αγωνιστική αισιοδοξία.
Πέρα από τη λογοτεχνική τους αξία, τα «Φτερουγίσματα Ονείρων» συνιστούν έναν ύμνο στον άνθρωπο. Στον πυρήνα τους αναδεικνύονται η αλληλεγγύη, η ανιδιοτελής προσφορά και ο σεβασμός προς τον «άλλο» —τον πρόσφυγα, τον ασθενή, τον ξένο. Η αγάπη και η οικογενειακή θαλπωρή προβάλλουν ως τα τελευταία οχυρά απέναντι στην αποξένωση.Με τα «Φτερουγίσματα Ονείρων», ο Ελευθέριος Πλουτάρχου υπενθυμίζει ότι, όσο δύσκολος κι αν είναι ο δρόμος της ζωής, η ικανότητα του ανθρώπου να ονειρεύεται παραμένει η κατεξοχήν πράξη ελευθερίας. Πρόκειται για ένα έργο που απευθύνεται άμεσα στην καρδιά, προσφέροντας παρηγοριά και ελπίδα, και προτρέποντας τον αναγνώστη να μην πάψει να «φτερουγίζει» προς το φως.

Πολύ ενδιαφέροντα διηγήματα, επικαιρα, τα οσποία η Αγάθη Γεωργιάδου παρουσιάζει εξαιρετικά με ευσύνοπτο τρόπο. Στη γραφή της απικονίζεται ή αντανακλάται το εξαιρετικό περιεχόμενο των διηγημάτων του συγγραφέα Ελευθερίου Πλουράρχου. Μπράβο Αγάθη η πένα σου μιλάει όμορφα, όπως πάντα.
Πολύ ενδιαφέροντα διηγήματα, επίκαιρα, τα οποία η Αγάθη Γεωργιάδου παρουσιάζει εξαιρετικά με ευσύνοπτο τρόπο. Στη γραφή της απεικονίζεται ή αντανακλάται το εξαιρετικό περιεχόμενο των διηγημάτων του συγγραφέα Ελευθερίου Πλουράρχου. Μπράβο Αγάθη η πένα σου μιλάει όμορφα, όπως πάντα.