Ο Κυριάκος Ιωάννου, διακεκριμένος νεοελληνιστής και διδάκτωρ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με βαθιά γνώση της κυπριακής και ελλαδικής γραμματείας, προσθέτει ένα ακόμη πολύτιμο λιθαράκι στη σεφερική έρευνα, εμπλουτίζοντας τη σχετική βιβλιογραφία.
Το βιβλίο του, Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ φωτογραφία του Σεφέρη και της Άλωνας, που εκδόθηκε από το Κοινοτικό Συμβούλιο Άλωνας (2026), αποτελεί μια διεισδυτική «ανασκαφή» της ιστορίας γύρω από το εμβληματικότερο ίσως φωτογραφικό τεκμήριο της σχέσης του Γιώργου Σεφέρη με την Κύπρο: τη λήψη με τα δύο συνθήματα —«Την Ελλάδα θέλομεν κι ας τρώγωμεν πέτρες» και «Τίνος είναι το μωρό;»— στον τοίχο ενός καφενείου στην Άλωνα της Πιτσιλιάς. Τα συνθήματα αυτά, τα οποία πλαισιώνουν τρία παιδιά, προσδίδουν στη φωτογραφία μια μοναδική ανθρωποκεντρική και εθνική διάσταση.
Η μελέτη του Κυριάκου Ιωάννου διακρίνεται για την υποδειγματική μεθοδολογία της. Εκκινώντας από το γενικό πλαίσιο της σχέσης του Σεφέρη με τη φωτογραφική τέχνη, ο Ιωάννου εστιάζει στις «κυπρόθεμες» λήψεις του ποιητή, αξιοποιώντας μαρτυρίες του Ευάγγελου Λουίζου, της Μαρώς Σεφέρη και του Αδαμάντιου Διαμαντή. Αφού εξετάσει τις φωτογραφίες παιδιών που θησαυρίζονται στο Αρχείο Σεφέρη, ο μελετητής επικεντρώνεται στη συγκεκριμένη λήψη του 1954, η οποία αναδείχθηκε σε διαχρονικό σύμβολο του Απελευθερωτικού Αγώνα 1955–1959.
Η ουσιαστική συμβολή του βιβλίου έγκειται στην αποκατάσταση παρανοήσεων και στην επίπονη «αρχαιολογία» της τεκμηρίωσης. Με συστηματική και κριτική διερεύνηση, ο συγγραφέας αναμετράται με το ημερολογιακό κενό του ποιητή και, μέσω εξονυχιστικής διασταύρωσης πηγών, επιστολών και τοπογραφικών δεδομένων, αποκαθιστά την ιστορική ακρίβεια, τεκμηριώνοντας ότι η επίσκεψη στην Άλωνα πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 3 Οκτωβρίου 1954.
Ωστόσο, το πόνημα του Ιωάννου υπερβαίνει την απλή χρονολόγηση, εισχωρώντας βαθιά στην «ανθρώπινη γεωγραφία» της λήψης. Ο μελετητής δίνει πρόσωπο και όνομα στα παιδιά που απεικονίζονται, ενώ παράλληλα ταυτοποιεί τους δημιουργούς των ενωτικών συνθημάτων —μεταξύ των οποίων τον Κωνσταντίνο Δαμιανό και τον Σάββα Αχιλλέως. Σύμφωνα με τα τεκμήρια, τα συνθήματα είχαν γραφεί μόλις λίγες ημέρες πριν από την επίσκεψη του ποιητή από νεαρούς χωριανούς, μέλη της Ε.Ο.Κ.Α. της περιοχής. Η λεπτομέρεια αυτή ενισχύει την καταστατική θέση του Ιωάννου: η φωτογραφία δεν αποτυπώνει απλώς μια λαϊκή ρήση («Την Ελλάδα θέλομεν κι ας τρώγωμεν πέτρες»), αλλά ένα ζωντανό πολιτικό γεγονός εν εξελίξει.
Παράλληλα, η μελέτη φωτίζει και το δεύτερο, λιγότερο γνωστό σύνθημα («Τίνος είναι <το> μωρό <;>»), αναδεικνύοντας αθέατες όψεις της καθημερινότητας. Παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η συγκριτική ανάλυση των κοριτσιών της φωτογραφίας με άλλες φωτογραφίες της ίδιας περιόδου, η οποία αποσαφηνίζει τους συγγενικούς τους δεσμούς, καθώς και τη σχέση τους με το αγοράκι που κρατά στην αγκαλιά της η μεγαλύτερη. Μία οξυδερκής παρατήρηση του συγγραφέα αφορά την περιποιημένη εμφάνιση των παιδιών, την οποία εξηγεί από το γεγονός ότι η φωτογράφιση έλαβε χώρα αμέσως μετά την κυριακάτικη λειτουργία.
Επιπλέον, ο μελετητής επεξηγεί τη χρήση της ξύλινης κατασκευής (το γνωστό «αμαξούδιν») στο κάτω μέρος της φωτογραφίας και —το κυριότερο— εμβαθύνει στα κίνητρα πίσω από τη γραφή των συνθημάτων. Μέσα από το κοινωνικό πλαίσιο της εποχής, ο Ιωάννου δεν αναλύει απλώς, αλλά ανασυνθέτει ολιστικά την ιστορική στιγμή.
Ιδιαίτερη βαρύτητα προσδίδει στη μελέτη του Ιωάννου η αξιοποίηση του πρωτογενούς αρχειακού υλικού του ίδιου του Σεφέρη. Στα τετράδιά του, ο ποιητής σημειώνει χαρακτηριστικά: «Τον έχω αγαπήσει αυτόν τον τόπο. Ίσως γιατί βρίσκω εκεί πράγματα παλιά που ζουν ακόμη, ενώ έχουν χαθεί στην άλλη Ελλάδα […]. Είναι αφάνταστο πόσο πιστοί στον εαυτό τους έμειναν και πόσο ασήμαντα ξέβαψαν οι διάφοροι αφεντάδες πάνω τους. Και τώρα γράφουν στους τοίχους των χωριών τους: “θέλομεν την Ελλάδα μας και ας τρώγωμεν πέτρες”». Αυτή ακριβώς η παραδοχή φωτίζει την πολιτική στάση του Σεφέρη υποκαθιστώντας τον λόγο.
Εξαιρετικά καίρια είναι η διάκριση που εισηγείται ο συγγραφέας ανάμεσα στον «ποιητικό» και τον «φωτογραφικό» Σεφέρη. Ενώ στα ποιήματά του ο νομπελίστας παραμένει συχνά συγκρατημένος ή υπαινικτικός ως προς το ενωτικό ζήτημα, ο φακός του στην Άλωνα αποκαλύπτει έναν δημιουργό σαφώς πιο «διαχυτικό» και πιο «ιδιωματικό». Μέσα από αυτή τη λήψη, ο Σεφέρης «καταφέρνει να εισχωρήσει στα μύχια του κυπριακού αλυτρωτισμού», μετουσιώνοντας μια τυχαία στιγμή σε συλλογική κραυγή. Η φωτογραφία λειτουργεί, εν τέλει, ως το μέσο πιο άμεσης και αδιαμεσολάβητης ταύτισής του με τον πόθο των Κυπρίων για Ένωση.
Πέρα από την ιστορική αποκατάσταση, ο Ιωάννου ανατέμνει με κριτική οξυδέρκεια τη «μεταζωή» της εικόνας. Καταγράφει πώς η φωτογραφία μεταστοιχειώθηκε σε ένα πολυδιάστατο κοινωνικό σύμβολο, το οποίο συνεχίζει να αναπαράγεται με εντυπωσιακή δυναμική στον ψηφιακό και έντυπο δημόσιο λόγο. Τη νοηματοδοτεί ως ένα «οπτικό αλλόμορφο» του σεφερικού λόγου, όπου το λιτό λαϊκό σύνθημα συνομιλεί ισότιμα με την αρχαιοελληνική παράδοση και την κυπριακή ιστορία.
Τέλος, το βιβλίο αναδεικνύει ένα εντυπωσιακό διακειμενικό φάσμα. Το σύνθημα «Την Ελλάδα θέλομεν κι ας τρώγωμεν πέτρες» δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως πολιτική διακήρυξη, αλλά ως ένα ζωντανό «πολιτισμικό κείμενο». Ο Ιωάννου ιχνηλατεί τις ρίζες του από το δημοτικό τραγούδι έως τη σύγχρονη ποίηση, εξηγώντας έτσι την οργανική του ενσωμάτωση στη συλλογική συνείδηση. Η μελέτη αυτή, εν κατακλείδι, δεν αφορά μόνο μια φωτογραφία, αλλά τον τρόπο με τον οποίο η ιστορία μεταβολίζεται σε μνήμη και η μνήμη σε τέχνη.
Το έργο ολοκληρώνεται γόνιμα με ένα παράρτημα αδημοσίευτων ποιημάτων και ένα επίγραμμα του Κυριάκου Χαραλαμπίδη. Τα κείμενα αυτά λειτουργούν ως μια σύγχρονη λογοτεχνική «απόκριση» στον φακό του Σεφέρη, επισφραγίζοντας με τον πιο υποβλητικό τρόπο τη διαλεκτική σχέση της ποίησης με την εντόπια ιστορία.
Συμπερασματικά, το πόνημα του Κυριάκου Ιωάννου υπερβαίνει τη στεγνή περιγραφή ενός αρχειακού τεκμηρίου· είναι ένα έργο που αποπνέει βαθύ σεβασμό προς την ιστορική αλήθεια, τον λαϊκό πολιτισμό και τη συλλογική μνήμη. Κατορθώνει να μετατρέψει μία στατική εικόνα σε δυναμική αφήγηση, προσφέροντας στη σεφερική βιβλιογραφία μια αναγκαία ψηφίδα και στον αναγνώστη μια ουσιαστική μύηση: το πώς η τέχνη μπορεί να συλλάβει την «ψυχή» ενός τόπου και να την κρατήσει αλώβητη από τον χρόνο.
Αγάθη Γεωργιάδου
