Ο Αθανάσιος Δαββέτας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1957. Φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και έγινε πτυχιούχος το 1980. Μετά τη θητεία του στο στρατό (1980-1981), διορίσθηκε δικηγόρος (1982). Αργότερα πέρασε με επιτυχία στις εξετάσεις υποψηφίων δικαστικών λειτουργών και διορίσθηκε δικαστής των ποινικών και πολιτικών δικαστηρίων (1984). Σταδιοδρόμησε κυρίως στην Αθήνα και εξελίχθηκε μέχρι τον βαθμό του Προέδρου Εφετών. Έλαβε μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών από βρετανικό πανεπιστήμιο στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο (LLM) το 2002. Για αρκετά χρόνια συμμετείχε σε αποστολές του Υπουργείου Δικαιοσύνης στην έδρα της Ε.Ε. στις Βρυξέλλες, όπου εργάσθηκε σε επιτροπές για την εκπόνηση Κοινοτικών Οδηγιών σε θέματα αστικού δικαίου. Μιλάει άνετα αγγλικά και μέσου επιπέδου ισπανικά. Αναδείχθηκε αναπληρωτής προϊστάμενος του Εφετείου Αθηνών το 2022 και είναι συνταξιούχος από τον Ιούλιο του 2024. Γράφει ιδιωτικά, από το 1982, ποιήματα και διηγήματα. Δραστηριοποιήθηκε από το 2017 στο πλαίσιο του συλλόγου «Κύκλος Ελλήνων Λογοτεχνών Δικαστών» – (ΚΕΛΔ), για την καλλιέργεια της λογοτεχνίας στον χώρο των δικαστικών λειτουργών. Διετέλεσε κατ’ αρχάς κοσμήτορας και ακολούθως πρόεδρος του Δ.Σ. του συλλόγου. Κατέστησε δημόσια γνωστά τα λογοτεχνικά του πονήματα με συμμετοχές του, αφενός, σε εκδηλώσεις του ΚΕΛΔ και, αφετέρου, σε δύο ανθολόγια, που εκδόθηκαν μέχρι σήμερα από τον ίδιο σύλλογο. Το 2022 εκδόθηκε από τις εκδόσεις Ελκυστής το βιβλίο του «Ψίθυροι από μια άλλη ζωή», με διηγήματα, ποιήματα και ένα δοκίμιο και το 2025 από τις εκδόσεις Όταν, η συλλογή διηγημάτων του «Πολύ σας αγαπήσαμε». Άρθρα του έχουν δημοσιευθεί στον νομικό επιστημονικό Τύπο, έντυπο και ηλεκτρονικό.
Είναι έγγαμος και έχει μια κόρη που είναι δικηγόρος.
1) Το «Πολύ σας αγαπήσαμε» μάς μεταφέρει στις δεκαετίες του ’60, ’70 και ’80, εποχές μεταβατικές για την Ελλάδα. Τι σας ώθησε να επιστρέψετε αφηγηματικά σε αυτή την περίοδο;
Νοιώθω ότι πολλές από τις σημερινές κοινωνικές παθογένειες στη χώρα μας έχουν την πηγή τους σε εκείνα τα χρόνια. Ανασκαλεύοντας τις αναμνήσεις μου βρήκα σημεία που πονάνε και θέλησα να τα εκθέσω στην κρίση του σημερινού κοινού, χωρίς να παραλείψω να επισημάνω και κάποια θετικά στοιχεία, όπως η ομόθυμη ανταπόκριση των νέων ανδρών στην επιστράτευση του 1974, με τις εξαιρέσεις της βέβαια. Αφετέρου, θέλησα να κλείσω με χιούμορ και τους προσωπικούς μου λογαριασμούς με την υπερβολική πολιτικοποίηση της μεταπολίτευσης και με την αδυναμία μου να συνδεθώ τότε θετικά και ανθρώπινα με το άλλο φύλο, εστιάζοντας και σε αποτυχημένους χειρισμούς του ίδιου θέματος από ωριμότερους άντρες, που είχα παρατηρήσει στο περιβάλλον μου.
2) Οι ήρωές σας παλεύουν ανάμεσα στην επιβίωση, την αξιοπρέπεια και τον έρωτα. Ποια από αυτές τις δυνάμεις θεωρείτε ότι καθορίζει περισσότερο την πορεία του ανθρώπου;
Αναμφίβολα η «επιβίωση» που ανταποκρίνεται στο πρωταρχικό ένστικτο της αυτοσυντήρησης, χωρίς την ικανοποίηση του οποίου δεν υπάρχει ζωή για να ευδοκιμήσουν τα υπόλοιπα. Το ένστικτο της «αξιοπρέπειας» παλεύει συνεχώς με εκείνο του «έρωτα», ( ή της «αναπαραγωγής» αν προτιμάτε ), για το ποιο από τα δύο θα επικρατήσει, όμως, συνήθως χάνει από τον έρωτα, χωρίς να ικανοποιηθεί ούτε εκείνος.
3) Στα διηγήματά σας υπάρχει μια έντονη αίσθηση απώλειας αλλά και αντίστασης. Είναι η απώλεια, κατά τη γνώμη σας, προϋπόθεση ωριμότητας;
Ήταν ένα από τα πρώτα πράγματα που σχολίασαν στα γραπτά μου διάφοροι νέοι κριτικοί, η έμφαση στην απώλεια. Δεν το είχα παρατηρήσει ο ίδιος έως τότε. Βλέποντας όμως τα γραπτά μου από απόσταση πρέπει να συμφωνήσω ότι, ναι, εστιάζω ιδιαίτερα στην απώλεια, την οποία δοκίμασα από πολύ μικρός στη ζωή μου με το θάνατο του πατέρα μου, την διάλυση της οικογενειακής μας εστίας κλπ. Παρατηρώντας συνομηλίκους μου που δεν έζησαν τέτοιες εμπειρίες, αλλά η ζωή τους τα έφερε ευκολότερα, κατάλαβα ότι έβλεπαν την πραγματικότητα επιφανειακά και απλοϊκά. Επομένως, πιστεύω ότι για να ωριμάσει βαθιά κάποιος πρέπει να δοκιμάσει την απώλεια σε όποια μορφή της, και το γεγονός αυτό έρχεται συνήθως σε διάφορες μέσες ηλικίες για τους πολλούς, έως πολύ αργά σε κάποιους.
4) Από τη Δικαιοσύνη στη Λογοτεχνία, δύο κόσμοι που μοιάζουν αντίθετοι, αλλά ίσως δεν είναι. Πώς επηρέασε η δικαστική σας εμπειρία τη συγγραφική σας ματιά;
Ασκώντας τα καθήκοντα του δικαστή έμαθα ότι ο καθένας μας παρουσιάζεται στην κοινωνία ενδεδυμένος με κάποιο ρόλο που νομίζει ότι του ταιριάζει, σαν ηθοποιός. Σε κάθε υπόθεση έβλεπα πολλά πρόσωπα, που είχαν συμμετοχή στο κρινόμενο γεγονός, στους οποίους αποδίδονταν άμεσα με το κάθε φορά κατηγορητήριο ή έμμεσα από τους αντιδίκους τους δυσμενείς ρόλοι προσαρμοσμένοι στο κοινωνικά κυρίαρχο αφήγημα κάθε περίπτωσης, λ.χ. η αμελής μητέρα, ο βάναυσος σύζυγος, ο ζηλόφθων αδελφός κλπ., ενώ αντίστροφα εκείνοι, καθώς και οι ίδιοι οι αντίδικοί τους, υιοθετούσαν αντίθετους ρόλους που επίσης ίσχυαν στο κυρίαρχο αφήγημα από την ανάποδη οπτική. λ.χ. η στοργική μητέρα, ο τρυφερός σύζυγος, ο αλληλέγγυος αδελφός κ.ο.κ. Ήταν επιβεβλημένο, λοιπόν, για να φτάσουμε σε μια απόφαση, να ερευνήσω και να διακρίνω ποιος πραγματικά ήταν ο καθένας κάτω από το προσωπείο που εμφάνιζε, ενώ πολλές φορές η αλήθεια βρισκόταν στο μέσον. Αυτό ήθελε μια πραγματική ανάλυση και μια ψυχολογική ερμηνεία βάσει των όρων συμμετοχής του καθένα στο γεγονός, των πιθανών κινήτρων του, του λεκτικού και της κινησιολογίας του, καθώς και του ιστορικού του. Η διαδικασία αυτή σε εκπαιδεύει να αναλύεις τους ανθρώπινους χαρακτήρες και να τους προσδιορίζεις όσο το δυνατόν εγγύτερα στην πραγματικότητα. Η δε ικανότητα που αποκτάς με την επανειλημμένη άσκηση της εν λόγω διαδικασίας είναι ίδια με εκείνη που χρειάζεται ο συγγραφέας για να στήσει με αληθοφάνεια τους χαρακτήρες σε ένα έργο του και να καθοδηγήσει την πλοκή, αλλά από την ανάποδη, δηλαδή πρώτα αποφασίζεις το περιεχόμενο του χαρακτήρα και μετά χτίζεις το πώς εκφράζεται, τι επιδιώκει, πως συμμετέχει και τι παρελθόν μεταφέρει. Επομένως ισχυρίζομαι ότι η εργασία του δικαστή και εκείνη του λογοτέχνη έχουν στενή συνάφεια και τροφοδοτούν η μία την άλλη, γεγονός που αποτέλεσε και προσωπική μου διαπίστωση, όταν άρχισα να ασχολούμαι σοβαρά με το λογοτεχνικό γράψιμο.
5) Οι ιστορίες σας αναδεικνύουν μικρές καθημερινές πράξεις που όμως έχουν ηθικό και υπαρξιακό βάθος. Πώς επιλέγετε ποια ανθρώπινη στιγμή αξίζει να γίνει λογοτεχνία;
Αυτό θέλει μια ορισμένη ενσυναίσθηση, δηλαδή αν εκτιμάς εσύ σαν συγγραφέας ότι ένα γεγονός ξεπερνά τον καθημερινό ρυθμό της ζωής και σε συγκινεί, ώστε του αξίζει να το αναδείξεις σαν κέντρο μιας λογοτεχνικής ιστορίας, θα πρέπει να αποστασιοποιηθείς από αυτό και να σκεφτείς, αν θα μπορούσε και ένας σημαντικός αριθμός άλλων ανθρώπων να εισπράξει την ίδια συγκίνηση από την εξιστόρησή του. Αν η απάντηση είναι ναι τότε πρέπει να προχωρήσεις. Πάντως πρέπει να έχουμε κατά νου ότι σημασία δεν έχει τόσο η βαρύτητα που έχει αφ’ εαυτού ένα γεγονός όσο η τεχνική της γραφής που θα το αναδείξει σε αξιομνημόνευτο συμβάν. Μεγάλη λογοτεχνία έχει γραφτεί πολλές φορές με βάση «μικρά» γεγονότα που όμως φωτίζουν με άλλο φως και τα μεγάλα.
6) Ο τίτλος «Πολύ σας αγαπήσαμε» ακούγεται σαν εξομολόγηση, αλλά και σαν αποχαιρετισμός. Τι σημαίνει για εσάς αυτή η φράση;
Είναι ένας τρυφερός αποχαιρετισμός, που άκουγα συχνά παιδί από έναν οικογενειακό φίλο, πολύ καλό φιλόλογο και ερασιτέχνη συγγραφέα. Με αυτό τον τίτλο θέλω να πω ότι πολύ αγάπησα τους χαρακτήρες των διηγημάτων αυτών, όπως ήταν πραγματικά αλλά και όπως τελικά τους διαμόρφωσα. Τους ανθρώπους αυτούς δεν πρόκειται πια να τους ξανασυναντήσω, είτε γιατί εκλείψανε φυσικά, είτε γιατί χάθηκαν μέσα στις κοινωνικές περιδινήσεις της ζωής μου. Όσον αφορά εκείνους τους χαρακτήρες που ταυτίζονται με εμένα, λέω πως δεν πρόκειται να τους ξανασυναντήσω και αυτούς, με την έννοια ότι είμαι πλέον ένας άλλος άνθρωπος σε σχέση με το νέο παιδί που υπήρξα κάποτε. Ειδικότερα, ως προς εκείνες τις γυναίκες, που έδωσαν – ως θετικά ή αρνητικά πρότυπα – τροφή στα αισθήματα και στους στοχασμούς μου για τις αφηγήσεις αυτές, είτε βρίσκονται στη ζωή είτε όχι, θα ήθελα να τους απευθύνω αυτόν τον αποχαιρετισμό, από τη θέση ενός ηλικιωμένου άντρα, σαν μια ομολογία αγάπης, πλατωνικής πλέον, και με την επίγνωση ότι οι έρωτες ανθίζουν για να πεθάνουν μέσα στις στροφές της τύχης με το πέρασμα λιγότερου ή περισσότερου χρόνου, χωρίς να χάνεται το άρωμα που κάποτε ανέδιδαν. Γι’ αυτό, στο εξώφυλλο του βιβλίου μου διάλεξα μια εικόνα με ένα θαλερό ρόδο, που συμβολίζει τον έρωτα, να στέκεται μαζί με ένα παιγνιόχαρτο ντάμα κούπα, που συμβολίζει το πάθος και όπου στην όρθια γυναικεία μορφή προσωποποιείται η καλή τύχη στον έρωτα, ενώ στην ανάποδη μορφή η κακή.
7) Οι ήρωές σας είναι κυρίως άνδρες που παλεύουν με την ενηλικίωση, την ενοχή, τη μνήμη. Είναι μια ανδρική ματιά ή μια ανθρώπινη μαρτυρία;
Είναι μια ανθρώπινη μαρτυρία που γίνεται από την οπτική γωνία ενός άντρα, δηλαδή ενός ανθρώπινου πλάσματος που αγαπά και έλκεται από το αντίθετό του γυναικείο φύλο και έχει, σε κάποιες από τις ιστορίες αυτές, πληγωθεί και απογοητευθεί, σύμφωνα και με το ρητό: «αγάπης αγώνας άγονος». Μιλώντας ο αφηγητής, σε πρώτο ή τρίτο πρόσωπο ως άντρας, μιλά και για τα αισθήματά του για το άλλο φύλο, ( εκτός από το 4ο διήγημα όπου το θηλυκό στοιχείο είναι μια μητέρα γάτα ), το οποίο εκτιμά και θαυμάζει, όσο και αν απογοητεύεται από ορισμένες εκπροσώπους του, ακόμα και όταν αισθάνεται να απειλείται από κάποια γυναίκα. Η «λογική» των σχέσεων τον απασχολεί έντονα, είτε είναι αυτός ο αποδιωγμένος, είτε εκείνος που έχει απορρίψει. Με αυτά τα δεδομένα θεωρώ ότι θα είχε ένα ενδιαφέρον και από το γυναικείο κοινό η ενασχόληση με την ανάγνωση αυτών των ιστοριών και ίσως μια επίδραση απελευθερωτική.
8) Στο τέλος του βιβλίου υπάρχει ένα πεζό ποίημα, σαν επίλογος. Πιστεύετε πως η ποίηση λειτουργεί ως λύτρωση μετά την πεζότητα της ζωής;
Η ποίηση είναι πάντα λυτρωτική, όταν μπορούμε να την απολαύσουμε. Έβαλα το πεζό ποίημα στο τέλος για να προσφέρω μια ανακούφιση στον αναγνώστη και να συνοψίσω το νόημα που διαπερνά σαν χρυσή κλωστή όλα τα διηγήματα.
9) Πώς αντιλαμβάνεστε τη σχέση μεταξύ λογοτεχνικής αλήθειας και πραγματικότητας; Μπορεί η μυθοπλασία να φτάσει πιο κοντά στο πραγματικό από την Ιστορία;
Αν η μυθοπλασία μπορεί να γίνει δεκτή από τους αναγνώστες σαν πιθανή πραγματικότητα τότε έχουμε ένα μεγάλο έργο. Ο συγγραφέας προσπαθεί πάντα, όπως και ο δημιουργός της κάθε τέχνης, να μιμηθεί επιτυχώς την φύση και την πραγματικότητα. Υπάρχει βέβαια και η λογοτεχνία του φανταστικού, όπου εν γνώσει τους ο συγγραφέας και ο αναγνώστης καταδύονται σε έναν φανταστικό κόσμο, σε ένα «παραμύθι», που μπορεί να έχει μόνο αισθητική απόλαυση ή να περιέχει και κάποιο χρήσιμο για την πραγματική ζωή δίδαγμα. Εάν η αισθητική μορφή του παραμυθιού και το επιδιωκόμενο δίδαγμα συμπλέκονται αρμονικά είναι δυνατόν και τότε να προκύψουν μεγάλα έργα.
10) Αν μπορούσατε να συνοψίσετε σε μία φράση το βαθύτερο μήνυμα του βιβλίου σας, ποιο θα ήταν;
«Αγωνίσου με αξιοπρέπεια να γίνεις ο άνθρωπος που ήθελες από μικρός να γίνεις», μην ξεχνάς ποτέ το όραμά σου αυτό, που είναι σπίτι σου, οικογένεια, έρωτας και πατρίδα σου, αγωνίσου μέχρι την τελευταία πνοή, ακόμα και όταν φαίνεται η ήττα αναπόφευκτη, αφού μια έντιμη ήττα είναι πάντα προτιμότερη από την εγκατάλειψη.

