You are currently viewing Ανέστης Ακριτίδης: Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη «Σφιχταγκαλιάσματα και Φτερουγίσματα», ΑΩ Εκδόσεις, 2025, ISBN: 978-618-5845-60-5).                                                                                     

Ανέστης Ακριτίδης: Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη «Σφιχταγκαλιάσματα και Φτερουγίσματα», ΑΩ Εκδόσεις, 2025, ISBN: 978-618-5845-60-5).                                                                                    

Μια εμπασιά στα κονάκια των πληβείων εμπρός μας…

Πάμε μαζί να την περάσουμε, πράματα και θάματα για να ιδούμε…

 

(ή αλλέως, ξεφυλλίζοντας στοχαστικά το νέο βιβλίο της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη «Σφιχταγκαλιάσματα και Φτερουγίσματα»)

Αγαπώ τον αριθμό εφτά, ίσως γιατί με ταξιδεύει στα Επτά θαύματα του κόσμου, στους επτά σοφούς της αρχαιότητας, στις εφτά  φάσεις της Σελήνης, στις εφτά νότες της μουσικής κλίμακας, στις εφτά ημέρες της εβδομάδας, στα εφτά χρώματα του ουράνιου τόξου…

Εφτά αυτοτελή αποσπάσματα σε μια Νουβέλα συνέγραψε η δημιουργός του βιβλίου, που τωραδά θα σας παρουσιάσουμε. Και ασφαλώς, όσα θα ειπούμε είναι η δική μας ανάγνωση, μία από τις πολλές των αναγνωστών, δεν θα διεκδικήσει τη μοναδικότητα, καθώς θεωρούμε πως στην Τέχνη δεν υπάρχει το αντικειμενικό, αυτό είναι εύρημα των περί πολλά τυρβαζόντων σχολαστικιστών…

Και αφού ο μαγικός αριθμός με ακολουθεί παντού και παντοιοτρόπως, θα σταθώ σε εφτά σημεία της Νουβέλας, που λέγω να τα ονοματίσω πιο καλλίμορφα  «ξανοίγματα», με την ερμηνεία που δίνουν οι Κρητικοί (με ήτα το Κρη-) στη λέξη.

Μαζί μου, «ξανοιχτές», η Μελίνα και ο Θέμης, μαθητές μου διαφορετικών γενεών στο Λύκειο Βυρώνειας, επί τρία συναπτά έτη. Βασικά μέλη της κυλιόμενης θεατρικής μας ομάδας και με σπουδές αργότερα, στο Παιδαγωγικό η πρώτη, στη Σχολή Ηλεκτρονικών Υπολογιστών ο δεύτερος και βεβαίως νέοι με ήθος και κουλτούρα, φίλοι του βιβλίου και των Τεχνών.

Ξάνοιγμα πρώτο: «Ο κόσμον εν’ παντέμορφος, να σαν τον τραβωδάνον!» (που σημαίνει, «Ο κόσμος είναι πανέμορφος, χαρά στον τραγουδάρη!»)

Οι στίχοι τούτοι του Ηλία Τσιρκινίδη πλέκουν με λίγες λέξεις το εγκώμιο του Κόσμου και του καλλιτέχνη που τον υμνεί. Θαρρώ λοιπόν πως δε θα μπορούσα να βρω καλύτερο ξεκίνημα στην αποψινή περιπλάνηση! Γιατί το σύμπαν που δημιουργεί στο βιβλίο της η συγγραφέας μας, παρά τα πάθια των ηρώων του, παραμένει ένας κόσμος ΚΑΙ ωραίος ΚΑΙ ερατεινός. Η ίδια είναι Ποντία και στο πρώτο της αφήγημα τα πρόσωπα μιλούν την αρχέγονη λαλιά τους, που τόσο συγκίνησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη, στο ποίημά του «Πάρθεν»:

«Όμως απ’ τ’ άλλα πιο πολύ

με άγγιξε το άσμα

το Τραπεζούντιον

με την παράξενή του γλώσσα…».

Δεν είναι οι παραπάνω λόγοι αρκετοί για να κινηθεί κανείς πάνω στις ράγες του τριγώνου Καβάφης, Τσιρκινίδης, Καϊτατζή;

Συγκοινωνούντα δοχεία οι Τέχνες και παραπέμπουν συχνά η μία στην άλλη, ίσως και γέφυρες σαν εκείνην του  Δρίνου, Όργανα, λες, Συμφωνικής Ορχήστρας που σμίγουν αποθεώνοντας τη  Μουσική…

Την προσφυγιά κουβανεί στην ψυχή της η Δέσποινα Καϊτατζή Χουλιούμη, προγόνους που ξεριζώθηκαν απ’ τον Πόντο, μ’ έναν μποχτσά όλο κι όλο, στο νου και την καρδιά τους τη γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμα, τις ιδέες τους, τη σύνολη κουλτούρα τους, μα και τα «γουσούρια» τους, ήτοι τα στραβά κι ανάποδα του χαρακτήρα τους… Αφουγκραστείτε:

« Ο Διγενής της είπε να ετοιμαστεί. Θα την έπαιρνε μαζί του. Το μάζεμα του καπνού είχε τελειώσει νωρίς εκείνη τη χρονιά. Κάτι τελευταία φύλλα, τσοπλεμέδια, θα τα μάζευαν αργότερα. Θα την πήγαινε να δει τη Διεθνή Έκθεση Θεσαλονίκης.

Η Δήμητρα απόρησε. Δεν το περίμενε. Πάντα πήγαινε μόνος όπου ήθελε, συντροφιά με τους φίλους και την παρέα του. Γινόταν θυσία για τους φίλους. Κι έπειτα, του άρεσαν τόσο πολύ τα γλέντια, ο χορός, το τραγούδι. Πήγαινε κατά διαστήματα στου Τσιτσάνη, τον είχε φίλο από τον στρατό. Άλλες φορές ξέδινε κάπου πιο κοντά ή σε γάμους και βαφτίσεις. Αυτήν την άφηνε πάντα πίσω. «Και τα μωρά και τ’ οσπίτ και τα ζα και το μαγαζίν ντο θα ίνουνταν;», ρώτησε μ’ ένα σκίρτημα χαράς.

«Ση γούλας κι έρουξεν, α λέγω την μάνα’μ να τερεί’ατα, α βοηθά’την κι η τρανέσα’μουν. Σο μαγαζίν, έβαλα σο ποδάρι’μ τ’ αγούρ’ν εμουν με τον ταήν’ατ».

Η «τρανέσα» ήταν η μεγάλη τους κόρη. Ετών δέκα. Για τη Δήμητρα θα ήταν το πρώτο της ζωής της ταξίδι.

 

Ξάνοιγμα δεύτερο: « Πατημασιές Λαογραφίας…»

Μεγάλη τύχη, αλήθεια, να’χεις Δασκάλους σαν τον Λατρεμένο Γιώργο Σαββίδη, τον Παναγιώτη Μουλλά, την Άλκη Κυριακίδη-Νέστορος, στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτέλειου. Να ακολουθείς τα βήματά τους, να’ναι πάντα σημεία αναφοράς σου, να ξετυλίγεις τα βιβλία και τις ιδέες τους στους δικούς σου μαθητές…

Η Άλκη Κυριακίδη, λοιπόν, μας έμαθε να αγαπούμε το παραμύθι, το δημοτικό τραγούδι, τα ήθη και έθιμα του λαού, τις παροιμίες, τις ντοπιολαλιές, την Παράδοση εν γένει , τη Λαογραφία εν συνόλω…

Μέσα στις σελίδες, συνακόλουθα, της Δέσποινας Καϊτατζή βρίσκει κανείς πλειάδα τέτοιων στοιχείων, πράγμα που ερεθίζει τη μνήμη των μεγαλύτερων και κεντρίζει το ενδιαφέρον και την απορία των νεότερων:

Στοιχεία της Ποντιακής γλώσσας, ο αργαλειός, η λαμαρινένια και η ξύλινη σκάφη (η πρώτη για το πλύσιμο των ρούχων, η δεύτερη για το ζύμωμα του ψωμιού), η ραπτομηχανή, το σινί για τα κόλλυβα, το περιοδικό Ντομινό, η Κυριακάτικη βόλτα ή αλλιώς νυφοπάζαρο, το τσιτάκι – ύφασμα φτηνό που κατέληξε να σημαίνει φουστάνι, τα φωτορομάντζα, το τηλεγράφημα, το παντοπωλείο, το παραμύθι, το κέντημα, το πλέξιμο και το βελονάκι, η μακαριά, το χαγιάτι, η προίκα ή το τράχωμα, το προξενιό και η προξενήτρα…  Θέμης και Μελίνα αναγνώθουν:

« Το φθινόπωρο μπήκε για τα καλά. Είχαν τελειώσει το μάζωμα του καπνού και ετοιμάζονταν για το παστάλι. Η μάνα την ξεμονάχιασε και με χαμόγελο της είπε ότι είχε να της αναγγείλει κάτι πολύ ευχάριστο. Ήθελε να της μιλήσει για ένα πολύ καλό προξενιό. Η καρδιά της Τούλας κόντεψε να σπάσει. Ο Στράτος… ο Στράτος αποφάσισε να τη ζητήσει σε γάμο. Τα πράγματα, όμως, δεν ήταν όπως τα λαχταρούσε. Το πρόσωπό της κιτρίνισε, τα χαρακτηριστικά σκλήρυναν σαν τ’ αποξηραμένα φύλλα του καπνού. Τον έλεγαν Αντώνη. Ήταν, όπως είπαν της μάνας, ένα όμορφο και καλό παλικάρι από ένα παραδιπλανό χωριό, δυο χρόνια μεγαλύτερός της. Δεν την είχε δει να την ξεχωρίσει ανάμεσα σε άλλα κορίτσια. Απλώς άκουσε για την Τούλα και την οικογένειά της από μια προξενήτρα.

Έχασε τελείως το χρώμα της. Είπε πως δεν ήθελε να τον  γνωρίσει. Η Δήμητρα, ζώντας χρόνια στη σκιά του άντρα της, της είπε αυστηρά να σοβαρευτεί. Τι θα υπέθετε ο πατέρας της; Τι θα έλεγε η θεία που μεσολάβησε από την πλευρά τους για το προξενιό; Θα σκεφτόταν ίσως ότι η Τούλα νταραβεριζόταν με κάποιον και τότε αλίμονό της. Ας τον έβλεπε τουλάχιστον. Αν δεν της άρεσε, δεν είχαν σκοπό να την παντρέψουν με το ζόρι. Άσε που είχε δει τη φωτογραφία του και ήταν σίγουρη πως αν τον έβλεπε θα άλλαζε γνώμη. Αλλιώς τα περίμενε τα πράγματα η Τούλα και αλλιώς της ήρθαν. Βρισκόταν σε μεγάλο αδιέξοδο. Αυτό το προξενιό ξεφύτρωσε σαν αγριάδα για να της φέρει τα πάνω κάτω και να την ταράξει.»

Γουρούνι  στο σακί κουβάλαγαν στα σπίτια τους οι γονείς, για να παντρέψουν τις θυγατέρες τους, μη και μείνουν γεροντοκόρες στα είκοσι και κάτι χρόνια τους…

Κι οι βαριόμοιρες οι κοπελιές, υποτάσσονταν στα θέλω του κύρη τους. Όσες επαναστατούσαν, εξορίζονταν από τη φαμίλια τους ή κλείνονταν σε μοναστήρια…

 

Ξάνοιγμα τρίτο: «Του έρωτα και του ρομαντισμού…»

Ε, ναι, υπήρξε και ρομαντικός κάποτε ο έρωτας, δεν είχε τόσον ορθολογιστική συμπεριφορά. Τον διαβάσαμε στην «Ερωφίλη» και τον «Ερωτόκριτο», στην πρώτη με τραγική έξοδο, στον δεύτερο με ευτυχές φινάλε. Τον είδαμε στο Θέατρο να ψιθυρίζει τρυφερά λόγια  με το στόμα του Ρωμαίου ή της Ιουλιέτας, έγινε τραγούδι οικουμενικό, τον ύφαναν στον αργαλειό, τον κέντησαν με χρυσοκλωστές…

Και μέσα σε σκληρές εποχές, πολυμήχανος αυτός, επέζησε, «ανίκατος μάχαν», περιπλανήθηκε γόητας από τη μυθολογία ως την Ιστορία, από τον βεληφόρο γιο της Αφροδίτης και τα «θύματά» του (η λέξη σε εισαγωγικά) Πάρη και Ελένη, ως το βυζαντινό ερωτικό τρίγωνο Κασσιανή-Θεόφιλος- Θεοδώρα. Και συνέχισε το οδοιπορικό του στη ζωή και στην Τέχνη, τον προλάβαμε οι μεγαλύτεροι, ή τουλάχιστον τον ακούσαμε από αφηγήσεις – Αθανασία και Αλέξανδρος οι γονείς μου, έρωτας αντάρτης, κλέφτηκαν στα δεκάξι, γιατί της μάνας η φαμίλια δεν έστεργε τον πατέρα μου για γαμπρό…

Ακούστε τώρα πόσο αισθαντικά περιγράφει μια τέτοια σκηνή η Δέσποινα Καϊτατζή στο δεύτερο διήγημά της – ας μου επιτρέψει η συγγραφέας να το λέγω έτσι, και θα διαπιστώσετε πόσο του έρωτα οι γητειές μεθούν τους μυημένους:

«Βγήκε από το σπίτι απαστράπτουσα, φορώντας το κόκκινο με άσπρα ανθάκια τσιτάκι, αναψοκοκκινισμένη, με μια ασυναίσθητη αποφασιστικότητα. Τα μελιά μάτια της σπινθήριζαν, το κόκκινο του ρούχου φώτιζε το μελαμψό δέρμα και του έδινε μια ροδαλή χροιά. Οι γλουτοί της πάλλονταν με χάρη, προκαλώντας διακριτικά αόρατα δάχτυλα να διαγράψουν το σχήμα τους. Η ραχοκοκαλιά της υγρή, λαχταρούσε να ριγήσει κάτω από ένα τρυφερό άγγιγμα. Το βλέμμα, λαμπερό σαν τον αυγουστιάτικο ήλιο, έψαχνε το αντικείμενο που θα απορροφούσε τη λάμψη του, τα μάτια που θα κάθιζε πάνω τους και θα αφηνόταν μέσα τους. Θα τέλειωνε επιτέλους η πληκτική καθημερινότητα και η άδεια ζωή της. Εκείνο το αυγουστιάτικο βραδάκι λίγο πριν από το τέλος του καλοκαιριού, το βλέμμα της κάθισε πάνω σε κάτι γκριζοπράσινα μάτια, που έβγαλαν σπίθες από την ακτινοβολία της. Ήταν ένα ψηλό μελαχρινό παλικάρι, που δεν το είχε ξαναδεί μέχρι τότε. Δεν πρέπει να ήταν από τα κοντινά χωριά, διαφορετικά θα εμφανιζόταν νωρίτερα στη βόλτα.

Με ένα βλέμμα ειπώθηκαν όλα. Η Τούλα ένιωσε κάτι που δεν το είχε ξανανιώσει μέχρι τότε, λες και τη χτύπησε ρεύμα, λες και ο κόσμος πλάταινε και πλάταινε. Όταν τον πλησίαζε, της λύνονταν τα γόνατα. Με δυσκολία έριχνε το βήμα, παραπατώντας και χάνοντας την ισορροπία. Κατέβαλλε προσπάθεια να κρατά όρθιο το λυγερό κορμί της, για να μη στραβοπατήσει και πέσει. Ένιωθε τόσο αμήχανη, τόσο αδέξια. Μόλις του έριχνε ένα φευγαλέο βλέμμα, μετά τον προσπερνούσε, στρέφοντας το πρόσωπό της προς την αντίθετη πλευρά. Εκείνος την κοίταζε σταθερά με βαθύ βλέμμα και τρυφερό μειδίαμα, σαν να ήθελε να της πει ότι την έψαχνε από πολύ καιρό και ποτέ πια δεν θα ήθελε να την χάσει».

Κι  όλα ετούτα γίνονταν στη λεγόμενη «βόλτα», ήτοι το νυφοπάζαρο της εποχής – μεταπολεμική Ελλάδα, δεκαετία του εξήντα, ολόρθος ο Έλληνας, παλεύει με τη φτώχεια, με τις πληγές του Εμφύλιου, με νεκρούς που τον ζώνουν, με μίσος και έχθρα, μα πάντα με τον ΕΡΩΤΑ θεό αναστημένο…

Ναζιάρη, αειφεγγή και πυρέσσοντα… όπως ακριβώς τον αποδίδει η συγγραφέας μας στα «Σφιχταγκαλιάσματα»…

 

Ξάνοιγμα τέταρτο: «Η μετανάστευση, οι  φάμπρικες και οι γκαστερμπάιντερς…

Ξέρετε εμείς, παιδιά μεταναστών  και εγγόνια  προσφύγων, στο σπαθί μας μύγα δεν σηκώνουμε. «Παίρουμε τα καταμάγιας και ορμούμε», που λέει και η παράξενή μας γλώσσα. Για μας, πρόσφυγας και μετανάστης είναι έννοιες ιερές, εικόνες σε τέμπλο εκκλησιάς, πρόσωπα που φωτογραφίζουν τον ξεριζωμό, τη φτώχεια, την απελπισία, τον Άνθρωπο που δεν έχει πατρίδα, ούτε στον τόπο που άφησε, ούτε σ’ αυτόν που κατέφυγε. «Ματζίρκα» την φώναζαν τη μάνα μου οι ντόπιοι κάτοικοι και εθάρρειε η δόλια, θυγατέρα προσφύγων, πως της είχαν κολλήσει τη λέξη βρισιά στο μέτωπο….

Τι μας θύμισες, εκλεκτή Δέσποινα!!!

Μαχαιριά στην καρδιά εκείνο το «γκαστερμπάιντερ» κι από κοντά το «χάιμ», το «ακόρντ», λέξεις που άκουγα από τους μετανάστες γονείς μου τρεις την ώρα κι έφταναν στ’ αυτιά μου σα ναζιστικά παραγγέλματα…

Μέσα σε τέτοιες σελίδες, γεμάτες νιώσμα, βρίσκεις τον εαυτό σου, τη φαμίλια σου, τη χώρα και το λαό σου, τα «πάθια και τους καημούς του κόσμου», που λέει κι ο κυρ-Αλέξανδρος ο Παπαδιαμάντης. Θαρρείς και άδραξε απ’ την καρδιά της η δημιουργός τις λέξεις και τις φράσεις και τις έκαμε Νουβέλα, να διαβάζεις και να ριγάς, ν’ ανασηκώνεται η μνήμη σου, να κυματοδέρνεται η ψυχή σου…

Αναγνώθει η Μελίνα:

«Τα δύο πρώτα  χρόνια έμενε σε  χ ά ι μ, κοινόβιος ξενώνας, όπου ζούσε σε κουκέτα των τεσσάρων με διώροφα κρεβάτια, κοινή κουζίνα και μπάνιο, που τους παραχωρούσε το εργοστάσιο, παρακρατώντας ένα ποσό από το μισθό τους. Η κατάσταση ήταν αφόρητη. Η κούραση της μέρας μετά το ακόρντ στο εργοστάσιο, η ξενιτιά, τα βάσανα που έσερνε ο καθένας μαζί του, ο κόσμος έξω που ζούσε αλλιώς κι αυτοί  σχεδόν  σε αποκλεισμό, όλα δυσκόλευαν τη συμβίωση των τεσσάρων ανδρών. Συχνά «ο ένας πατούσε τον κάλο του άλλου» και δημιουργούνταν προστριβές. Υπήρχαν, βέβαια, και οι καλές στιγμές και οι φιλίες που  δημιουργήθηκαν από κάποιους»

Ξάνοιγμα πέμπτο: «Οι αλληγορίες των πετούμενων, κάτι σαν τις «παρεκβάσεις» του Ηρόδοτου ή σαν τις παραβολές των Ευαγγελίων …»

Γενίκευση, η αναπηρία του Έλληνα…

Παίρνουν φακελάκια πέντε γιατροί, όλοι οι γιατροί είναι αρπαχτικά!!! Είναι φυγόπονοι πέντε δάσκαλοι, όλοι οι δάσκαλοι είναι τεμπέληδες!!! Και η χορεία των γενικεύσεων καλά κρατεί! Και πιο καλά, αν εξετάσει κανείς τις φυλές, τους λαούς, τους πολιτικούς, τα φύλα.

Θα κάνουμε όμως εμείς μια στάση στους φιλόζωους, μιας και η Δέσποινα Καϊτατζή μας οδηγεί ΚΑΙ εκεί.

Ξέρετε υπάρχουν εκείνοι που θεωρούν πως ΟΛΑ τα ζώα είναι καλά και όλοι οι άνθρωποι κακοί. Μοιάζει να αγνοούν πως και στην πανίδα ισχύει ο νόμος του ισχυροτέρου, άρα μπορεί το δυνατότερο ζώο να κατασπαράζει το πιο αδύναμο. Αυτοί λοιπόν, οι άνθρωποι, πολύ συχνά, είναι εχθρικοί προς όποιον τολμήσει να ειπεί  (όχι να πράξει!!!) κακό για οποιοδήποτε ζώο… Και συνήθως, γίνονται εριστικοί, φανατίζονται, υβρίζουν ή καταριούνται…

Υπάρχουν και οι άλλοι, οι μικροαστοί, που θεωρούν τα ζώα εργαλεία επίδειξης, σχεδόν μοντέλα για πασαρέλες…

Μη μιλήσω για τους κακοποιητές, γιατί μήτε τα  φτυσίματα τους φτάνουν, μήτε οι φυλακές τους αρκούν…

Υπάρχουν, εντέλει, και οι αληθινοί φιλόζωοι, αυτοί  που αθόρυβα, φυσικά, με συναίσθηση, αγαπούν και προστατεύουν τα ζώα, όπως ακριβώς κάποιοι ήρωες στα «Φτερουγίσματα». Άνθρωποι της γης, ανακατεμένοι με τα χώματα, δημιουργούν μια σχέση αυθορμησίας μαζί τους, συνομιλούν μ’  αυτά, κάποτε τα μαλώνουν, φορές τους δίνουν μεταφυσική αξία.

Δείτε πόσο αληθινά βάνει τους ήρωές της η συγγραφέας μας να κουβεντιάζουν για δυο πετούμενα και μια γάτα.

Θέμης και Μελίνα στο διάλογο:

  • Γιαγιά, ο Ορφέας και η Ευρυδίκη πάνε, χάθηκαν. Η θεία Πάτρα είπε ότι τα έφαγε αυτή η τρελόγατα, η Μήτση. Έχωσε μέσα στο κλουβί το πόδι της, έμπηξε τα νύχια της στα πουλάκια και τα έφαγε. Ούτε μια μέρα δεν τα χαρήκαμε, βρε γιαγιά, δεν τη θέλω άλλο στο σπίτι, να την αφήσεις στον κήπο με τις κότες.
  • Σώπα, γιαβρί μου, και μην ανησυχείς, αν τα είχε φάει η Μήτση, θα βρίσκατε στο κλουβί κάποια φτερά, όμως δεν βρήκατε, έτσι δεν είναι;
  • Όχι, γιαγιά, δεν βρήκαμε, αλλά η θεία Πάτρα λέει ότι τα έφαγε η τρελομήτση, η λιγούρα.
  • Τι ξέρει από ζωντανά η θεία Πάτρα, παιδί μου, εδώ δεν ξέρω εγώ, που ανάστησα τόσες ψυχές.
  • Τι λες, βρε γιαγιά, δεν σε καταλαβαίνω, μίλα πιο καθαρά.
  • Λέω ότι αν ήξερε από ζωντανά η θεία σου η Πάτρα, δεν θα μας τα έφερνε στο κλουβί, θα μας έφερνε κάποιο στην αγκαλιά της. Η θεία σου ξέρει μονάχα από αυτά τα … πώς τα λένε; Υπολογιστές. Να χειρίζεται τους υπολογιστές, όπως λέει η ίδια. Τα πουλάκια το έ-σκα-σαν!!! Ήταν πολύ λυπημένα στο κλουβί και το έσκασαν.
  • Και πώς μπόρεσαν να βγουν μόνα τους από το κλουβί, βρε γιαγιά;
  • Γιατί το ήθελαν πολύ. Άμα θέλεις πολύ κάτι, βρίσκεις τον τρόπο να το πετύχεις. Και πες στη θεία Πάτρα και τη μάνα σου ότι δεν θέλω να ξαναδώ κλουβιά εδώ μέσα. Τα πουλιά χρειάζονται να πετούν ελεύθερα κι όχι να είναι φυλακισμένα στο κλουβί. Μπορεί να έρθουν στο περβάζι να μας χτυπούν το τζάμι με το ράμφος τους και να μας κελαηδάνε. Κι εμείς θα ρίχνουμε ψιχουλάκια και θα τα περιμένουμε. Θα δεις, όταν κι εσύ μεγαλώσεις, θ’ ανοίξεις τα φτερά σου και θα πετάξεις μακριά  απ’  το σπίτι μας, θα δεις»

«Τα πουλία τη Θεού», έλεγε ο παππούς μου και συχνά πυκνά πέταγε στην αυλή σιτάρι ή ψίχουλα για να φάνε. Τα πουλιά χρίζει και η Δέσποινα Καϊτατζή ιερουργούς αλληγοριών, σαν να θέλει να μας θυμίσει τις παρεκβάσεις του Ηρόδοτου, που τόσο θαυμαστά συγκέντρωσε ο Δημήτρης Μαρωνίτης στο βιβλίο του «Επτά νουβέλες και τρία ανέκδοτα», από τις εκδόσεις Άγρα. Κι ακόμη, οι αλληγορίες αυτές μας πάνε και στις παραβολές του Χριστού, που έχουν  κι εκείνες διδακτικό χαρακτήρα….

 

Ξάνοιγμα έκτο: « Ήρωες σαν ασπρόμαυρες φωτογραφίες…»

Μας  έμαθε ο αλησμόνητος Δάσκαλός μας, ο Γιώργος Σαββίδης, να ψάχνουμε στη Λογοτεχνία και άλλες Τέχνες, τη Ζωγραφική, τη Γλυπτική, τη Μουσική, τον Χορό, το Θέατρο, τον Κινηματογράφο. Και σιγά σιγά αυτό έγινε βίωμα, διαβάζω ένα ποίημα, ένα διήγημα ή μυθιστόρημα και ανακαλύπτω, σχεδόν πάντα, κάποιες Τέχνες που υποφώσκουν στο έργο. Άλλωστε, ξέρουμε όλοι πλειάδα ποιημάτων που έγιναν τραγούδια από εκλεκτούς μουσικούς, διηγήματα και μυθιστορήματα που έγιναν θεατρικά έργα, όπερες ή κινηματογραφικές ταινίες… Να σας θυμίσω ενδεικτικά το «Άξιον εστί» του Οδυσσέα Ελύτη, τη «Ρωμιοσύνη» και τον «Επιτάφιο» του Γιάννη Ρίτσου ή το “Canto Heneral”  του Πάμπλο Νερούντα, που μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης, τη «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη που έκαμε φιλμ ο Λάκης Παπαστάθης, τον «Θάνατο στη Βενετία» του Τόμας Μαν που σκηνοθέτησε ο  Λουτσίνο Βισκόντι, την «Κάρμεν» του Προσπέρ Μεριμέ που μετέφερε στην Όπερα ο Ζορζ Μπιζέ… Και, φυσικά, υπάρχουν χίλια μύρια έργα που έντυσαν με την δική τους Τέχνη οι δημιουργοί…

Στα «Σφιχταγκαλιάσματα και Φτερουγίσματα», συνακόλουθα, φαίνεται να σχηματίζονται πίνακες Ζωγραφικής, έτοιμοι να εκτεθούν σε γκαλερί λαϊκών ζωγράφων. Εικόνες της αγροτικής ζωής, της προσφυγιάς, της μετανάστευσης, των εθίμων, της οικογένειας…

Και βέβαια, έχουν κινηματογραφική σκευή τα αποσπάσματα της Νουβέλας – υπόθεση που μπορεί να γίνει σενάριο, πρωταγωνιστές και κομπάρσοι, σκηνικοί χώροι…

Ωστόσο, εκείνο που είναι ηλίου φαεινότερον στο έργο, κάτι που βγαίνει αβίαστα, είναι  η Φωτογραφία. Ασπρόμαυρη, όπως στα παλιά ξεχειλωμένα άλμπουμ της φαμίλιας. Πορτρέτα κατά κύριο λόγο, της μειλίχιας Δήμητρας, του βλοσυρού Διγενή, της Τούλας της μορφονιάς, του «ανδρείω τω κάλλει» Στράτου, της σκοτεινιασμένης Μαρίνας…

Γυναίκες οι πρωταγωνίστριες της Νουβέλας, πλείονες και μείζονες οι ρόλοι τους, όπως στην Ποιητική Συλλογή της Δέσποινας Καϊτατζή «Με λένε Εύα», πόνημα Υψηλής Έμπνευσης και Φιλοσοφικής Νόρμας. Η ποικιλότητα των ιδιοτήτων της Γυναίκας, πεζογραφική τε και ποιητική γραφή. Παρακολουθείστε τώρα τη δεύτερη, Θέμης και Μελίνα έχουν το λόγο:

«Είμαι η επινόηση του έρωτα, το όνειρο της Σελήνης,

είμαι το θηκάρι του ιερού φαλλού, το μόριο της νεφέλης,

είμαι η στιγμή του εφήμερου, χαραγμένη στο αιώνιο τώρα,

είμαι  ο λόγος του ά-λογου, το ά-λογο του λόγου,

είμαι η κιβωτός του Νώε, η ζώνη της Ιππολύτης,

είμαι η τελετουργία της μνήμης, των σπηλαίων βραχογραφία,

είμαι ο δίσκος της Φαιστού, η ηλιόπετρα των Αζτέκων»

 

«Γυναικωνίτες. Δουλεία.

Πολεμοχαρείς χαλούν την αισθητική μου,

μεταμφιέζομαι Λυσιστράτη,

κυκλοφορώ με φανό»

 

Ξάνοιγμα έβδομο: «Σφιχταγκαλιάσματα και Φτερουγίσματα, ωσάν ψυχογραφήματα…»

Δέσποινα Καϊτατζή Χουλιούμη, ποιήτρια, συγγραφέας, μεταφράστρια, Ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια. Όλες της οι ιδιότητες είναι ψυχο-κεντρικές, στην ψυχή απευθύνεται η Ποίηση, σ’ αυτήν η Πεζογραφία, ομοίως η Μετάφραση, ταυτόν και η Ψυχολογία. Λέτε να της ξέφευγαν οι ήρωες της Νουβέλας; Μοιάζει να έκαμε μαζί τους χρόνιες συνεδρίες, να εισχώρησε στο εσώτερο είναι τους, να τους φωτογράφισε, εντέλει, με το φακό του νου και της καρδιάς της…

Ψυχογραφίες των προσώπων, απογύμνωση της σκέψης τους, λεπτομερής καταγραφή των χαρακτήρων τους… Όχι με πολλά λόγια, άλλωστε η Νουβέλα δεν ξεπερνά τις εκατό σελίδες, με εύστοχα, αυστηρά διαλεγμένα, πυκνόσαρκα…

Για τούτο και οι ήρωες χαράσσονται βαθιά στο θυμοειδές του αναγνώστη, γίνονται, λες, παρέα του, περιφέρονται ανάμεσα στα βιώματά του…

Το λέγω κάθε φορά που παρουσιάζω έναν ή μία δημιουργό, πως, σαν ξεκινήσω να μιλώ, έχω τον ασταμάτητο… Και το λέγω σκόπιμα, μήπως και καταπραΰνω τους φίλους του λακωνίζειν…

Εν κατακλείδι, Δέσποινα Καϊτατζή, οι μαθητές μου κι εγώ σου ευχόμαστε να είσαι υγιής, «εύποτμος», ήτοι καλότυχη, να’ναι φίλη σου αχώριστη η κερά η Έμπνευση, να σε γεμίζουν «σφιχταγκαλιάσματα» οι φαμελίτες, οι φίλοι κι οι αναγνώστες σου…

Από τη Μελίνα, τον Θέμη και τον δάσκαλό μας, ευχαριστίες de profundis σ’ εσάς, το υπέροχο κοινό μας…

 

 

 

Ανέστης Ακριτίδης είναι φιλόλογος και κριτικός λογοτεχνίας. Το κριτικό κείμενο για το βιβλίο «Σφιχταγκαλιάσματα και φτερουγίσματα _ Ο χορός της ζωής» διαβάστηκε από τον ίδιο, τη Μελίνα Πίου, εκπαιδευτικό και τον Θέμη Τομπουλίδη, μηχανολόγο ηλεκτρονικών υπολογιστών στην παρουσίαση στις 6-2-2026 στις Σέρρες.
 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.