You are currently viewing Ανθούλα Δανιήλ: Διώνη Δημητριάδου, Αδώνιδος κήποι, Εκδόσεις ΑΩ 2025

Ανθούλα Δανιήλ: Διώνη Δημητριάδου, Αδώνιδος κήποι, Εκδόσεις ΑΩ 2025

Η Διώνη Δημητριάδου γράφει τη συλλογή Αδώνιδος κήποι. Μότο της ο στίχος του Οδυσσέα Ελύτη «Η αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίδεται», από τη συλλογή Τα Ελέγεια της Οξώπερας, και το ποίημα «Ρήμα το σκοτεινόν».

Με την ονομάτων επίσκεψιν οι Κήποι ανθίζουν, ανοιξιάτικα και πασχαλινά. Με άλλα λόγια, εν πρώτοις, πένθιμα. Να κάτι που φαίνεται παραδοξολογία, αλλά δεν είναι, εφόσον η άνοιξη έρχεται με τα λουλούδια στους αγρούς, αλλά και με τα θεία και ανθρώπινα πάθη. Θυμίζω πρόχειρα το Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου του Οδυσσέα Ελύτη και το ποίημα του Σικελιανού «Στ’ Όσιου Λουκά το Μοναστήρι».

Σύμφωνα με τον αρχαίο μύθο ο Ωραίος Άδωνις πέθανε και αναστήθηκε την Άνοιξη. Όμως το «πέθανε» βαραίνει περισσότερο στη συλλογή και το «αναστήθηκε» στον μύθο. Η ποιήτρια βρίσκει την ευκαιρία για να μας μιλήσει για τον μυθικό ωραίο νέο που το πέρασμά του από τη ζωή ήταν σύντομο. Κι όταν η αρχαία παράδοση ανακατεύτηκε με τη νέα θρησκεία και ο συγκρητισμός έφερε τον Ιησού στον Άδωνι κοντά, έφτασαν να συνυπάρχουν παλαιοί και νέος θεός, μέσα από παρόμοια σύμβολα.

Για τον ωραίο Άδωνι, κονταροχτυπιούνται δύο θεές. Η Αφροδίτη και η Περσεφόνη. Τελικά τον μοιράζονται. Γιατί, η μία του πάνω κόσμου και η άλλη του κάτω, συμβολίζουν τη ζωή και τον θάνατο. Και οι δύο υπηρετώντας τη φωτεινή και σκοτεινή πλευρά του ίδιου μηνύματος.

Ο Ελύτης ζητάει από το χέρι του το δεξί να ζωγραφίσει κείνο που τον πονεί δαιμονικά (βλ. Ημερολόγιο…), η Διώνη Δημητριάδου κρατά μολύβι  στο χέρι και μ’ αυτό ζητά να «ξεράσει λυγμό», το «σαράκι» που κατατρώει το μέσα της, που όμως «από φωτιά… αστράφτει» και καταγράφει την «κληρονομιά» της με την «ελάχιστη φωνή» της:

 Ευχή κι όχι κατάρα / με μια ελάχιστη φωνή/ το πιο βαρύ. στα ποιήματα/ φορτίο να σηκώνεις // Ήθος του ποιητή/ το άχθος του ανθρώπου

Με άλλα λόγια, η ποιήτρια γίνεται η αίρουσα τις αμαρτίες του κόσμου.

Οι «Αδώνιδος κήποι» μας εξηγεί ότι είναι τα πιατάκια με τη φακή που εθιμικά χρησιμοποιούνταν στη λατρεία του Αδώνιδος, αλλά και την μεγάλη Παρασκευή στον Επιτάφιο. Η φακή που την βρίσκουμε και στην Αγία Γραφή και  στην αρχαία ελληνική παράδοση είναι το φαγητό του πένθους, «φόρος τιμής παλιάς θεότητας  στο νέο θεό». Ο μικροσκοπικός σπόρος της, ωστόσο, είναι δυναμογόνος. Είναι ο σπόρος που πεθαίνει, όπως λέει ο Σεφέρης, αλλά και ο σπόρος που ξαναβλασταίνει.

Ο Σεφέρης, επίσης, μεταφράζει  το ποίημα του Σίντνεϊ Κιζ, «Θρήνος για τον Άδωνη», και οι στίχοι που κλείνουν το ποίημα

Η ομορφιά σου είναι πληγή στο πλευρό του κόσμου.
Αίμα σου φέρνω και τραγουδώ το αίμα το σκορπισμένο,

γραμμένοι τον Μάρτη του 1942, βλέπουν σαν Άδωνη, την Ελλάδα και τον κόσμο ολόκληρο. Ο Μάρτης είναι ο πρώτος μήνας της Άνοιξης, αλλά είναι και ο Mars,ο Άρης- πόλεμος.

 

Η Δημητριάδου σ’ αυτή τη συλλογή, στους Κήπους του Αδώνιδος, έχει αρχίσει πόλεμο και αναμετριέται με το μέγα πένθος. Με τον θάνατο που όμως είναι η συνέχιση της ζωής, αλλά που γι’ αυτόν δεν μπορείς να πάρεις πληροφορίες παρά μόνον έναντι θανάτου.

Ωστόσο, πριν φτάσει εκεί, έχει πάρει πληροφορίες από όλη την ελληνική παράδοση, θρησκεία, φιλοσοφία, λογοτεχνία, και έτσι η παλαιά γνώση και η επανάληψη ηθών, εθίμων, εποχών, διαθέσεων, συναισθημάτων συνηθειών, η δική της κληρονομιά, αξιοποιείται με το άξιο «μολύβι» της και την «ελάχιστη φωνή» της. Έτσι λέει εκείνη, όμως η φωνή δεν είναι ελάχιστη ή, ας πούμε, ότι είναι η ζητούμενη αστραπή ή οι «εκλάμψεις του μυαλού» που αστραπιαία θα της δείξουν  κάτι από τα ζητούμενα. Βεβαίως δεν διστάζει και δεν φοβάται να μπει βαθιά και στα σκοτεινά τα μονοπάτια:

Κι όμως πώς θα ’θελα / σαν Μαύρο Άγγελο/ να κατεβαίνεις να σε δω απ’ την πλαγιά/ κι ύστερα στα κύματα πατώντας/ να καταργείς της θάλασσας το υγρό τοπίο

Δύο στοιχεία εδώ έρχονται και πάλι να συνθέσουνε εκείνον που

Κατεβαίνει απ’ τις πλαγιές με τον καράγιαλη πρίμα

Όπως κατέβαινε ο Άδωνις στα μονοπάτια του Χελμού να πει

μια καλησπέρα της Γκόλφως.(Νίκος Γκάτσος, Αμοργός, Μέρος Στ΄), χωρίς να μας διαφεύγει και ο ΑΛΛΟΣ, Εκείνος που περπάτησε πάνω στα κύματα με γύρω του τους φτωχούς ψαράδες…

 

Τα τέρατα, δαίμονες και θεοί, είναι πολλά. Κι ένα απ’ αυτά είναι τα χρόνια που περνούν και δεν ξέρουμε τι μας επιφυλάσσουν: «Την προδοσία των καιρών /δεν ξέραμε ακόμη/ Η εικόνα σαρώνεται μακριά/ κι εσύ ένα κενό».

Κάπως έτσι έρχεται και εκείνη η «ξεκινημένη από μακριά στερνή χλομάδα» (βλ. Οδυσσέα Ελύτη, «Θάνατος και Ανάστασις του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου»), και του Γιώργου Σεφέρη η αίσθηση «ο ποιητής ένα κενό» («Ο βασιλιάς της Ασίνης»).

Αν στην αρχαία τραγωδία η ανυπέρβλητη δύναμη είναι η Ανάγκη, η Δημητριάδου με ίδιο φορτίο χρησιμοποιεί τη λαϊκότερη Μοίρα. Μοίρα που πολλές φορές θα την βρούμε και στον Σεφέρη και στον Ελύτη και σε άλλους ποιητές.

Ας καταμετρηθεί λοιπόν η απουσία/ μολύβι και χαρτί και προσοχή πολλή/ μην τύχει και μας παρασύρειη μνήμη/ / Όσοι πιο μακρινοί ας περιμένουν// Εδώ έχουμε νέες αφίξεις

Οι παραπάνω στίχοι δείχνουν ασφαλώς τις πρόσφατες απουσίες «οι φίλοι που ολοένα λιγοστεύουν» και συνιστούν αυτοί την πιο πρόσφατη και άμεση πληγή.

Τα θραύσματα ενός αγγείου, τα αποσπάσματα ενός κειμένου, ένα ραγισμένο σερβίτσιο που άλλοτε θα μπορούσε να είναι σωτήριο, τώρα όχι, «μικρά – αδιόρατα σχεδόν/ ρήγματα ανοίγονται  στην άκρη του μυαλού/ να ξεχειλίσει η οδύνη / να σωθείς από τον βέβαιο πνιγμό// Μερεύει ο νους και χάνεται / μες στην απατηλή γαλήνη του// Επιστροφή στο σπίτι// Πάλι».

Το όλον μοιάζει σαν να έχει υπόβαθρο το σεφερικό ποίημα «Επί Ασπαλάθων». Τα «ρήγματα» σαν του «μυαλού τ’ αυλάκια», οι ασπάλαθοι στο τοπίο και η «Γαλήνη»… το βράδυ η «Επιστροφή στο σπίτι»  και η «περικοπή» και η σωτηρία: «να σωθείς από τον βέβαιο πνιγμό»…η έσχατη ελπίδα για την ποιήτρια, η οποία αν και «σκοτεινή», εκεί, στα κείμενα, βρίσκει καταφυγή.  Σαν να μας λέει πως δεν είμαστε μόνοι μας. Είναι χιλιάδες εκείνοι που προηγήθηκαν και ούτε που μπορούμε να φανταστούμε πόσοι είναι αυτοί που ακολουθούν. Όμως για λίγη λάμψη γι’ αυτήν την αστραψιά τού νου άξιζε ο κόπος.

Αίμα η γραφή, παλιά η διαπίστωση, τα ποιήματα γράφονται με αίμα και ξενύχτι, με κόπο από νυχτερινές περιπλανήσεις σε τόπους άγνωστους με την περιέργεια για φανό στα σκότη. Ωστόσο, «Στεγνό πηγάδι ο θάνατος/ λαθεύεις πως θα δεις ως τον βυθό του», την ώρα που ο δικός της «Μιχάλης …με τη ρομφαία ακονισμένη να με αγγίζει…» και είναι η εικόνα του και η ρομφαία του με την κοφτερή της όψη, και ο ρόλος του τέτοιος που έρχεται πάνοπλος ως έρως ελθών εξ ωράνω πορφυρίαν περθέμενος  χλάμυν, ως Άγγελος, που έρχεται με την «άφευκτη ορμή του»  ή που στάθηκε για λίγο να ξεκουραστεί και το σημάδι από τη ρομφαία στο λαιμό μου δεν είναι ερωτικό φιλί αλλά αίμα…

Η Δημητριάδου συστέγασε ψηφίδες από ό,τι καλό έχει να προσφέρει η Παιδεία της σε ένα δικό της δημιούργημα. Ο Άγγελός μου, ο Μιχάλης,  ο Μιχαήλ ο  ψυχοπομπός μου, ο ερωτάς μου, ο Σολωμός μου, ο Σικελιανός μου, ο Σεφέρης μου, ο Ελύτης μου,  οι αρχαίοι και οι νεότεροι, οι πυλώνες της ελληνικής ποίησης από γενέσεώς της και εξής είναι τα θεμέλιά της, θα μπορούσε να πει. Και τα βουνά σηκώνει στους ώμους της και πάνω της η μνήμη καίει άκαυτη βάτος.

Ωστόσο, κρατά χαμηλά τον τόνο, δεν αφήνεται να παρασυρθεί από μεγάλες υποσχέσεις… και αντλώντας παραδείγματα από άλλες μορφές τέχνης παίρνει τα μηνύματα. Η νεκρή φύση π.χ.: «μήλα στο τραπέζι που σαπίζουν… φθίνουν τα σεσηπότα» και βαθιά πέρα από τις γωνίες και μέσα από τον καθρέφτη βλέπει  αν είναι εκεί αυτοί που εκείνη βλέπει ή θέλει να βλέπει ή νομίζει πως βλέπει.. Τολμά να αμφισβητεί το «θείο», το πήλινο που ψήλωσε ο νους του και το είπε «κάτι όμοιο εαυτώ». Ο Λύκος μέσα της δεν θα ησυχάσει αν με αίμα δεν ξεπλυθεί, λέει.

Η Δημητριάδου, όπως ήδη είπα και πιο πάνω, ελέγχει όλο το φάσμα της ελληνικής δημιουργίας, και αυτό φαίνεται σε κάθε ποίημα, στίχο και σκέψη, σε κάθε λέξη που δείχνει την καταγωγή της. Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας, είπε ο Σεφέρης Και γι’ αυτό σαν παιδιά της αντιμετωπίζει τις λέξεις και ας τις μετατοπίζει σε «δυστοπικά» ποιήματα (αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτή τη λέξη), αν οικειοποιηθούμε την  «άφευκτη ορμή του»  του Άγγελου, του Αρχαγγέλου, του Μιχάλη που επανέρχεται «με σκούρο δέρμα» και «με βλέμμα μαύρο/ σκοτεινό», «Με μαύρο μαντίλι στο λαιμό», αλλά πάντα ο ίδιος σε στίχους γνώριμους παλαιούς, αλλά κι αλλιώς μοντέρνος σύγχρονος και αιώνιος· τέτοιος ανέκαθεν. Τέτοια η φτιαξιά του, τέτοιος και ο δικός μας τρόπος να τον εξευμενίσουμε…

Συχνά η Δημητριάδου στα ποιήματα παραθέτει ένα, ας πούμε, επίμετρο· μια αγκύλη άλλης ποιητικής μορφής, συμπέρασμα λογικό αλλά και πάλι όχι, μα μόνο αλλιώς ποιητικό.  Η Δημητριάδου δεν μπορεί να φιμώσει την  ποιήτρια που καλπάζει μέσα της, ηνίοχος και άλογα μαζί σε δυνατό ψυχοσωματικό τροχασμό. Κι ένα ακόμα δεν μπορεί: να αφεθεί στην ελπίδα πως κάτι υπάρχει. Μα, ναι, υπάρχει αυτό που δεν έχει παρηγοριά και τα λόγια που μας υποχρεώνει να πούμε για να το εξοστρακίσουμε για λίγο· το αναπόφευκτο.

Των ποιητών είναι το χρέος μάλλον

να ψάχνουνε στον γκρίζο χάρτη της ζωής

αδιόρατα τα ίχνη των ανθρώπων

κείνων που χάθηκαν χωρίς κανένα σήμα

δηλωτικό της παρουσίας τους

 

Δικό τους μέλημα έχει οριστεί

από τους άγραφους κανόνες

αυτοί μονάχα να μιλούν με τη φωνή εκείνων

περίγραμμα της όψης τους να δίνουν

τον ήχο και το νεύμα να διασώζουν

……………………………………..

Τελικά, κάτι διασώζεται. Η ποιήτρια έσπειρε τους δικούς της σπόρους της δυναμογόνας φακής  στους ανθηρούς και πένθιμους Κήπους του Αδώνιδος.

Στο εξώφυλλο, το έργο της Φωτεινής Χαμιδιελή, Βυθός. Μια γυναίκα που λαβαίνει μηνύματα από τα άπατα ή άφταστα… όπως οι Άγιοι, οι ποιητές και η ποιήτρια.

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.