You are currently viewing Ανθούλα Δανιήλ: Κώστας Γουλιάμος, Το μάτι της λέξης, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2024

Ανθούλα Δανιήλ: Κώστας Γουλιάμος, Το μάτι της λέξης, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2024

Με μότο της συλλογής το τρίστιχο «Όσα αγγίζουν οι λέξεις/ γίνονται αίμα/ στη ρίζα των νεκρών», ο ποιητής ξεκαθαρίζει τη θέση του· κάθε λέξη του στάζει αίμα –τροφή στη μνήμη των νεκρών του. Ας πούμε των νεκρών μας.

Η νέα συλλογή του Κώστα Γουλιάμου με τον τίτλο Το μάτι της λέξης απαρτίζεται από τρία μέρη. Το πρώτο «Η λάμψη των οστών», δώδεκα ποιήματα, το δεύτερο, «Φλόγα σωμάτων»,εφτά ποιήματα, και το τρίτο «Στην ερημιά της ύλης», είκοσι δύο ποιήματα. Σύνολο σαράντα ένα ποιήματα. Ο ποιητής βλέπει τον κόσμο μέσα από τη λέξη. Κάθε λέξη και ένα παράθυρο στον κόσμο.

Το μότο της πρώτης ενότητας, ο στίχος 492, λόγος της Κλυταιμνήστρας  από τον Αγαμέμνονα του Αισχύλου –Τερπνόντοδ’ ελθόν φως εφήλωσεν φρένας- αυτό το ευχάριστο φως κάρφωσε το μυαλό μας – (μας ξεγέλασε δηλαδή) μας οδηγεί κατευθείαν στον «Πόρφυρα», όταν ο ποιητής   Διονύσιος Σολωμός, διαπιστώνει το τραγικό ξεγέλασμα:«Ἐλπίδα, τὸν ἀγκάλιασες καὶ τοῦ κρυφομιλοῦσες/ καὶ  τοῦ σφιχτόδεσες τὸ νοῦ μ᾿ ὅλα τὰ μάγια πόχεις». Αυτό το φως, από τον αρχαίο ποιητή,  ελπίδα στον νεότερο και το ξεγέλασμα στον σύγχρονο, διαγράφει μια μακρόχρονη πορεία απάτης των δυνατών προς τον αδύνατο. Και ιδού πώς το δέντρο το προγονικό ποτίζεται με λέξεις που αίμα στάζουν.

Ωστόσο, και ο τίτλος της ενότητας «Η λάμψη των οστών» πάλι μας κρατάει «εφηλωμένους» στην παράδοση. Είναι τα «άσπρα δόντια αυτού του σκύλου… αντιφεγγιά του αιώνιου, μα κι αντάμα/ σκληρή του δίκιου αστραπή κι ελπίδα», που λάμπουν στο «Άγραφον» του Άγγελου Σικελιανού. Είναι και το βιβλίο του Θανάση Βαλτινού,Θα βρείτε τα οστά μου υπό βροχήν, οστά πεθαμένου που βογκούσαν και έλαμπαν και έβγαζαν παράξενους κρότους.

Ο Κώστας Γουλιάμος μας έχει προετοιμάσει για ό,τι πρόκειται να πει. Και η αφήγησή του πιάνει το νήμα το προγονικό και συνεχίζει, αρχίζοντας από τον Δεκέμβρη του 1944. Είναι οι Άγγλοι στο πλάνο, είναι

Όλη η Σκομπία με τον Τσόρτσιλ / Στόματα μαύρα μυτερά/ Σχισμένο το μυαλό τους, / Μ’ όλα τα σύνεργα του φόνου…

Δεν μας διαφεύγει η επανάληψη των φωνημάτων Σκ, Στ. Σχ.  Σ. που συνδέεται με τη σχιζοφρένεια του «σχισμένου μυαλού», του διακωμωδημένου στην Ελλάδα  για τον ρόλο του στα Δεκεμβριανά Σκόμπυ (ας θυμηθούμε και την ανάλογη σκηνή στην ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου Ο Θίασος),  με τα «μυτερά στόματα (τα διαβολικά των ανθρώπων και των όπλων) που όλα καταλήγουν στα «σύνεργα του φόνου».

Ο λόχος των σπουδαστών θα μιλήσει / οι γδαρμένοι τοίχοι / Τα σπίτια θα μιλήσουν/ Πρωτοχρονιά του 1945/ Η πολυκατοικία σαν κρέμεται έρημη θα μιλήσει/ Οδός Μαυρομιχάλη 21 και Ναυαρίνου/ Πέτρες νεκρές, χώματα, τούβλα/ Τη νύχτα που κλειδώθηκαν στο υπόγειο/ Άσε να μιλήσω για το υπόγειο/ Η σκουριασμένη σκάλα να μιλήσει/ Οδός Διδότου 47/ … Στην πλατεία σκουριά και αίμα/… /Βρέχει χιονίζει στα ξερονήσια  της πατρίδας/ …Η λευτεριά στους δρόμους/Ακούει ο λαός τόσο αίμα/Σαν ο θάνατος δε θα ’χει πια εξουσία// Αύριο στην πλατεία θα ’ρχονται τα παιδιά με τα γαρύφαλα/ Κόκκινο άστρο καρφωμένο βαθιά μες στου μυαλού το φως…

 

Μας είναι αδύνατον να μην ξαναδούμε τους προγόνους στη ρίζα του λόγου του Γουλιάμου. Αφενός ο Οδυσσέας Ελύτης και Το Άξιον Εστί αναφέρω δειγματοληπτικά τους στίχους: «Μες στην έρμη κι άδεια * πολιτεία μένει/το χέρι που μονάχα/Με μπογιά θα γράψει * στους μεγάλους τοίχους/ΨΩΜΙ ΚΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ» καθώς και τα παιδιά που «νωρίς εβγήκανε καταμπροστά στον ήλιο, με πάνου ως κάτου απλωμένη την αφοβιά σαν σημαία, οι νέοι με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες. Και ακολουθούσανε άντρες πολλοί, και γυναίκες, και λαβωμένοι με τον επίδεσμο και τα δεκανίκια»…  αλλά και ο Γιώργος Σεφέρης με τις καταγεγραμμένες εμπειρίες «στου μυαλού τ’ αυλάκια», στου «μυαλού το φως» ο Γουλιάμος, γιατί ΦΩΣ είναι ό,τι από εκεί πηγάζει και από το σκοτάδι τού μέσα μυαλού έξω βγαίνει για να συντηρεί της μνήμης το δέντρο.

Ο ύμνος στο φως είναι μέγας,. Είναι αναδρομή σε κάθε στιγμή ιστορίας και τέχνης, πολέμου και ζωής και φυσικά πάντα με κατάληξη  στην Κύπρο και τον Πενταδάχτυλο, αλλά και με το βλέμμα πίσω στην Πελοπόννησο..

Στη δεύτερη ενότητα, το μότο  «φλόγα των σωμάτων εκάστων απορρέουσαν…» έρχεται από τον πλατωνικό Τίμαιο, όπου τα πλάσματα όλα της γης έγιναν κατ’ εικόνα και ομοίωσιν της ιδέας τους, και τα σώματα έχουν μέσα τους φλόγα,  ένα από τα κύρια συστατικά της ύλης. Ο ποιητής αρχίζει από την απέραντη θάλασσα, βλέπει το «ψάρι» μέσα της και «αγναντεύει το σύμπαν». Και «έρχεται η Άνοιξη/…/ο ήλιος καίγεται δίχως να φαίνονται οι νεκροί». Γιατί η Άνοιξη δεν είναι η εποχή των λουλουδιών ή των αγρών ή του Μποτιτσέλι, λέει ο Ελύτης, αλλά μια «μικρή βαϊφόρος κόκκινη». Είναι  η Άνοιξη των Παθών που κλείνει μέσα της και τον θάνατο και την Ανάσταση.

Ο Γουλιάμος αυτή την αιώνια επανάληψη θα μας την αποδώσει με ήχους,  με οσμές, με φως:

«Κι όπως ακούς το χώμα/ Δεν ξέρεις αν είναι αράχνη καραβιού/ Κόκκινο καρβέλι  ή άγονο φεγγάρι… / Κανείς δεν έμαθε για το γυμνό της καράβι / Απρίλη ακόμη ταξιδεύει» και ιδού και ο Τ.Σ. Έλιοτ, Ο Απρίλης ο πιο σκληρός μήνας.

Ο ποιητής ταξιδιώτης της θάλασσας κι αυτός και της αληθινής και της νοητής, θα διασχίσει και τους δρόμους  των σοφών αριθμών στις διαδρομές της σύγχρονης υπερτεχνολογίας, αλλά ποτέ δεν θα ξεχάσει το «ξεραμένο αίμα απ’ τους ξύλινους τοίχους», «τα παιδάκια με τα ποδήλατα»· άραγε να έχει εδώ στο νου έναν Μίλτο Σαχτούρη ή έναν Ανδρέα Εμπειρίκο;  Σίγουρα ένας Σεφέρης κρύβεται στους στίχους του «Δεν είναι καιρός για ήρωες/ Οι ήρωες πέταξαν/ Κοιμούνται σε πικρά δωμάτια».

 

Ενότητα τρίτη,  «Στην ερημά της ύλης» με μότο στίχους δικούς του, ερωτήματα αναπάντητα στους αιώνες:

Κι αν υπάρχω, τι είμαι; / Αιθέρας που ξέρασε το μοναχικό μας αίμα/ ή λυσσασμένο αεράκι ανώνυμης χημείας;

 

Ο ποιητής παίζει σοφά με το θαυμάσιο υλικό που αντλεί από τη ρίζα του δέντρου του… γεύεται τους ποιητικούς καρπούς του, νιώθει και την πίκρα και τη γλύκα στους παραπάνω στίχους και ποιος δεν θα αναγνώριζε τη ρήση του Ελύτη «Όπου ακούς αέρα είναι η γαλήνη που βρυκολάκιασε». Γιατί εκεί «μέσα στην άκρα σιγαλιά … ακούγονται οι πιο αποτρόπαιοι κρότοι». Ο Γουλιάμος σοφά καταθέτει στο ποίημα «Αγρίμια της νύχτας», όπου «Όλα μένουν κρυφά στις λέξεις/ Κι αμίλητα χάνονται/…/ Όλα μένουν κρυφά / αγρίμια άγρυπνα σε μεθυσμένα σώματα/ …/ μακρυά από τα αγρίμια της νύχτας, μακρυά». Στη συνέχεια, απειλεί: «Πρόσεχε ουρανέ και λαλήσω… Και λαλήσω προς πάντας τους ανθρώπους». Ο ποιητής μιλά για όλους και προς όλους. Καταγγέλλει πάντα το κακό. Είναι ο οίστρος που αφυπνίζει τους ανίδεους. Στήνει τοπία, ξεσηκώνει τους νεκρούς «Ωραία που τραγουδούν οι νεκροί  την ερημία της σάρκας», μας προϊδεάζει για το τι θα απομείνει από μας μετά, αφού κυριαρχήσει ο θάνατος. «Ωραία θερίζουν οι νεκροί τις λεμονιές» και με εικόνες θαλερής χαμένης φύσης μας προσφέρει μια αίσθηση ελπίδας σαν όλοι νεκροί που θάλλουν  «άνθη της αύριον»,  όπως  λέει ο πρόγονος·  λεμονιές και λεμονάνθια, σύμβολα της ζωής,  της χαράς και της αναπαραγωγής. Όμως, όλα τελειώνουν στην άβυσσο του τίποτα, ωστόσο, η αίσθηση από τις «λέξεις χωρίς σάρκα» εκείνων που έφυγαν δεν σβήνει, αφήνει άρωμα άυλο μιας ύπαρξης ζωντανής μέσα στο νου και την ψυχή που λέγεται ψυχή του λαού. «Στο αχανές της γλώσσας / Κυνηγώντας την αόρατη άβυσσο/ Εις μνήμην  Διονυσίου Κόμητος Σολωμού / Ωσάν ωριμάζει /Κάθε τανύφυλλος λέξη στο ενάλιο σύμπαν». Με τέτοιες λέξεις, όλες τανύφυλλες στο ενάλιο σύμπαν, ορατό και αόρατο, τόσο μακρόστενες ώστε να φτάνουν πέρα μακριά ως τη θύμηση να διατρέχουν την «κοσμική σκόνη», «στο αχανές της γλώσσας». Ο Κώστας Γουλιάμος είναι καλός ταγός και οδηγός, μας παίρνει από χέρι ή από όλες τις θάλλουσες αισθήσεις για να μας ταξιδέψει στο αόρατο και στο ανάκουστο. Δεν μας διαφεύγουν οι «Χαιρετισμοί» προς τη Θεοτόκο Μητέρα- Φύση, «Χαίρε, θέρος της ακινησίας/ … Χαίρε, της αγριοσυκιάς αφράτη σάρκα. / Χαίρε, μυρωδιά του φεγγαριού/… Χαίρε, έρυμα χαμένων άστρων/ Χαίρε πατρίδα της αβύσσου… / Κι εσύ πατέρα, χαίρε την σκόνη των άστρων/ … Κι εσύ, μητέρα,  / Μονάχη στην άκρη του άλλου κόσμου/ …/  Συγχώρεσέ μας»|. Θα τελειώσω το σύντομο τούτο σημείωμα με δυο μεγάλα ονόματα εμβληματικά για την πρόοδο του κόσμου και την ανύψωση του Ανθρώπου. Το ένα αφορά τον μεγάλο μας Μίκη Θεοδωράκη «αερούδι ξωτικό/ Τρυφερό της σάρκας / Απ’ τα καθάρια Λευκά Όρη/ Όπου ακούει ο ήλιος το τραγούδι/ Μέχρι τα μέσα της φωνής / Να κατρακυλά σαν πέτρα / στο άσπρο φως της παραλίας». Σαν πέτρα που άνοιξε τον Τάφο, σαν πέτρα και λαλούδι από την παραλία της Κρήτης που βγάζει φωνή και τραγούδι. Το άλλο όνομα είναι του Λένιν και «Τι σκεφτόνταν… περπατώντας». Το θέμα είναι ότι ο μεγάλος επαναστάτης σκεφτόταν με ελληνική υλικά:  κυπαρίσσια και ελιές,, με τον πλόκαμο της Βερενίκης, με τα αγριολίθαρα του Άργους, με τα άλογα του Νικηταρά,   «Και τούτο το φεγγάρι/…/ μυρίζει φως/ Και ύλην ανθέων κι αλάτι αλός βαθέας Φεγγάρι αιφνίδιας γέννησης/ / Τίποτα δεν χάνεται / Τίποτα δεν χάνεται». Ο ποιητής έκανε μεγάλο ταξίδι, πιο δύσκολο από του πολυμήχανου Οδυσσέα. Κατέβηκε κι αυτός στον Άδη, μίλησε με τους προγόνους και ανέσυρε τη φωνή τους στην επιφάνεια της γης, είδε το παρελθόν, έζησε ένα δύσκολο παρόν και  τρέμει για το δυσοίωνο μέλλον. Φοβάται μήπως «Μετά από τόσα φονικά των Αχαιών» ακούσει «το ουρλιαχτό/ Πιο κοντά στη μεγάλη έκρηξη». Το μάτι της λέξης του διέγραψε μεγάλη ακτίνα και χώρεσε όσα μπορεί να αντέξει ο ποιητής. Μας θύμισε οικεία κακά, μας έδειξε τις σταγόνες το αίμα, μας ξύπνησε τη μνήμη, μας κέρασε γλυκό-πικρό κρασί, μας είπε τι φοβάται ή, έστω,  τι πιστεύει. Το έργο του Θωμά Τουρναβίτη στο εξώφυλλο, με τον τίτλο «Φλάουτο»,  μας θυμίζει εκείνον τον παράξενο σουραυλή του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη,  που «εξηκολούθει να φυσά τον αυλόν του εις την σιγήν της νυκτός» κι ας χανόταν ο κόσμος γύρω του κι ας πνιγόταν η μικρή Ακριβούλα σχεδόν πλάι του. Η μεγάλη Φύση δεν έχει αισθήματα. Έχει όμως ο ποιητής κι ο κάθε καλλιτέχνης που μεταφράζει ερήμην της για μας.  Ο ποιητής παραθέτει σημείωμα με όλα τα παραθέματα που έχει αντλήσει από τον παγκόσμιο θησαυρό. Για όσα εγώ πρόσθεσα,  δική μου η ευθύνη.

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.