You are currently viewing Αριστούλα Δάλλη: Βάλια Ζαπώνη «Ο βαρκάρης της Πρέσπας», 2+5 Διηγήματα, εκδόσεις Το κεντρί, 2025. (ISBN 978-618-5792-16-9).

Αριστούλα Δάλλη: Βάλια Ζαπώνη «Ο βαρκάρης της Πρέσπας», 2+5 Διηγήματα, εκδόσεις Το κεντρί, 2025. (ISBN 978-618-5792-16-9).

Η Βάλια Ζαπώνη με το πρόσφατο βιβλίο της «Ο Βαρκάρης της Πρέσπας-2+5 διηγήματα», εκδόσεις Το Kεντρί, 2025 σκύβει με τρυφερή ματιά στα ήρεμα νερά της λίμνης Πρέσπας, στον γραμμικό χρόνο του τώρα, και με μνημονικές εικόνες ταξιδεύει στον παρελθόντα χρόνο, σ΄εκείνη την επώδυνη περίοδο του Εμφυλίου στην πατρίδα της, τη Φλώρινα, που έκρινε και την έκβαση του πολέμου. Κίνητρο για τη συγγραφή του βιβλίου, όπως σημειώνει η συγγραφέας, ήταν «Το συλλογικό και ατομικό τραύμα του Εμφυλίου που στοιχειώνει ακόμα τις συνειδήσεις, τους ανθρώπους και τα μέρη», έτσι όπως διαδραματίστηκαν οι επώδυνες ιστορίες.

Και δεν είναι παράξενο ούτε σύμπτωση, μάλλον είναι συγκινητικό το γεγονός ότι, διαβάζοντας η συγγραφέας ένα άλλο βιβλίο, σχετικό με τα γεγονότα εκείνης της περιόδου του Νίκου Κέντρου «Ο Εμφύλιος στη Φλώρινα», βρίσκει στις σελίδες του αναφορές που σχετίζονται, όχι μόνο με την τοπική ιστορία αλλά με αναφορές στον ίδιο τον πατέρα της. Η συγγραφέας νιώθει ότι είναι και η ίδια μέρος των ηρώων εκείνης της εμφύλιας ματωμένης περιόδου.

Και τότε η λίμνη Πρέσπα φωτίζεται από το φως της μνημονικής άγρυπνης συνείδησης με εικόνες πραγματικές ή μυθοπλασίας. Αφουγκράζεται μέσω της ιστορικής καταγραφής τον πόνο της απώλειας και του μίσους του «τότε» και συγχρονίζεται με τις ανησυχίες, τις αγωνίες και τους υπαρξιακούς φόβους των ανθρώπων του «τώρα», για μια πιθανή, απρόσμενη και άστοχη σκοτεινή επανάληψη του δράματος στο σύγχρονο δυστοπικό κόσμο μας .

 

Ως παντογνώστης αφηγητής σε τριτοπρόσωπη αφήγηση και λόγο βαθιά αληθινό, αισθαντικό, μας μεταφέρει σε χρόνους της ιστορίας που όλοι ενωμένοι αγωνίζονταν με τα όπλα ενάντια στον Γερμανό κατακτητή.

Και ύστερα απρόσμενα άφιλες, σκληρές γεμάτες μίσος ανατροπές αδελφικού αλληλοσπαραγμού.

Πως όμως χάθηκε ο έλεγχος από βαθύτερα ενδοψυχικά πάθη και οδήγησαν σε ένα εμφύλιο αγώνα στρέφοντας τα όπλα ο ένας απέναντι στον άλλον σκορπίζοντας τον όλεθρο της διχόνοιας και του θανάτου;

Η Βάλια Ζαπώνη με το συναίσθημα της συμφιλίωσης και της συγχώρεσης, γράφει γι΄ αυτές τις πραγματικές αλλά και τις μύχιες σκέψεις και τους στόχους των ηρώων της, από το διήγημα  του εμφυλίου «Ο βαρκάρη της Πρέσπας» έως και την ανθρώπινη φωνή που ανεβαίνει από το ομιχλώδες τοπίο της άνοιας με συγκίνηση, «Ακόμα με θυμάσαι;».

 

Η συλλογή χωρίζεται σε δύο μέρη που σχετίζονται θεματικά μεταξύ τους με το βαθύτερο ψυχοσυναισθηματικό κόσμο των ηρώων γεφυρώνοντας το παρελθόν με το μέλλον, όχι μόνο με τις διαφορετικότητες αλλά και με τις ομοιότητες της ανθρώπινης ύπαρξης.

Με τα πρωτογενή συναισθήματα και τις ενστικτώδεις ενορμήσεις της επιθετικότητας, του έρωτα και της αγάπης, της ζωής και του θανάτου, συμπλέκονται τα πραγματικά και μυθοπλαστικά πρόσωπα του βιβλίου, ακόμη και του/της αναγνώστη/τριας, σε μια μνημονική ταύτιση, είτε βιωμένη είτε μέσω των ιστορικών αφηγήσεων.

 

Η Βάλια Ζαπώνη στο πρώτο κύριο διήγημα με τίτλο «Ο Βαρκάρης της Πρέσπας» με λόγο αυθεντικό και αφοπλιστική οικειότητα, περιγράφει ζωντανά τον κατακτητικό πόλεμο των Γερμανών του ΄40 και την απελευθέρωση με την εθνική αντίσταση. Αλλά παράλληλα περιγράφει και όλη τη βία του πολέμου που μετατρέπεται σε αδελφοκτόνο πόλεμο εξίσου θανάσιμο και επώδυνο, καθώς θυσιαζόταν η αδελφική αγάπη από ένα πρωτόγονο  μίσος, όπως του Κάιν και του Άβελ.

Ωστόσο, όταν η συγχώρεση κτυπάει την πόρτα, και ένα πιάτο φαγητού Ελβασάν Ταβά ή ένα κομμάτι πίττα στοργικής αγάπης γίνεται μέσο εκδήλωσης της συμπόνιας και της συνύπαρξης, τότε φαίνεται ότι το ανθρώπινο στοιχείο ντυμένο με φιλότητα κυριαρχεί στις καρδιές των ανθρώπων. Και γι΄αυτή την ελπίδα γράφει από καρδιάς η Βάλια Ζαπώνη.

 

Στο δεύτερο μέρος, με βαθιά ενσυναίσθηση γράφει ιστορίες βιωμένες άμεσα ή έμμεσα μιας άλλης επιθετικότητας ανεξέλεγκτης από τις δυνάμεις της ζωής, όπου η ανθρώπινη ύπαρξη υποτάσσεται στις δυνάμεις της ανθρώπινης φύσης, στην απρόσμενη ασθένεια, στη γέννηση και τη φθορά της ύλης στον χρόνο. Κι εδώ είναι μια άλλη μορφή καθημερινότητας αλλά με το ίδιο ανεξιχνίαστο φορτίο του συναισθηματισμού, των απωθημένων ανοίκειων εικόνων, της προδομένης αγάπης, της ματαίωσης των προσδοκιών, της σύγκρουσης των ενορμήσεων του κακού και του καλού που πολλές φορές φτάνουν στο έγκλημα και τρομάζουν.

Συμπεριλαμβάνει τρία διηγήματα με νοσταλγικές μνήμες της αθωότητας και της παιδικής μαγείας και ομορφιάς, που έχουν χαράξει βαθιά την τοπική κουλτούρα, την παράδοση, τα ήθη κι έθιμα, τα βιώματα που ορίζουν εξελικτικά την ενήλικη ζωή. «Ο Βαρκάρης της Πρέσπας» είναι ένας ύμνος για τον παραδοσιακό ελληνικό τρόπο ζωής, για την βαθιά αγάπη και πίστη στον άνθρωπο, για την ασίγαστη ανάγκη της ελευθερίας σε πράξεις, σκέψεις και λόγο.

 

Η αφήγηση αρχίζει «εκ του αποτελέσματος», μετά από μια αληθινή ιστορία προδοσίας της εμπιστοσύνης και της φιλίας ανάμεσα σε δύο στρατευμένους άνδρες κατά τον Εμφύλιο. Ιχνογραφεί τις αλήθειες και τα ψέματα των ηρώων, τις μύχιες σκέψεις του έρωτα και της αγάπης, της συμπόνιας και του καλού. Αλλά, χωρίς λογοκρισία, καταθέτει με άλγος την ίδια αναδυόμενη δύναμη του κακού που εκφράζεται με μίσος χωρίς έλεγχο ενάντια στην διαφορετική θέση και ιδεολογία.

 

Στο πρώτο διήγημα η συγγραφέας ανοίγει την αυλαία της μυθοπλασίας με μια αληθινή ιστορία του Μήτσου μέσα σε μία διμοιρία του κυβερνητικού στρατού που χαρακτηρίστηκε προδοσία και η ποινή του στρατοδικείου ήταν  ο θάνατος.

Αλλά και με την ιστορία του Ηλία και την υποτιθέμενη προδοσία του στις γραμμές του επαναστατικού στρατού, όπου δραπετεύει για να βρει την αγαπημένη του, στη συνέχεια αιχμαλωτίζεται και καταλήγει σε καταναγκαστικά έργα εκτός της πατρίδας με τη θλίψη του θανάτου της αγαπημένης του και τα γκρεμισμένα του όνειρα.

Έτσι μέσα στην τραγωδία της νέας κατάστασης του πολέμου, συναντιούνται δύο νέοι Φλωρινιώτες επιστρατευμένοι φαντάροι, ο Μήτσος και ο Ηλίας, πρωταγωνιστές του διηγήματος και μοιράζονται την καθημερινότητα της ζωή τους, αναπτύσσουν μια φιλία κάτω από τις απώλειες και τον φόβο του θανάτου, ζούνε μια αθέμιτη προδοσία της φιλίας με επώδυνες ανατροπές και ματαίωση των προσδοκιών και των νεανικών ονείρων τους. Μία σχέση που είναι όμοια με πολλές άλλες επώδυνες ιστορίες προδοσίας του τότε αλλά ακόμη και του τώρα.

Διαφορετικά τα οικογενειακά τους συστήματα, οι δομές και οι σχέσεις των μελών του κοινωνικού γίγνεσθαι, τα βιώματα και η διαμόρφωση των χαρακτήρων, τα πρότυπα συμπεριφοράς και ηθικής ανάμεσα στα φύλα.

 

Ο Μήτσος μεγαλώνει σ΄ένα σπίτι κοντά στις γραμμές του τρένου που επικοινωνούν με άλλες πόλεις και ονειρεύεται να φύγει από την γονεϊκή καταπίεση. Προσπαθεί από παιδί να βρει τον δρόμο του, να εκφράσει τον αρρενωπό δυναμισμό του, ακόμη και με παράδοξο παραβατικό τρόπο συμπεριφοράς, σε αντίθεση με τις δύο αδελφές του θεωρητικά επιτυχημένες και την εξουσιαστική και επιβλητική μητέρα του. Δεν θέλει να μοιάσει τον αποσυρμένο πατέρα, ούτε και να υπακούσει στις επιθυμίες της άξιας αλλά κυριαρχικής μητέρας. Εκτονώνει τις θυμικές εντάσεις του στο ποδόσφαιρο και γίνεται επώνυμος με βραβεύσεις στο άθλημα. Ο πόλεμος τον βρίσκει είκοσι χρονών παλικάρι να υπηρετεί τη θητεία του στο στρατό και γυρίζει από αρρώστιες τσακισμένος και ακόμη πιο αντιδραστικός. Θέλει να επαναστατήσει, θέλει να πάει με τους αντάρτες αλλά τελικά ερωτεύεται το Μαρικάκι και μένει στο σπίτι του. Γίνεται οικογενειάρχης και υπηρετεί βαθμοφόρος στον κυβερνητικό στρατό, απέναντι από τους αντάρτες. Πλαίσιο σπίτι και πλαίσιο στρατός καταπιέζουν την ελευθερία του Μήτσου που σαν λύση βρίσκει την προσαρμογή και τον συμβιβασμό για να ησυχάσει. Ερωτεύεται και παντρεύεται την αγαπημένη του.

Αντίθετα ο Ηλίας μεγαλώνει δίπλα στη λίμνη Πρέσπα. Στο πιο όμορφο χωριό της μεγάλης λίμνης Πρέσπας, τον Άγιο Γερμανό, Ηλίας και Βέτα γεννήθηκαν και μεγάλωσαν από παιδιά με μια ελευθερία χωρίς στεγανά και έμφυλες απαγορεύσεις. Ζούνε τον έρωτα τους σαν φυσική εξέλιξη, όμοια με την πλατιά λίμνη Πρέσπα βιώνοντας ακόμη και το πιο μύχιο όνειρο τους. Κι έρχεται ο πόλεμος και θρυμματίζει κάθε όνειρο τους.

Ηλίας και Βέτα βρίσκονται σε διαφορετικά στρατόπεδα ιδεολογίας λόγω αθέμιτων υποχρεώσεων. Και εκεί στη δίνη του πολέμου χάνονται. Η Βέτα σκοτώνεται ελεύθερη όπως έζησε σε μια επίθεση του επαναστατικού στρατού και ο Ηλίας, μη μπορώντας να την συναντήσει, χάνεται στο παράτολμο ρίσκο της αναζήτησής της και της άρνησής του για την απώλεια της Βέτας του μοναδικού έρωτα της ζωής του.

Η Βάλια έχει ενσωματωμένες βιωμένες μνήμες  με την ομορφιά της θηλυκής λίμνης, την ελεύθερη αρσενική ψυχή των ψηλών βουνών, τις νωπές μυρωδιές της ζεστής πρασόπιτας και της φωτιάς, των δροσερών κόκκινων κερασιών. Του φαγητού Ελβασάν ταβά, γιατί όπως γράφει, «αυτό το φαγητό θέλει προσοχή, αγάπη, φροντίδα και καλά υλικά».

 

Και όλα αυτά τα υλικά των σχέσεων, θετικά και αρνητικά τα συναντούμε έμφυτα στο βιβλίο της  με τα διηγήματα «Στην αιμοκάθαρση», « Τα στέφανα του γάμου», «Ακόμη με θυμάσαι;», αγγίζοντας τα βαθύτερα συναισθήματα των προσωπικών εμπειριών που σχετίζονται πολλές φορές με ματαιωμένες προσδοκίες, απρόσμενες προδοσίες, έρωτα και μίσους που εναλλάσσονται σιωπηλά ακολουθώντας τη φθορά του χρόνου, την χωρίς έλεγχο εγκατάσταση της ασθένειας, την ματαίωση του ονείρου για ζωή και τη χαρά  της αγάπης.

 

Στο διήγημα «Αιμοκάθαρση» η ηρωίδα βρίσκεται σ΄ένα δίλημμα που ορίζει την σωματική της υγεία, σε μια θέση που δεν έχει εναλλακτική λύση πέρα από την αποδοχή της αιμοκάθαρσης. «Δεν της έμενε και πολύς καιρός διαθέσιμος κι η επιστήμη έπρεπε να επέμβει δραστικά, για να σωθεί από τον μαύρο καβαλάρη». Η συγγραφέας γνωρίζει πολύ καλά αυτό τον βιωμένο χρόνο και χώρο που είναι συνυφασμένος με φόβο, πόνο, απώλειες προσωπικών επιθυμιών, σωματικών και ψυχικών επιθυμιών.

 

Γράφει: « Πάμπολλες τέτοιες ιστορίες, κάθε είδους, με κοινό παρονομαστή τον ανθρώπινο πόνο, την πάλη με τον θάνατο, με την αρρώστια, με την φθορά.κεί που νιώθεις πως ο φτερωτός καβαλάρης μπήκε στον θάλαμο κι ετοιμάζεται να αρπάξει τη λεία του, επεμβαίνουν οι γιατροί της μονάδας, αρπάζουν το υποψήφιο θύμα, το συνεφέρνουν και το επαναφέρουν στη ζωή».

Βιωμένες οι δυσκολίες και οι συναισθηματικές αλλαγές στη μονάδα της αιμοκάθαρσης από τη Βάλια αλλά και οι ανθρώπινες στιγμές των ασθενών  που μοιράζονται μεταξύ τους άλλοτε με αλήθειες και άλλοτε με υπαινιγμούς, χιούμορ και κατανόηση. Με σεβασμό και περίσσευμα ψυχής, από τη θέση της θεραπευομένης, αναγνωρίζει και υπογραμμίζει το δύσκολο έργο του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού που γίνεται μέρος μιας σχέσης οικειότητας, φωτός, χαράς και συμπόνιας.

«Και το οδοιπορικό συνεχίζεται, το ταξίδι της ζωής και της αρρώστιας, του θανάτου και της ίασης, επαναλαμβάνεται με ομόκεντρους κύκλους, με συνεχή αγωνία, με επαναλαμβανόμενες πτώσεις  και αντίστοιχα σηκώματα, με τρεμάμενα πόδια κι άσχημες τρικλοποδιές και πισωγυρίσματα. Πόσο θα κρατήσει αυτό το παιχνίδι , αυτό το κυνηγητό της υγεία και της θεραπείας; Ποιος γνωρίζει…Κοινή γαρ η τύχη και το μέλλον αόρατο».

Μήπως η συγγραφέας, μέσα από την βιωμένη εμπειρία, αναφέρεται τελικά με αγωνία αλλά και ελπίδα, σε όλα τα διηγήματα  του βιβλίου για το βιωμένο παρελθόν των απωλειών του πολέμου, για τις δυσκολίες ενός δυστοπικού παρόντος και τις απρόσμενες εκπλήξεις ενός μέλλοντος;

Ίσως η ποιητική της πρόταση ντυμένη με ανθρωπιά να είναι ότι, αυτό που είναι αληθινό είναι αυτό που ζούμε στο τώρα, ακόμη και αν ο χρόνος διαψεύσει τις προσδοκίες μας, μιας και είναι άγνωστο το μέλλον και ο τρόπος βιώματός του.

 

Η αφήγηση της Βάλιας ρέει αβίαστα σαν τα νερά του ποταμού που διασχίζει την πόλη της και την καρδιά  της με νοσταλγία, μνήμες και αποδοχή όλων των ταραγμένων στιγμών του τότε, δημιουργώντας το τώρα με ελπίδα και καρτερικότητα όλων των απρόσμενων αλλαγών που δεν είμαστε σε θέση να ανατρέψουμε.

« Ακόμα με θυμάσαι;» λέει ο άρρωστος που χάθηκε μέσα στις σβησμένες βιωμένες στιγμές του διαχρονικού  χρόνου και χάους της άνοιας.

 

Η αντιμετώπιση της μοναξιάς, η απομόνωση, ακραίες ιδεολογίες που ταράζουν επικίνδυνα τα νερά της λίμνης, η θλίψη των απωλειών, θα υπάρχουν ίσως έτσι όπως εμφανίζονται κυματιστά οι αλλαγές στο υγρό μητρικό αλλά και ερωτικό σώμα της λίμνης, μέσα από εξωτερικές ή εσωτερικές ψυχικές αναταράξεις.

Θα κλείσω την βαθιά ανθρώπινη και ποιητική ματιά της Βάλιας Ζαπώνη, όμοια με την μεταφορά και την προσωποποίηση την λίμνης και του βαρκάρη της με δάνειο λίγες στροφές από το ποίημα του Λαμαρτίνου «Η λίμνη», διάλογος-τραγούδι της νοσταλγίας για τον έρωτα, την αγάπη, την συνύπαρξη, τη χαρά της ζωής.

ΛΙΜΝΗ

« Πάντα λοιπόν θα τρέχουμε προς άγνωστο ακρογιάλι / θα καταποντιζόμεθα στου τάφου τη νυχτιά/

Χωρίς ποτέ εν΄απάνεμο στην ανεμοζάλη, / ουτ΄ένα καταφύγιο στη βαρυχειμωνιά./ [….]

Κοίταξε, λίμνη, κοίταξε! Δεν έκλεις΄ένας χρόνος / πο΄παίζε με το κύμα σου χαρούμενη τρελή /

Και τώρα, τώρα ο δύστυχος, κάθομαι, λίμνη, μόνος / στην πέτρα εδώ, όπου πάντοτε μας έβλεπες μαζί.

[…….]

Θυμάσαι, λίμνη, μόνοι μας μια νύχτα εγώ κι εκείνη / ελάμναμε άφωνοι οι φτωχοί στα κρύα τα νερά σου /

Τ΄αγέρι δεν ανάσαινε, είχες κι εσύ γαλήνη, /στον ύπνο σου δεν άκουες παρά τα δύο κουπιά.

 

18/2/2026

 

 

Αριστούλα Δάλλη

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.