You are currently viewing Δάφνη Μαρία Γκυ-Βουβάλη: Αγγελική Ψακή-Κωβαίου: «Της Πέτρας το Δάκρυ». Εκδ. Τζο Πάτση

Δάφνη Μαρία Γκυ-Βουβάλη: Αγγελική Ψακή-Κωβαίου: «Της Πέτρας το Δάκρυ». Εκδ. Τζο Πάτση

Η ψυχή του πατρικού σπιτιού

 

Το λυγερόκορμο δέντρο της μνήμης. Πάντα ζωντανό, με τις ρίζες του βυθισμένες μέσα στην ψυχή μας, θάλλει μέσα στον χρόνο. Οι ποιητές το ξέρουν. Συχνά-πυκνά, από την ικμάδα του αντλούν τις λέξεις για να τις αποδιπλώσουν στο χαρτί. Τρανό παράδειγμα η Αγγελική Ψακή-Κωβαίου, η ποιητική συλλογή της οποίας, με τον τίτλο «Της Πέτρας το Δάκρυ», κυκλοφορεί από το Κέντρο Ευρωπαϊκών Εκδόσεων Χάρη Τζο Πάτση. Μ’ ένα στεναγμό μπορείς να γράψεις τόσα πολλά…

Μ’ έναν στεναγμό… Το βιβλίο «Της Πέτρας το Δάκρυ» αγγίζει ευαίσθητες χορδές. Με απίστευτη νοσταλγία επιστρέφει στην μοναδική εστία που όλοι οι άνθρωποι έχουν, ή είχαν κάποτε, και την κρατούν φυλαχτό παντοτινά στην καρδιά τους. Χωρίς καμιά εξαίρεση: το σπίτι όπου γεννήθηκαν και μεγάλωσαν.

Το πρόσωπο του παρελθόντος για την Αγγελική Ψακή-Κωβαίου, είναι αυτό το σπίτι. Μέσα από ποιήματα που είναι όλα άτιτλα, μέσα από ισχυρή εικονοπλασία, παρομοιώσεις και μεταφορές, του απευθύνεται με χίλια δυό ονόματα και κοσμητικά επίθετα, ενδεικτικά της ψυχικής βαρύτητας που του αποδίδει, και του μιλά, προσωποποιώντας το με τρυφερότητα και αγάπη. Χαρακτηριστικός αυτής της προσωποποίησης είναι ο τίτλος του βιβλίου, μέσα από τον οποίο η ποιήτρια ζωντανεύει την «πέτρα» του σπιτιού, χαρίζοντάς της το συναίσθημα της θλίψης και το δάκρυ.

Για την Ψακή-Κωβαίου το πατρικό σπίτι είναι ένα φως και μια πληγή ταυτόχρονα: φως γιατί συμβολίζει τα νιάτα του ποιητικού υποκειμένου, καθώς και για την χαρά που πρόσφερε κάποτε, και πληγή γιατί όλα όσα αντιπροσώπευε είναι πια παρελθόν, και τώρα το σβαρνίζει η ερημιά.

Τα σχετικά παραδείγματα μέσα στο βιβλίο είναι πάμπολλα, κι εμείς σταχυολογούμε ενδεικτικά δύο: «Κείνο το σπίτι… / Ροδοζάχαρη / για να γλυκαίνει τις καρδιές του κόσμου, / ανθόνερο να ραίνει τα όνειρά μας, λιαστό κρασί για να ξεπλένει / των νεκρών τις αμαρτίες. // Σ’ ανθισμένα πελάγη / την ψυχή μου ταξίδευε. / Την ανάσα μου ζέσταινε / στο βελούδο των άστρων». Και «Της ροδαυγής μου φυλαχτό, / έχει βαρύνει η οδύνη της φυγής / τα βλέφαρά σου, / έχει στολίσει ο στεναγμός της γης / την ησυχία σου».

Σε αντιδιαστολή με το φωτερό, δροσερό παρελθόν, έρχεται το σκοτεινό παρόν. Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι τα νιάτα τα διαδέχονται τα γηρατειά, και την ευτυχία η εγκατάλειψη, είναι και τα εκ διαμέτρου αντίθετα χαρακτηριστικά που διαθέτουν οι χρονικές περίοδοι τις οποίες η ποιήτρια περιγράφει. Κι όλ’ αυτά, τα εκφράζει τόσο μέσα από ευαίσθητους στίχους, όσο και από ουσιαστικά (κι επίκαιρα) αποφθέγματα, που διαδέχονται το ένα το άλλο με καταιγιστικό ρυθμό: «Τ’ αχνάρια της πρώτης μας νιότης / στην έρημο του ξεφτισμένου τσιμέντου / θα ’βρεις». «Του νέου αιώνα οι σκαπανείς / τις αξίνες μετέτρεψαν / σε πολύχρωμες οθόνες. / Του σύμπαντος ασθενείς γίναμε όλοι… // Κλείσαμε τ’ αφτιά / στους πάμφωτους αγγέλους / της αλήθειας. / Πετροβολούμε αλύπητα / την αρετή και τη δικαιοσύνη…//». «Τούτα τα χρόνια, τούτες οι γενιές, / ταξιδευτές αιώνιοι θα μείνουν / σε νύχτες δίχως άστρα. / Σώματα στην ανεμοζάλη / δόξας εφήμερης, εύκολου πλούτου / και πώς να φτάσουν / στο λιμάνι της στοργής;»

Η εικόνα του παρόντος αλλά και του μέλλοντος που σκιαγραφείται μάλιστα,  λαμβάνει μερικές φορές αποκαλυπτικό χαρακτήρα – ο οποίος δεν παύει ωστόσο ν’ αντικατοπτρίζει, δυστυχώς, την πραγματικότητα: «Λόγια σε μέρες τρόμου γεννημένα. / Ντυμένα με την παγωνιά αμέτρητων νεκρών. / Φωνές που μέσα τους άσπροι, κίτρινοι, μαύροι, / φορτωμένοι με τόση τραγωδία, κλαίνε / ανήμποροι μπροστά στον νέο θάνατο». «Στάζει το μισοφόρι τ’ ουρανού / απ’ των παιδιών / τα φλογισμένα δάκρυα».

Για όλα τούτα, η ποιήτρια πονά, θρηνεί και πενθεί. Ο θρήνος και το πένθος της κυριαρχούν στο βιβλίο. Με άφατο λυρισμό (που άλλωστε ξεχειλίζει παντού), μας μεταφέρει στην φοβερότερη ώρα θανάτου που υπάρχει στον κόσμο: «Μεγάλη Παρασκευή. / Το σήμαντρο του Αϊ Γιώργη / ολημερίς νεκρώσιμα χτυπά / γαλάζια αφύπνιση. / Των παιδικών μου χρόνων / οι αναμνήσεις τώρα, / σαν μικρά Χερουβίμ ψέλνουν / στον επιτάφιο της ψυχής μου / «Ω γλυκύ μου έαρ». Ο λόγος είναι σαφής: «…Παρασκευή Μεγάλη, / η Οικουμένη ανεβαίνει / στον σταυρό της ηττημένη».

Έτσι, η ποιήτρια επιστρέφει και προστρέχει στην πατρική και παιδική της εστία, σαν σε καταφύγιο για να στεγάσει την θλίψη της: «Τώρα έρχομαι / και ξανάρχομαι κοντά σου, / στους άδειους τοίχους σου / να ξαποστάσω. / Τραγούδι της ψυχής λυπητερό / ν’ ακούσεις». Και βέβαια για να θυμηθεί. Οι περιγραφές του σπιτιού, που δρουν σαν παραμυθία στην ψυχή της Ψακή-Κωβαίου, ενεργούν πάνω μας ακριβώς όπως η αντίθεση φωτός και ερέβους, η οποία ξεδιπλώνεται αφειδώλευτα μέσα στην ποιητική συλλογή.

Εξάλλου χαρακτηριστικό του βιβλίου, είναι ότι εμπλουτίζεται με παλιές οικογενειακές φωτογραφίες, των προγόνων, των γονέων και συγγενικών στην ποιήτρια νεανικών μορφών, καθώς και ότι αυτή αφιερώνει την συλλογή της στον ναυτικό πατέρα της και στην μητέρα. Οι στίχοι λειτουργούν συμπληρωματικά, υφαίνοντας τα πορτραίτα τους με τις λέξεις και με νοσταλγικά συναισθήματα.

Μόνο προς τις τελευταίες σελίδες εμφανίζονται ψήγματα μιας ψυχικής ανατολής. Εκεί όχι μόνον η φύση αναγεννάται, και η θάλασσα, προσωποποιημένη, δεν αντέχει «τόσα μελαγχολικά βλέμματα», αλλά και οι σοφοί, οι ποιητές, ακόμη και οι απλοί άνθρωποι, καλούνται, μ’ έναν θριαμβικό τρόπο που μας θυμίζει το Πνευματικό Εμβατήριο του Άγγελου Σικελιανού, να διώξουν «της αδικίας την καταχνιά».

Θα ολοκληρώσουμε την κριτική μας περιήγηση στην ποιητική συλλογή «Της Πέτρας το Δάκρυ» με αυτούς ακριβώς τους στίχους, οι οποίοι μας μεταγγίζουν ψυχική ανάταση:

«Αγάντα φίλοι μου, για εκεί / που το φως, / ο ουρανός / κι οι άνθρωποι / γίνονται αδελφοί. // Αγάντα και μας προσμένει / εκείνη η ψηλή του Σύμπαντος κορφή / να υψώσουμε ξανά / ενάντια σε κάθε βάρβαρο, / το λάβαρο της λευτεριάς.»

«Κι εσείς σοφοί του κόσμου / απ’ άκρη σ’ άκρη εγερθείτε. // Ποιητές, στους στίχους σας απλώστε / τη δόξα της ζωής. / Ζωγράφοι, με χρωστήρα πυρωμένο, / ουράνια τόξα / χρωματίστε στους αιθέρες. // Διώξτε της αδικίας την καταχνιά / να πιάσει ο ήλιος το άρμα του / και πάλι / και στων παιδιών τις φλέβες /αμέριμνο το αίμα να κυλά!»

Η ανθρώπινη ιδιοσυγκρασία δεν αντέχει να υπάρχει χωρίς αισιοδοξία…

 

 

 

 

Δάφνη Μαρία Γκυ-Βουβάλη

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.