Το καθημερινό στην ποίηση του Μπλεζ Σαντράρ
Το βιβλίο 43 Ποιήματα του Μπλεζ Σαντράρ με προλεγόμενα και σημειώσεις του Γιάννη Λειβαδά, σε μετάφραση Κλείτου Κύρου και Γιάννη Λειβαδά (Εκάτη, 2025) αποτελεί μια πολύ χρήσιμη και κατατοπιστική, για το ελληνόφωνο αναγνωστικό κοινό, εισαγωγή στο ποιητικό έργο αυτού του κορυφαίου συγγραφέα του μοντερνισμού. Ήδη από τα Προλεγόμενα ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι έχει να κάνει με μια ιδιαίτερη ποιητική φυσιογνωμία, την οποία δεν περιχαράκωσαν ούτε μια συγκεκριμένη τεχνοτροπία, ούτε η “λογοτεχνική εποχή”, οπότε έζησε και έγραψε. Από τον Γιάννη Λειβαδά η ποίηση του Σαντράρ χαρακτηρίζεται «ολοζώντανη, μοντέρνα και προκλητική», για να φτάσει λίγο παρακάτω σε μια διαπίστωση ευθύβολη όσο και οξυμμένη: «Η ποίησή του ξεκινούσε πολύ πιο πίσω από το επιτρεπτό και έφτανε πολύ πιο μπροστά από το επιτρεπτό». Αυτή η διαπίστωση μάς κλείνει το μάτι για ό,τι θα διαβάσουμε παρακάτω. Γιατί ο Σαντράρ, αν και κορυφαίος πρωτεργάτης του Μοντερνισμού, όπως ξεκάθαρα δηλώνεται, δεν εγκλωβίστηκε στα όρια αυτού του αισθητικού κινήματος. Αντίθετα, υπήρξε μοντερνιστής ανατρέποντας και διευρύνοντας συνεχώς αυτά τα όρια. Εδώ, λοιπόν, δε θα είχε νόημα να επιχειρήσουμε, με βάση τα μεταφρασμένα ποιήματα ετούτης της έκδοσης, να παρουσιάσουμε το ποιητικό πορτρέτο του κατά κόσμον Φρεντερίκ Λουί Σοσέρ, ο οποίος επινόησε το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο από το γαλλικό «braises et cendres», δηλαδή «αποκαΐδια και στάχτες». Ως εκ τούτου, θα εστιάσουμε έστω και αδρομερώς σε μία μόνο ψηφίδα του ποιητικού του έργου με την ελπίδα να καταστεί εναργέστερη η δομή αυτής της ποίησης.
Ο Σαντράρ, λοιπόν, εκτός των άλλων, ενσωμάτωσε στην ποίησή του ως συστατικό υλικό το καθημερινό. Συναντούμε στα ποιήματά του λέξεις, εκφράσεις, αποστροφές, εικόνες από την καθημερινή εμπειρία. Και αυτή η συνιστώσα, εκτός από την πρόζα που την μπολιάζει, αποτελεί, ειρήσθω εν παρόδω, μια από τις πιο ισχυρές ενδείξεις ότι η σαντραρική ποίηση είναι αυθεντική, υπό την έννοια ότι ενδιαφέρεται περισσότερο για την αλήθεια, για την προσέγγιση της διαρκώς υπό κατασκευή γνώσης, παρά για την τεχνοτροπικά πιστή αποτύπωση αυτής. Για να το πούμε διαφορετικά. Η καθημερινή εμπειρία είναι παρούσα στο έργο του Σαντράρ ως προϋπόθεση, για να φτάσει το ίδιο το ποιητικό υποκείμενο να ανακαλύψει τη γνώση εκείνη που θα το επιτρέψει να προσεγγίσει μια αλήθεια που συνεχώς μεταμορφώνεται. Ο ίδιος δεν ενδιαφέρεται να μείνει πιστός αισθητικά σε κάποιο κίνημα ούτε να φτιάξει ένα νέο κίνημα. Τον ενδιαφέρει το περιεχόμενο του ποιήματος να αντανακλά τον τοκετό της κάθε εμπειρίας που θα οδηγήσει συνάμα στον θάνατο μιας αλήθειας και τη γέννηση μιας άλλης, πιο στέρεης.
Ο Σαντράρ χρησιμοποιεί το καθημερινό και οικείο στην ποίησή του ισότιμα, εξισορροπώντας το με το λόγιο, το υψηλό και, ενίοτε, το στομφώδες. Δεν το χρησιμοποιεί ανατρεπτικά αλλά ως αναγκαίο συμπλήρωμα του στίχου, χωρίς το οποίο το ποίημα θα έχανε σε πολύ μεγάλο βαθμό τη λειτουργικότητά του. Ήδη από το πρώτο ποίημα του βιβλίου με τον χαρακτηριστικό και διόλου τυχαίο τίτλο «Αντιθέσεις» παρατηρούμε αυτή τη γλωσσική ώσμωση.
[…] Άκου τα βιολιά της λιμουζίνας και τα ξυλόφωνα των λινοτυπικών.
Ο επιγραφοποιός σκουπίζεται με την υγρή πετσέτα του ουρανού.
και παρακάτω
Στο μπιστρό
Οι εργάτες με μπλε μπλούζες πίνουν κόκκινο κρασί
Κάθε Σάββατο μπιλιάρδο
Παίζουμε
Οι εικόνες από την καθημερινή εμπειρία, άμεσα συνυφασμένες με την ανατρεπτική χροιά του ποιητικού λόγου, διαδέχονται η μία την άλλη αλλάζοντας διαρκώς το πλαίσιο, όπου εγγράφεται το ποιητικό υποκείμενο. Μέσα στο ίδιο ποίημα εγκιβωτίζονται μικρές πρόζες που, αν και καταλαμβάνουν μονάχα λίγους στίχους, εμφορούνται από μείζονα ένταση.
Το ποίημα ολοκληρώνεται ως εξής:
Το αεροδρόμιο τ’ ουρανού είναι τώρα, πυρακτωμένο,
πίνακας του Τσιμαμπούε
Όταν από μπροστά
Οι άνθρωποι είναι
Ψηλοί
Μαύροι
Θλιμμένοι
Και καπνίζουν, φουγάρα εργοστασίων.
Η ευαισθησία του ποιητή έκδηλη τόσο όταν αναπαριστά την τοπιογραφία της δικής του ανθρωπογεωγραφίας όσο και στις στιγμές τις πολύ προσωπικές, που κατάματα προκαλείται να αντιμετωπίσει τον εαυτό του. Επιμένει στη λεπτομέρεια της πράξης ή της ενέργειας σαν να μη θέλει τίποτα να του ξεφύγει κατά την αποτύπωση του βιωμένου χρόνου. Στο ποίημα «Γραφή» συναντούμε τους στίχους:
[…] Μια στο τόσο γέρνω πίσω στην ψάθινη πολυθρόνα μου
και βγάζω ένα μεγάλο πυκνό σύννεφο καπνού
και παρακάτω
Το γουργούρισμα του πνιγμένου νερού στο σιφόνι του νιπτήρα
Η πολυθρόνα, ο καπνός, το νερό, το σιφόνι, ο νιπτήρας μπολιάζουν την ποίηση του Σαντράρ με το κυριολεκτικό σημασιολογικό τους φορτίο. Δε φορτίζονται συμβολιστικά ή υπερρεαλιστικά, παραμένουν αυτά που είναι, τεντώνοντας τα όρια της ιδιολέκτου του ποιητή και μορφοποιώντας τη συλλογιστική του πορεία. Εδώ ταιριάζει ο στίχος του από το ποίημα «Ξύπνιος»: «ο άνεμος ψιθυρίζει σιγανά όπως ένα κεφάλι που σφύζει από σκέψεις».
Τα δέντρα των βουλεβάρτων, μια έναστρη νύχτα, ένα μάτσο λουλούδια, μια Μεξικάνικη κιθάρα, ένα ηλιοβασίλεμα, οι τοιχοκολλημένες διαφημίσεις, καταστήματα και βιτρίνες, οι μαϊμούδες, το βράδυ στην αμερικανική ακτή, ονόματα δρόμων, πλατείες και τοπόσημα, η τηλεγραφική γραμμή, ο πύργος του Άιφελ και ο Σηκουάνας, ο παρισινός ουρανός, μια εφημερίδα, ένα άδειο δωμάτιο και τόσα άλλα. Όλα βρίσκουν τη θέση τους στην ποίηση του Σαντράρ, ενός γνησίου flâneur που έζησε την ποίηση που έγραψε.
Εξαίσιο παράδειγμα το ποίημα «Ολόλευκος», όπου τα αντικείμενα – το λευκό κοστούμι, τα πάνινα παπούτσια, ο βάσκικος σκούφος, τα άφιλτρα τσιγάρα, η ρωσική βαλίτσα, τα ψιλά στην τσέπη, το μαντήλι από την Καλαβρία, τα κερωμένα σπίρτα – ενορχηστρώνουν το ποίημα κάνοντάς το χειροπιαστό, υποβλητικό και σαφώς άμεσο. Στην ίδια γραμμή κινείται και το ποίημα «Μικτόριο», ίσως και με κάποια λεπτή ειρωνεία (ένα, επίσης, ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της σαντραρικής ποιητικής). Ο ποιητής δε διστάζει να χρησιμοποιήσει και λεξιλόγιο από τη δημοσιογραφική γλώσσα, ακόμα και τίτλους εφημερίδων, όπως συμβαίνει στο ποίημα «Τίτλοι».
Η ποίηση του Σαντράρ χειμαρρώδης όσο και μεστή εκφράζει τον ενθουσιασμό αλλά και τη θλίψη ενός παιδιού, τη σκληρότητα αλλά και την ευγένεια της ψυχής, την ελπίδα όσο και το αδιέξοδο του κόσμου. Σε ένα από τα πιο μακροσκελή και πιο γνωστά ποιήματά του «Η πρόζα του Υπερσιβηρικού και της μικρής Ιωάννας της Γαλλίας» γράφει «Ο ουρανός μοιάζει με τη σχισμένη τέντα κάποιου τσίρκου φτωχικού […] Ο ήλιος είναι μια καπνισμένη λάμπα/ Και ψηλά σε ένα τραπέζιο μια γυναίκα παριστάνει το φεγγάρι». Είναι τέτοια η ποίηση του Μπλεζ Σαντράρ που μοιάζει με μια μέρα γεμάτη, όπου κάθε λεπτό μετράει, γιατί μπορεί να κρύβει ανατροπή, συγκίνηση ή μια νέα προοπτική.
