You are currently viewing Δημήτρης Κ. Μπαλτάς: Γιάννης Τόμπρος, Είναι σίγουρα στιγμές, άρρυθμες, εκδόσεις Υψικάμινος, 2025, σ. 34, ISBN: 978-618-5934-06-4.

Δημήτρης Κ. Μπαλτάς: Γιάννης Τόμπρος, Είναι σίγουρα στιγμές, άρρυθμες, εκδόσεις Υψικάμινος, 2025, σ. 34, ISBN: 978-618-5934-06-4.

Μικρές ανάσες ποίησης

 

Πρώτο βιβλίο για τον Γιάννη Τόμπρο, η συλλογή ποιημάτων χαϊκού, Είναι σίγουρα στιγμές, άρρυθμες (εκδ. Υψικάμινος, 2025), μάς προδιαθέτει θετικά για μια συνεπή και στέρεη πορεία στη νεοελληνική ποίηση. Ο Γιάννης Τόμπρος επάξια καταπιάνεται με την ποιητική φόρμα του χαϊκού, που έλκει την καταγωγή του από την ιαπωνική λογοτεχνική παράδοση. Ο περιορισμός σε 17 συλλαβές και τρείς στίχους (5-7-5) αποτελεί και το μεγάλο διακύβευμα σχετικά με τη λειτουργικότητα της συγκεκριμένης φόρμας. Πύκνωση και αυτοτέλεια επιτυγχάνονται στον μέγιστο βαθμό στα χαϊκού του Γιάννη Τόμπρου, ο οποίος μιλά τόσο για τον εαυτό του όσο και για τους άλλους. Μετέρχεται τόσο του πρώτου όσο και του τρίτου προσώπου. Απευθύνεται στο κοινωνικό σύνολο μέσα από τη δική του θέαση των πραγμάτων. Εξισορροπεί τον προσωπικό υπαρξιακό στοχασμό με τον κοινωνικό προβληματισμό. Θέτει ερωτήματα που αφορούν από κοινού τόσο στον έναν όσο και στους πολλούς. Δημιουργεί εικόνες ζωντανές που απηχούν βαθιά συναισθήματα.

 

Τα χαϊκού του βιβλίου κατανέμονται σε δύο ενότητες. Στην πρώτη, «Της περισυλλογής», πρωτοστατεί το προσωπικό βίωμα και η πνευματική-νοητική φρυκτωρία της ποιητικής φωνής. Το πρώτο πρόσωπο δημιουργεί προοδευτικά ένα συναισθηματικό crescendo, ενώ το τρίτο αποτυπώνει την καθολικότητα και την αντικειμενικότητα μιας βιωμένης κατάστασης. Ο ποιητής καταπιάνεται με θεμελιώδεις έννοιες, όπως την τύχη και τη μοίρα που καθορίζουν τη ζωή των ανθρώπων· την ανάγκη και τη νοσταλγία, που ακόμα και υπερβατικά μπορούν να κλυδωνίζουν την τετριμμένη φθαρτότητα της ύπαρξης· την καθημερινή αγωνία και τη σωρευμένη πίκρα, απόρροια της αγκυλωμένης μνήμης· τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες και τα άσβεστα πάθη του σώματος και της ψυχής. Το ποιητικό υποκείμενο υποτονθορύζει με ευλάβεια το μεγαλεπήβολο ανάστημα του έρωτα, την ανάγκη της μνήμης, τη δεσποτεία του πόνου. Δεν κρύβεται από τον εαυτό του, δε σωπαίνει μπροστά στον ίσκιο του, δε φοβάται να ψαύσει τις ρωγμές που με τα χρόνια βαθιές έχουν χαραχτεί στην ψυχή του και η μοναξιά τις φάσκιωσε και τις ανάθρεψε. Ενίοτε, λυγίζει αποζητώντας να ξεχάσει στενοχώριες, ν’ αποδιώξει τύψεις και ενοχές. Αποζητά να κατανοήσει τις λαβωματιές που αφήνει ο χρόνος στο πέρασμά του – τεκμήρια αδιάψευστα, ενθύμια πονεμένα. Πενθεί αφήνοντας τη λύπη να σβήνει λέξεις, επιτρέποντας σε λογισμούς να σφηνώνουν βαθιά σε φαινομενικά επιφανειακές αμυχές. Τον καρτερούν η μοναξιά και η σιωπή στην εργώδη προσπάθειά του να μην αναισθητοποιηθεί, να μπορεί να νιώθει ακόμα και τον πόνο, τη λύπη και το ρίγος της κάθε νέας σκέψης που τον αλώνει. Εντούτοις, η ελπίδα δε λείπει, η τόλμη δεν έχει απωλέσει κάθε της οχυρό. Γράφει: Θέλω ν’ ανοιχτώ/ σ’ έναν αστείο κόσμο/ που ξεθωριάζει.

 

Στη δεύτερη ενότητα, «Αστικές στιγμές», η αστική τοπιογραφία είναι πιο έντονη κι αυτή τη φορά όμως συνυφασμένη με το πρωτοπρόσωπο ποιητικό υποκείμενο και σε μερική αντίθεση με τον ονειρικό-μαγικό-ιδανικό τόπο. Το ποιητικό υποκείμενο αποστασιοποιείται από το πλήθος. Συχνά απευθύνεται στο αγαπημένο, πολλές φορές απόν, πρόσωπο είτε στον εαυτό του με νηφαλιότητα και μια πικρή επίγευση. Γράφει: Σε κοιτώ ξανά –/ διαβάζω τις ρυτίδες/ στο μέτωπό σου. Η λύπη και σε αυτήν την ενότητα βρίσκει τρόπους να επιστρέφει. Μέσα από μια γνώριμη μυρωδιά, από ένα άδειο κρεβάτι, από μια μοναχική νύχτα, από μια επίπονη θύμηση. Η συναισθηματική αμφιρρέπεια καθίσταται έκδηλη με τη σύγκριση της κοινωνικής με την προσωπική ταυτότητα του ανθρώπου. Απόλυτα αντιπροσωπευτικό το χαϊκού: Άχαρα γελά/ μα πονούνε οι πληγές/ σαν κλείν’ η πόρτα. Η λήθη που εφορμά την ώρα του δειλινού και η σιωπή που κυοφορεί η νύχτα συνιστούν τις προϋποθέσεις, για να μπορέσει το ποιητικό υποκείμενο να ολοκληρώσει τη συλλογιστική διαδρομή του. Η αξία της ζωής εξαρτάται από τον πληθωρισμό της πίκρας, το αγαπημένο πρόσωπο μοιάζει μακρινό και η καθημερινότητα πληκτική. Η λαχτάρα και η επιθυμία σιγοβράζουν, μα μόνη διέξοδος η ποίηση που προσφέρει μικρές ανάσες. Γράφω ακόμα/ σε μια σκοτεινή γωνιά/ θλιμμένες λέξεις. Εκεί που καίει η θύμηση ενός βλέμματος, εκεί που η νοσταλγία εμφιλοχωρεί ακόμα και στις πιο ασήμαντες σκέψεις, εκεί και οι λέξεις βρίσκονται ενεργοποιώντας τη μνήμη του άσπλαχνου πόθου για ό,τι δεν έχει κερδηθεί. Ενός πόθου σκληρού που δίνει τη θέση του στον πόνο κι αυτός με τη σειρά του στον θρήνο. Τη στιγμή που η μοναξιά καταλαμβάνει το σώμα, ενώ συνάμα η σκέψη άναρχη και ελεύθερη ξεμακραίνει και επιμένει και τολμά να ονειρεύεται, να ελπίζει. Άλλωστε, ο ποιητής φαίνεται να γνωρίζει πολύ καλά τι επιφυλάσσει η άφιξη στον προορισμό και με εγκαρτέρηση και στωικότητα το αποδέχεται. Κι αυτό που μένει/ στο έσχατο ταξίδι/ οδύνη κι έρως.

 

Τα παραδειγματικά χαϊκού του Γιάννη Τόμπρου συλλαμβάνουν στιγμές από την άρρυθμη καθημερινότητα του σύγχρονου ανθρώπου και συνομιλούν με τον τελευταίο επί ίσοις όροις τόσο σε προσωπικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Χωρίς προσπάθεια ωραιοποίησης, χωρίς διάθεση αποσιώπησης ή υπεκφυγής. Αναμετρώνται συναισθηματικά και πνευματικά με τη μνήμη και τον χρόνο, τη νοσταλγία και την επιθυμία, τον έρωτα και το πάθος, την ανάγκη και τη θέληση, την απώλεια και το πένθος, τη μοναξιά και τη στέρηση, τον καημό και τη λύπη, την κραυγή και την αγωνία, τον πόνο και τη δύναμη, την υπομονή και την επιμονή, έτσι όπως βιώνονται από έναν άνθρωπο ακατέργαστο και αυθεντικό, ο οποίος μεταμορφώνει την αλήθεια του σε ποίηση διάπυρη που διαρκεί όσο μια ανάσα και εμφορείται από τις ιδιότητες μιας ανάσας. Ποίηση αναγκαία, ανακουφιστική και απελευθερωτική.

 

 

*Ο Δημήτρης Κ. Μπαλτάς είναι φιλόλογος και ποιητής. Πιο πρόσφατο βιβλίο του, η ποιητική συλλογή Υπό καθεστώς ομηρίας (εκδ. Μετρονόμος, 2025).

 

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.