You are currently viewing Δημήτρης Κ. Μπαλτάς: Κωνσταντίνος Λίχνος, Ο βράχος του Σίσυφου, εκδόσεις Γράφημα, 2024, σελ. 50, ISBN: 978-618-5710-63-7.   

Δημήτρης Κ. Μπαλτάς: Κωνσταντίνος Λίχνος, Ο βράχος του Σίσυφου, εκδόσεις Γράφημα, 2024, σελ. 50, ISBN: 978-618-5710-63-7.  

Ο Σίσυφος του Κ. Λίχνου και τα γρανάζια της εξουσίας: μια συγκριτολογική προσέγγιση

 

Το 2024 από τις εκδόσεις Γράφημα κυκλοφορήθηκε το φιλοσοφικό διήγημα του Κωνσταντίνου Λίχνου, Ο βράχος του Σίσυφου, όπου ο συγγραφέας με λόγο πυκνό και κλιμακωτό αξιοποιεί τον πανάρχαιο μύθο του Σίσυφου και καταπιάνεται με κάποιες από τις επιμέρους πτυχές του. Ο μύθος είναι γνωστός: ο Σίσυφος έχει καταδικαστεί από τους θεούς του Ολύμπου να κουβαλάει στις πλάτες του έναν βράχο από μια άγονη πεδιάδα προς την κορυφή ενός απογυμνωμένου λόφου. Ο βράχος κατρακυλά πάντοτε προς τα κάτω και ο Σίσυφος κατεβαίνει στην πεδιάδα, επωμίζεται τον βράχο και ξεκινά ξανά από την αρχή την ανάβαση. Κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί πάμπολλες ερμηνείες για τις, επίσης, πολλές και διαφορετικές εκδοχές του συγκεκριμένου μύθου. Στις πιο επιδραστικές ανήκουν οι ερμηνείες του Αλμπέρ Καμύ και του Φρίντριχ Νίτσε.

Προσωπικά, επέλεξα να σταθώ σε μια προσέγγιση, η οποία αναφέρεται από τον συγγραφέα στο προλογικό σημείωμα που συνοδεύει την έκδοση και κατά την οποία ο Σίσυφος, μεταξύ άλλων, συμβολίζει το συνειδητοποιημένο προλεταριάτο, «το απαλλαγμένο από τις αστικές αυταπάτες, το οποίο γνωρίζει ότι αποτελεί ένα αναλώσιμο γρανάζι μέσα στην απρόσωπη αλυσίδα τής παραγωγής, και έχει αντιληφθεί πως κάθε μέρα, για όλη του τη ζωή, θα επιτελεί μια άχαρη εργασία, δίχως ίχνος κοινωνικής σκοπιμότητας» (σ. 14). Επέλεξα δε να δω αυτήν την προσέγγιση υπό το πρίσμα της πασίγνωστης ταινίας «Μοντέρνοι Καιροί» του Τσάρλι Τσάπλιν, που προβλήθηκε για πρώτη φορά το 1936.

Ας δούμε, όμως, πρώτα κάποια χαρακτηριστικά του Σίσυφου που μάς ενδιαφέρουν, έτσι όπως αυτά διατυπώνονται από τον ίδιο στο πρωτοπρόσωπο φιλοσοφικό διήγημα του Κωνσταντίνου Λίχνου. Ο Σίσυφος, λοιπόν, φαίνεται να έχει αποδεχθεί τη θεϊκή τιμωρία, ωστόσο δεν φαίνεται πρόθυμος να λιποψυχήσει. Είναι τέτοια η δυναμική της θέλησής του, που δεν σκέφτεται να λυγίσει ή να ικετεύσει τους θεούς για έλεος. Οι θεοί, βέβαια, παρουσιάζονται αδιάφοροι για τα ανθρώπινα πράγματα, και θα μπορούσαμε χωρίς να διακινδυνεύουμε να υποπέσουμε σε μεγάλο ποσοστό σφάλματος, να τους παρομοιάσουμε με τους έχοντες τα μέσα παραγωγής, με την αστική τάξη. Παραθέτω, ενδεικτικά, κάποια σχετικά χωρία: «Κι αν έχω βαλθεί, επί ματαίω, να φανερώσω σ’ αυτούς, τους καλοαναθρεμμένους, τι σημαίνει ανθρώπινη θέληση, μα, αδιαφορούν, όπως ανέκαθεν έκαναν, ούτε κι αυτό με πτοεί. […] Ακόμη κι αν πορεύομαι ανώφελα, σαν τις αμέτρητες ορδές των θνητών, που μέρα νύχτα φροντίζουν για το φαγητό τους μονάχα, χωρίς νόημα και σκοπό, ακόμη κι έτσι να είναι, μυαλό δεν αλλάζω» (σ. 19)

Συγχρόνως, για τον Σίσυφο ο βράχος λειτουργεί διττά: ως σύμβολο της αιώνιας καταδίκης του αλλά και ως υπέρτατο έμβλημα της ανδρείας του. Εκεί δηλαδή που βαρυγκομά για αυτήν την επώδυνη, οικτρή, αέναη επανάληψη, την ίδια στιγμή αυτή η πράξη είναι που τον κρατά ζωντανό και φλογίζει το πείσμα. Και, μάλιστα, καυχιέται που είναι κουβαλητής. Το κουβάλημα είναι ο σκοπός του παρόλο που πρόκειται για έναν σκοπό χωρίς νόημα. Ακόμα κι όταν αναρωτιέται το «γιατί;» αυτής της ατέρμονης επανάληψης, κάθε φορά κατεβαίνει στην άγονη πεδιάδα και επωμίζεται ξανά τον βράχο. Είναι ο τρόπος του να μην επιτρέπει στο μυαλό του να κλωθογυρίζει στα περασμένα ούτε να αγωνιά για τα μελλούμενα, αλλά να στεριώνει στο «τώρα», «στην ανάγκη ζεμένος, όπως οι θνητοί, που ʼναι δεμένοι στων αρχόντων τη δούλεψη» (σ. 23). Κι όταν διερωτάται αν είναι ο ίδιος που κρατά τον βράχο ή αν ο βράχος υποβαστάζει εκείνον η απάντηση έρχεται από τα ίδια του τα χείλη: «Εγώ κρατιέμαι από ʼκείνον, λοιπόν, κι όχι αυτός από μένα, αυτή είναι η μόνη αλήθεια· γιατί δίχως του δε θα γνώριζα προς τα πούθε να πάω. […] Αν αφήσω τον βράχο μου, δε θα ʼμαι ο Σίσυφος, θα έχω ξεπέσει. Κάθε ανεβοκατέβασμα του λόφου, λοιπόν, κάθε κουβάλημα, ήττα και νίκη ταυτόχρονα. Και το βάρος του βράχου, που με φορτώνει ντροπή, είναι και άχθος τιμής» (σ. 23).

Επομένως, ο Σίσυφος ορίζεται από την τύχη του βράχου του, το μόνο που έχει είναι τα δυο του χέρια που κουβαλούν τον βράχο. Δεν ζητά εξηγήσεις απ’ τους θεούς, δεν περιμένει να τον στέρξουν, καθώς δεν βρήκε ποτέ ευήκοα τα ώτα των θεών. Αυτή η επανάληψη σημαίνει τον άθλο της θέλησης και τη δεσποτεία της ανάγκης συνάμα. Πριν περάσουμε στην ταινία, να δούμε δυο τελευταία χαρακτηριστικά αποσπάσματα: «όλοι οι θνητοί, ζώντες σκλάβοι, που μοχθούνε του κάκου, της συνήθειας ρημαγμένοι είναι, υποταγμένοι στις βουλές των καιρών και των αφεντάδων τις ορέξεις» (σ. 27). Ο Σίσυφος πιστεύει ότι η τιμωρία του λειτούργησε παραδειγματικά, ώστε κανείς άλλος θνητός να μην αντιδράσει στην παντοδυναμία των θεών. Αν όμως όλοι οι θνητοί εξεγείρονταν, η εξουσία των θεών θα καταβαραθρωνόταν. Γιατί «όλες του κόσμου οι συμφορές είναι των τυράννων σπορά και των υποταγμένων ανάθρεμμα. Οι τύραννοι είναι των ανθρώπων κατάρα και οι ταπεινωμένοι είναι των θεών τ’ αθύρματα» (σ. 40).

Με φόντο το οικονομικό και χρηματιστηριακό κραχ του 1929, ο Τσάρλι Τσάπλιν σκηνοθέτησε την ταινία «Μοντέρνοι Καιροί», όπου ο ίδιος, φυσικά, υποδύθηκε τον Σαρλό με το χαρακτηριστικό μουστάκι και το καπέλο, που μοχθεί να επιβιώσει στον βιομηχανοποιημένο κόσμο. Η ταινία σχολιάζει τo σισύφειο μαρτύριο στην αναζήτηση εργασίας σε μια εποχή, όπου η ανεργία ήταν σε δυσθεώρητα ύψη και η οικονομική κατάσταση του λαού, τραγική. Οι όροι που επέβαλε η Βιομηχανική Επανάσταση και οι επιπτώσεις της στον άνθρωπο είναι ξεκάθαρες στην ταινία. Ο εργάτης μετατρέπεται σε γρανάζι της εξουσίας, κάνοντας μηχανικά τις ίδιες επαναλαμβανόμενες κινήσεις, ανήκοντας στην αλυσίδα μιας απρόσωπης μηχανής παραγωγής. Ο εργάτης υποτάσσεται στη μηχανή και λειτουργεί ως εξάρτημά της, χωρίς περιθώρια ελεύθερης βούλησης και δημιουργικότητας, και ο εργοδότης, ασφαλώς, δεν ενδιαφέρεται για τις συνθήκες εργασίας, παρά μονάχα για τη γρήγορη αύξηση της παραγωγής και κατ’ επέκταση του κέρδους. Σε αυτό, λοιπόν, το βιομηχανοποιημένο περιβάλλον που τρέφει το καπιταλιστικό σύστημα και τρέφεται από αυτό, ο άνθρωπος είναι αναλώσιμος. Και βέβαια, η ταινία με όπλο το χιούμορ και τη σάτιρα ασκεί κριτική στην υποδούλωση του ανθρώπου από τους νέους όρους που φέρνει η εξέλιξη της τεχνολογίας, η ταγμένη στην υπηρεσία της καπιταλιστικής εξουσίας.

Τόσο ο Σίσυφος, λοιπόν, ο «γραπωμένος στης ματαιότητας τη μέγγενη» (σ. 47), όσο και ο Τσάρλι Τσάπλιν/ Σαρλό, που μηχανικά και εξαντλητικά παρασύρεται από τα γρανάζια της μηχανής και γίνεται ένα με αυτά, βρίσκονται αντιμέτωποι με το «γιατί», που επικρέμεται από πάνω τους. Γιατί εξακολουθούν και υφίσταται αυτήν την άνωθεν τιμωρία. Και την απάντηση σε αυτό το ερώτημα, που είναι και το πιο ουσιαστικό, κατά τη γνώμη μου, έχει δώσει, συνεχίζει και θα εξακολουθήσει να δίνει το προλεταριάτο με τους καθημερινούς αγώνες του.

 

 

*Ο Δημήτρης Κ. Μπαλτάς είναι φιλόλογος και ποιητής. Πιο πρόσφατο βιβλίο του, η ποιητική συλλογή Υπό καθεστώς ομηρίας (εκδ. Μετρονόμος, 2025).

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.