Η κομψή ποιητική συλλογή της Αμαλίας Π. Ραπτοπούλου, με τον συμβολικό τίτλο, Κάτοικος βυθού, περιλαμβάνεισυνολικά πενήντα επτά ποιήματα και δύο πεζά(Στο ιατρείο, σελ. 38, Επικίνδυνα σπορ, σελ. 52). Σχεδόν τα μισά ποιήματα (28) έχουν ερωτικό περιεχόμενο, ενώ τα υπόλοιπαποικίλο και συχνά συμβολικό, όπως είναι εμφανές και από τους τίτλους τους: Φίλοι, Κοστούμι από μετάξι, Δρόμοι, Μορφή, Μουσικές επιδείξεις, Αγάπη, Μαμά, Darkenergy, Άλλη μια φορά και πάλι, Η λέξη, Ομίχλη, Γυναίκες, Εκούσια Σταύρωση, Η αρχή, Μόγλης, Λωτοί, Πρωτοχρονιά, Η σούμα, Ο Μέντορας, Ο πάνθηρας στο ποτάμι, BigBrother, Αντίνοος, Λόγια, Το απρόοπτο, Επιτάφιος, Κάτοικος βυθού.
Τα ερωτικά ποιήματα χαρακτηρίζονται άλλοτε από τρυφερότητα και ρομαντική διάθεση κι άλλοτε από αίσθηση αδυναμίας, πίκρα, θυμό, απογοήτευση, ειρωνική διάθεση και καυστικό ύφος, αισθήματα που γεννά η απουσία του αγαπημένου προσώπου. Τα ποιήματα όλης της συλλογής εκπέμπουν μουσικότητα και μια διάχυτη μελαγχολία, που είναι συνυφασμένη με τη θεματολογία, αλλά και με το ιδιαίτερο στιλ της ποιήτριας. Είναι διάστικτα από έντονες αντιθέσεις του «εγώ» και του «εσύ», του «πριν» και του «τώρα», τολμηρές μεταφορές, προσωποποιήσεις και παρομοιώσεις. Ο λόγος είναι πλούσιος, χειμαρρώδης και συχνά μοιάζει να συγκρατεί έναν λυγμό. Ο χρόνος παίζει καταλυτικό ρόλο σε όλα τα ποιήματα της συλλογής.
Η συλλογή έχει ως εναρκτήριο, ερωτικό ποίημα το Ο βυθός (σελ. 7) και καταληκτικό της ποίημα το Κάτοικος βυθού (σελ. 69), που τιτλοφορεί καιτην ποιητική συλλογή. Υπάρχει όμως μια μεγάλη νοηματική διαφορά ανάμεσα στα δύο ποιήματα. Στοπρώτο, το ποιητικό υποκείμενο, αν και δεν είναι σίγουρο ότι θ’ αντέξει, προτρέπει τον αγαπημένο της να την οδηγήσει στα βάθη του βυθού του:«Στον βυθό σου θέλω να με πας./Εκεί στ’ ανήλιαγα και κρύα θαλάσσια βάθη./{…}Με αγωνία να με κοιτάς:/ «Θ’ αντέξεις;»/-Θ’ αντέξω;/Εκεί να με πας»/.Παρατηρούμε την παρήχηση του β, αλλά και τη μουσικότητα που εκπέμπει το πρώτο ερωτικό ποίημα της συλλογής. Αντίθετα, στο καταληκτικό ποίημα Κάτοικος βυθού η απουσία του αγαπημένου προσώπου είναι εμφανής. Το ποιητικό υποκείμενοβρίσκεται μόνο του στον βυθό, τον εξερευνά και τελικά τον κατοικεί, επιλέγοντάς τον συνειδητά, αφού εκεί, μακριά από τον υπέργειο κόσμο, για πρώτη φορά ανασαίνει. Υπάρχει, λοιπόν, ένα χρονικό, αλλά και ποιοτικό, συναισθηματικό άλμα ανάμεσα στις δύο καταστάσεις της καταβύθισης, μια έντονη αντίθεση ανάμεσα στο «πριν» και στο «τώρα»:«Εδώ όλα είναι ήσυχα/Ο χρόνος επιβραδύνεται/Ρευστοποιείται//Το σώμα μου αιωρείται ανάμεσα στις αλλεπάλληλες στρώσεις του γαλάζιου, του τυρκουάζ, του μπλε, του μαβιού//{…} Εισπνοή – Εκπνοή/{…}Εδώ στα θαλάσσια βάθη/Για πρώτη φορά/Ανασαίνω/».Η λέξη βυθόςεπανέρχεται και στο ποίημαΧρωματολόγιο (σελ.13), όπως και η αντίθεση ανάμεσα στο «εσύ» και το «εγώ». Και πάλι είναι έντονη η απουσία του αγαπημένου προσώπου: «Κι έτσι βρέθηκα να διαπερνώ με ταχύτητα/τα διάφανά σου χρώματα/{…}στο μπλε σκούρο κι ανοιχτό του βυθού σου/{…}εσύ δεν είσαι πια εδώ,/κι εγώ σαν έντομο μπλεγμένο στον ιστό./έχω τυλιχτεί θανάσιμα/σ’ ένα παράλογο ουράνιο τόξο//». Στο ποίημα αυτό τα χρώματα και η μουσική παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο, όπως και οι μεταφορές και παρομοιώσεις, που συναντούμε, όπως ήδη αναφέραμε, και σε όλα τα ποιήματα της συλλογής. Στο μελαγχολικό ποίημα Ώρες του απογεύματος (σελ. 15) η λέξη βυθός επαναλαμβάνεται δύο φορές. Με τολμηρές προσωποποιήσεις, μεταφορές, αντιθέσεις το ποιητικό υποκείμενο εκφράζει τον εκμηδενισμό του μπροστά στο αγαπημένο πρόσωπο:«Είναι αυτές οι ώρες του απογεύματος/που γέρνουν αργά το βάρος τους/επάνω στην κλειστή ζωή μου/και γίνομαι αίφνης μια διάφανη μέδουσα,/που αιωρείται σ’ έναν πορτοκαλί βυθό/{…}ο βυθός συρρικνώνεται, μικραίναι,/γίνεται γουλιά κρασί,/χωρά ολόκληρος στο στόμα σου/{…}κι εγώ ένας πλανήτης σιωπηλός/ένα ασταθές νεφέλωμα/ένα σημείο μηδενικού πεδίου/στις άκρες των χειλιών σου/».Έντονες αντιθέσεις ανάμεσα στο «μυαλό» και το «σώμα», στο «εγώ» και στο «εσύ», παρατηρούμε επίσης στο ποίημα Παράλληλη ζωή, σελ. 16, όπου μάλιστα η λέξη απουσία γράφεται με κεφαλαίο Α. Στο ποίημα Ξύλινο πάτωμα, σελ. 22, το ποιητικό υποκείμενο εμφανίζεται αδύναμο και εξαρτημένο από το αγαπημένο πρόσωπο και δεν διστάζει να του ομολογήσει:«Αν κάποτε αφήσεις το χέρι μου/Θα αρχίσω να μικραίνω, να μικραίνω, να μικραίνω…/Θα γίνω μια ασήμαντη κουκίδα μέσα σ’ ένα δωμάτιο/με ξύλινο πάτωμα/{…}Και θα κρύβομαι αθόρυβα/». Στο εκτεταμένο ποίημα των δύο σελίδων, με τίτλο: Ποιητική συλλογή, σελ. 24-25, εκτός από τις προσωπικές αντωνυμίες «εγώ» και «Εσύ» και την αντίθεσή τους, παρουσιάζεται και ένα τρίτο, μοιραίο πρόσωπο: «Εκείνη». Οι δύο τελευταίες αντωνυμίες γράφονται ειρωνικά με κεφαλαίο το αρχικό γράμμα. Το ποίημα έχει αφηγηματικό χαρακτήρα, σε κάποιο σημείο, ως αντίθεση, γίνεται αναδρομή σε ένα ευφρόσυνο «παρελθόν», το «τώρα» όμως είναι εμποτισμένο με πικρία:«Εγώ, λέει, θα έχω κάνει το τόλμημα να εκδώσω/Κι Εσύ μ’ Εκείνη θα έρθετε καμαρωτοί/στην εκδήλωση για την παρουσίαση της ποιητικής συλλογής/{…}Καθώς θ’ αποχωρούμε ο καθένας με το ταίρι του/Εσύ/Μ’ Εκείνη/Εγώ/Με την έντυπη εκδοχή σου/».Την αντίστιξη στο «τότε» και στο «τώρα», θα τη συναντήσουμε και στα ποιήματα Συνάντηση Ι, σελ. 33 και Συνάντηση ΙΙ, σελ. 34, ενώ στο Περπατώντας στις μύτες, σελ. 36 το ποιητικό υποκείμενο εκφράζει με απόγνωση, στην ερώτηση της κατακλείδας, όλη την πικρία του για τους ταπεινωτικούς όρους που βάζει το αγαπημένο πρόσωπο για τη συνάντησή τους:«{…}Κι έρχομαι να σε βρω/Γιατί είσαι διαθέσιμος/Πριν τις 8/Και μετά τις 5/»Μη μιλάς δυνατά»/ «Πιο ελαφρά τα βήματά σου»/ «Λυπάμαι, πρέπει να φύγεις»/…Και πού να πάω, λοιπόν;/»
Αντίθετα, στο ποίημα Τάγκο, σελ. 37, το ποιητικό υποκείμενο, αφού εκφράζει την επιθυμία του να ξαναδεί το αγαπημένο πρόσωπο, υψώνει το ανάστημά του με περηφάνια και του ζητάει να αναμετρηθούν: «Θα ήθελα να ερχόσουν πάλι/Σαν ούνος πολεμιστής πάνω στο άτι σου/{…}Να με αναγκάσεις να σταθώ κι εγώ απέναντί σου/Να μετρηθούμε/Να δούμε ποιανού η καρδιά/ είναι ψηλότερη/».Την ανάγκη της απόλυτης ταύτισης με τον αγαπημένο εκφράζει το ποίημα Ερωτικό Ι, σελ. 49: «Θέλω να είμαι το ρούχο που φοράς/{…}Να παίρνω το σχήμα σου, να γίνομαι εσύ…/». Αυτή την ταύτιση αναγνωρίζουμε και στο ποίημα Χαρταετοί Ι, σελ. 54,με το παιχνίδι του ρήματος είμαι σε πρώτο και δεύτερο ενικό πρόσωπο, αλλά και σε άμεση σύνδεση με την αδήριτη έννοια του χρόνου:«Είμαι το πολύχρωμο χάρτινο πουλί/Είσαι ο άνεμος που με τραβά στον ουρανό/Ένας σπάγκος λεπτός μοναχά/Μου θυμίζει/Το εφήμερο των πραγμάτων/».
Τα ποιήματα με ποικίλο περιεχόμενο χαρακτηρίζονται, όπως και τα ερωτικά, από τρυφερότητα, ρομαντισμό και μουσικότητα, αλλά και από πικρία, αγωνία, ανασφάλεια, παράπονο, απογοήτευση, μοναχικότητα. Αισθήματα που εκφράζονται με τη χρήση όλων των ποιητικών μέσων.
Στο ποίημα Μουσικές επιδείξεις, σελ. 12, το ποιητικό υποκείμενο νιώθει αγωνία και ανασφάλεια μπροστά στο κοινό, που αποδίδεται με εξαιρετικές μεταφορές:«Το πιάνο με ουρά εί’ εκεί/. {…}Η σκηνή μια αρένα//Ένας μαύρος κροκόδειλος/με κοφτερά δόντια/χάσκει γελαστος στη μέση της αίθουσας//Και με περιμένει/». Στο συγκλονιστικό ποίημα Μαμά, σελ. 17, εκφράζεται,με μια έντονη αντίθεση στη δεύτερη στροφή, που εισάγεται με την προβολή του «Κι εγώ», η διάσταση αξιών ανάμεσα στη μάνα, που νοιάζεται κυρίως για τα υλικά αγαθά της και στη μικρούλα κόρη, που βουβή και παραπονεμένη, περιμένει τη μαμά της για μια βόλτα στο πάρκο: «Και τι θα γίνουν τώρα/τα’ ασημικά μου, τα χαλιά/οι πίνακες/οι πορσελάνες μου;»/Αυτά ήταν ο μόχθος μου/αυτά είναι η κληρονομιά σου»//Κι εγώ βουτώ μέσα στο βλέμμα σου/και βγαίνω στην αντίπερα όχθη/εκεί όπου στέκεται/βουβό και παραπονεμένο/ένα κοριτσάκι εξάχρονο, θλιμμένο/που ακόμα περιμένει/χρόνια και χρόνια/τη Μαμά του/{…}Για να το πάει στο πάρκο/ Μια βόλτα/». Το δεύτερο μακροσκελές ποίημα της συλλογής, Γυναίκες, σελ. 28-29, αναφέρεται στις δύο κατηγορίες γυναικών, εκ διαμέτρου αντίθετες, με έμφαση κυρίως στη δεύτερη κατηγορία (καλύπτουν οκτώ στροφές έναντι των μικρών τεσσάρων της πρώτης κατηγορίας), στις αδίστακτες, «εκτυφλωτικά όμορφες» γυναίκες: «Υπάρχουν οι γυναίκες /που είναι Φάροι//{…}Σταθερό ομόλογο/με εγγυημένη απόδοση//Η Πηνελόπη στο υφάδι της/να υφαίνει//Είναι όμως κι εκείνες/{…}σε μεταποιούν/γυρίζοντας το μέσα έξω/σε ρουφούν και σε φτύνουν με φυσικότητα/παίζοντας με το σαρκίο σου αθώα/τη Σκύλα και τη Χάρυβδη//.{…}Σαν υπνωτισμένος ναυαγός/Θα υποκύπτεις πάντοτε/Στην αρχέγονη και αρχετυπική//Παντοδυναμία τους/».Μια κάπως μαζοχιστική διάθεση εκφράζεται στο ποίημα Εκούσια Σταύρωση, σελ. 30: «{…}Ω!Πόσο σου αρέσει αυτή η κόκκινη γραμμή/που αφήνεις πίσω σου, όταν περπατάς!//Έχει μάσα της, βλέπεις,/πάντα μια γοητεία//Η εκούσια Σταύρωση/».Ένα συμβολικό ποίημα για τον χρόνο, που παίζει καταλυτικό ρόλο στις ζωές μας, είναι το Ο χρόνος πάλι, σελ. 43, με αλλαγές ρηματικών προσώπων και μια εντυπωσιακή παρομοίωση: «Ο χρόνος πάλι/Μέσα στο μυαλό μου ανοίγει τρύπες/{…}Εικόνες της ζωής που πέρασε/κι εκείνης που δεν ήρθε ποτέ {…}Ο χρόνος πάλι/Σαν επίμονος επιστάτης/Σε χτυπά στον ώμο//Ώρα να φεύγεις πρέπει να σκουπίσεις την αυλή/Έρχεται η επόμενη βάρδια/». Στα ποιήματα Πρωτοχρονιά, σελ. 44 και Η σούμα, σελ. 45, το αίσθημα της μοναξιάς, της εγκατάλειψης και της απογοήτευσης κυριαρχεί. Στο πρώτο, που αναφέρεται στη μοναχική Πρωτοχρονιά στη λίμνη τωνΠρεσπών, το στοιχείο της καταβύθισης στο νερό επανέρχεται:«{…}Ομίχλη πάνω από τη μεγάλη λίμνη/ {…}Ακολουθώ με το βλέμμα/τη λεπτή γραμμή/που μένει στην επιφάνεια/Καθώς βυθίζομαι με χάρη/Μια στο νερό/Μια στην ομίχλη/Ανήμερα πρωτοχρονιάς/». Στο δεύτερο ποίημα, τα όνειρα που προσωποποιούνται κάνουν τη σούμα των πεπραγμένων και γελούν και κοροϊδεύουν το ποιητικό υποκείμενο. Ένα ποίημα με εφιαλτική, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα είναι το Big Βrother, σελ. 50, γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο:«Η ζωή μου/ένα κλειστό δωμάτιο/Onewayin/Onewayout/Ένα τεράστιο κίτρινο μάτι/Με παρακολουθεί/Μέσ’ απ’ την κλειδαρότρυπα/».Ειρωνικό και συμβολικό, με έντονα μεταφορικό λόγο, είναι το ποίημα Λόγια, σελ. 62, που απευθύνεται σε δεύτερο πρόσωπο στον αγαπημένο: «Τα λόγια/Έχουν μια εξαίσια καθοδική κίνηση/Λόγια πούπουλα/ {…}Πώς νόμισες ότι είναι σφαίρες;/{…}Όχι, βέβαια!/Τα λόγια/Είναι απλώς ταιριασμένες λέξεις/Απλώς διαμπερείς λέξεις/Μικρού διαμετρήματος/».Έντονα ειρωνικό, με καυστικό λόγο για την ανθρώπινη υποκρισία, είναι τέλος το ποίημα Επιτάφιος, σελ. 67: «Σήμερα Παρασκευή/όλοι ξαφνικά/γίναμε Μαρίες Μαγδαληνές/συντετριμμένες και θρηνωδούσες/μπροστά στο θείο δράμα//{…}Από Δευτέρα με το καλό/όλοι πάλι/Ιούδες, Πέτροι, Θωμάδες/Φαρισαίοι, Τελώνες//Έμποροι ναού/».
Ολοκληρώνοντας την περιδιάβαση στα άλλοτε μελαγχολικά και τρυφερά κι άλλοτε, όταν χρειάζεται, ειρωνικά και καυστικά ποιήματα της συλλογής, Κάτοικος βυθού,της Αμαλίας Ραπτοπούλου, μένουμε γοητευμένοι από τον θεματολογικό πλούτο, τον ρέοντα λόγο, τον πλούτο των εκφραστικών μέσων και των συναισθημάτων, τις τολμηρές αντιθέσεις, τη μουσικότητα των στίχων, την έκφραση πάθους και πόθου, αλλά και αδυναμίας, παράπονου, πικρίας και απογοήτευσης που προκαλεί συνήθως η απουσία του αγαπημένου προσώπου. Το παιχνίδι των προσωπικών αντωνυμιών, πρώτου και δεύτερου προσώπου, δίνει μια εντυπωσιακή θεατρικότητα στον στίχο.Τέλος, η έννοια του χρόνου είναι καταλυτική σε όλα τα ποιήματα της συλλογής, με τις αντιθέσεις του «πριν» και του «τώρα». Η ποιητική συλλογή, λοιπόν, με τον ευφάνταστο, συμβολικό τίτλο, Κάτοικος βυθού, της Αμαλίας Ραπτοπούλου, αξίζει σίγουρα να διαβαστεί από πολλούς αναγνώστες και να αγαπηθεί
