Μη μου πείτε ότι αυτές τις μέρες που άνοιξε το τριώδιο ζήσαμε σε αποκριάτικους ρυθμούς. Εγώ, τουλάχιστον, μασκαρά δεν είδα να κυκλοφορεί στους αθηναϊκούς δρόμους και ούτε θα έπαιρνα χαμπάρι την αποκριάτικη περίοδο, αν δεν διάβαζα στο ημερολόγιο: Κυριακή, Τελώνη και Φαρισαίου (αρχή τριωδίου). Δεν υπάρχουν τώρα, όπως άλλοτε, γειτονιές, για να μπαίνουν και να βγαίνουν από τα σπίτια μασκαράδες. Στους αθηναϊκούς δρόμους σήμερα ούτε αλογάκι, ούτε γαϊτανάκι περνάει, μπροστά από την πόρτα σου, για να δώσει μια νότα αποκριάτικη στην καθημερινή σου ρουτίνα. Έχει τόσο ατονήσει αυτό το έθιμο, ώστε, αν σου περάσει απ’ το μυαλό- από τρέλα ή από πλήξη – να ντυθείς μασκαράς αυτές τις μέρες, όπως τον παλιό καλό καιρό, και να φορέσεις μάσκα του Ζορό ή μουτσούνα του διαβόλου, και να χτυπάς τα κουδούνια της πολυκατοικίας όπου μένεις, ακριβώς όπως κάποτε τις αυλόπορτες των γειτόνων σου, κινδυνεύεις να σε περάσουν για τρελό, αν όχι και για τρομοκράτη ή κακοποιό. Μόνο οι κοσμικοί – που πάντα το πορτοφόλι τους είναι γεμάτο, ακόμα και τώρα που η ακρίβεια τ ρ ε λ ά θ η κ ε – μόνο αυτοί, λέω, θα πάρουν μια κάποια αποκριάτικη γεύση στις ταβέρνες, όπου θα δειπνήσουν την Τσικνοπέμπτη ή κάποιο Σαββατόβραδο του τριωδίου, πετώντας στην παρέα τους σερπαντίνες και κομφετί. Εμείς οι άλλοι, που είμαστε, σαν τους τρεις σωματοφύλακες, «μακριά σπαθιά κι ελαφριά πορτοφόλια», θα περιοριστούμε σε ό,τι αποκριάτικο μας δείξει η τηλεόραση… Ίσως – ίσως , λέω- το τελευταίο Σαββατοκύριακο κάνουν την εμφάνισή τους λίγοι χαρταετοί, με ποικιλία χρωμάτων και σχημάτων στα περίπτερα, για να τους αμολήσουν οι μπαμπάδες για τα βλαστάρια τους την Καθαρή Δευτέρα στο λόφο του Φιλοπάππου μαζί με πλήθος αλλοδαπών. Εκεί ο δήμος της Αθήνας, όπως κάθε χρόνο αυτή τη μέρα, θα μοιράσει, για την έναρξη της Μεγάλης Σαρακοστής, λαγάνες , αν όχι και χαλβά.
Αυτές οι σκέψεις με γύρισαν πίσω στα μαθητικά χρόνια, τότε που κι εγώ πέταγα αϊτό, με ζύγια και ουρά φτιαγμένα από εφημερίδες , στον αττικό ουρανό από την ταράτσα του σπιτιού μου. Άλλαξαν όμως οι καιροί και πέταξαν τα χρόνια, « σαν τα χελιδόνια », όπως θα ‘λεγε ο ποιητής Δροσίνης, και τώρα, όντας κοντά στην «εξώθυρα» της ζωής και νοσταλγώντας τις τρυφερές εκείνες μνήμες, έγραψα ένα τετράστιχο με αφορμή την πρώτη μέρα της Μεγάλης Σαρακοστής, μέρα που οι πιο παλιοί από εμάς Αθηναίοι γιόρταζαν τις απόκριες στους στύλους του Ολυμπίου Διός, ενώ ο τελάλης της εποχής γύριζε στις αθηναϊκές γειτονιές και , με στεντόρεια φωνή , φώναζε:
Μασκαράδες και πολίται
στις κολόνες να βρεθείτε.
Εκεί, λοιπόν, στις « κολόνες » του ναού, οι παλιοί Αθηναίοι πήγαιναν να γιορτάσουν τα κούλουμα και ν’ απολαύσουν το παραδοσιακό φαγοπότι και γλέντι. Σήμερα, όμως, τα πράγματα, με τους παλίμπαιδες ισχυρούς του πλανήτη, έχουν αλλάξει και, αντί για τις « κολόνες », πηγαίνουν, όπως είπα, στο λόφο του Φιλοπάππου, αψηφώντας το κρύο και τον δυνατό αέρα, για να γιορτάσουν την πρώτη μέρα της Μεγάλης Σαρακοστής, μαζί με τους άστεγους και τους αλλοδαπούς, που περιμένουν την παραδοσιακή λαγάνα (κέρασμα, επαναλαμβάνω, του Δήμου Αθηναίων) ως μάννα εξ ουρανού και για θέαμα ψυχαγωγικό το πέταγμα του χαρταετού. Αυτό το τελευταίο, λοιπόν, έγινε, όπως είπα, αφορμή να θυμηθώ τα σχολικά χρόνια – τότε, που, σύμφωνα με το έθιμο, πέταγα τον δικό μου αϊτό – και να γράψω τώρα, υπέργηρος και με χέρι τρεμάμενο από τα χρόνια, αυτό το τετράστιχο :
Ο ΧΑΡΤΑΕΤΌΣ
Όταν παιδί σε πέταγα ψηλά, χαρταετέ,
Μαζί φιλοδοξίες μου κι ελπίδες μου πετούσα.
Κι όταν στο σύρμα της ΔΕΗ κρεμάστηκες, αϊτέ,
Εκεί για πάντα σ’ άφησα μ’ αυτά που προσδοκούσα.
———————-
Φάνης Κωστόπουλος
