You are currently viewing Φάνης Κωστόπουλος: Φραντς  Λιστ (1811-1886) Ένας μεγάλος δεξιοτέχνης του πιάνου και κατακτητής της γυναικείας καρδιάς

Φάνης Κωστόπουλος: Φραντς  Λιστ (1811-1886) Ένας μεγάλος δεξιοτέχνης του πιάνου και κατακτητής της γυναικείας καρδιάς

   Ο  Φραντς  Λιστ – τέκνο μιας ουγγρικής οικογένειας που ανήκε στην επιστασία των κτημάτων του  πρίγκιπα Νικόλα Εστερχάζι –  βρήκε από πολύ νωρίς στο πρόσωπο του πατέρα του (ερασιτέχνη πιανίστα και βιολιστή) την κατανόηση και τις ενθαρρύνσεις που στερήθηκαν άλλοι καλλιτέχνες με αξία. Ήταν έξι χρονών παιδί, όταν άρχισε να μελετά το πιάνο, το όργανο στο οποίο  όχι μόνο θα διαπρέψει, αλλά και θα αποτελέσει σ η μ α ν τ ι κ ό   σ τ α θ μ ό στην εξέλιξη αυτού του οργάνου.  Έδειξε σ’αυτή την ηλικία τέτοια χαρίσματα, που ο φιλόμουσος πρίγκιπας Εστερχάζι, μαζί με άλλους φίλους του μεγαλοαφέντες, έδωσε στην οικογένεια του Λιστ τα υλικά μέσα να μεταφερθεί στη Βιέννη και να εμπιστευτεί το εξαιρετικό αυτό παιδί στους δασκάλους που αξίζει. Πάντως, χρειάστηκε ακόμη και ο Λιστ  να παλέψει με τη δυσάρεστη προκατάληψη που συνοδεύει τη μουσική του πιανίστα, αφού ακόμη και σήμερα υπάρχουν πολλοί που  διστάζουν να θεωρήσουν τον συνθέτη των Ουγγρικών ραψωδιών σαν έναν από τους μεγάλους δασκάλους  της νεότερης σύνθεσης και έναν από τους μεγάλους ευεργέτες της μουσικής τέχνης του καιρού του.

Ο μικρός Φράντς  –  που στα εννέα του χρόνια ερμήνευε κοντσέρτα με απίστευτη δεξιοτεχνία και κύρος –  δούλεψε πρώτα με τους Καρλ  Τσέρνι, περίφημο εκείνη την εποχή δεξιοτέχνη του πιάνου, και Αντόνιο Σαλιέρι, που φθονούσε  αφάνταστα ένα άλλο παιδί θαύμα της μουσικής, τον Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ, και ύστερα πήγε στο Παρίσι για να παρακολουθήσει τα μαθήματα του Ωδείου. Ο Λουίτζι  Κερουμπίνι  –  που αντιπαθούσε τα παιδιά θαύματα  –  επικαλέστηκε ένα άρθρο του κανονισμού για να αρνηθεί την εγγραφή του μελλοντικού συνθέτη των Πρελουντίων. Ο  τελευταίος συνέχισε μόνος, δίχως καθηγητή, την πιανιστική του εκπαίδευση, δίνοντας ρεσιτάλ ολοένα και  λαμπρότερα και κατακτώντας, όπως ο Σοπέν, τα παρισινά σαλόνια της αριστοκρατίας.  Ήταν δεκατεσσάρων ετών όταν στη Βασιλική Ακαδημία Μουσικής ανεβάστηκε η όπερά  του  Δον Σάντσος ή Ο πύργος του έρωτα.  Ο νεαρός Ούγγρος ανάσαινε, με ξεχωριστή χαρά, τη λογοτεχνική, καλλιτεχνική, φιλοσοφική και κοινωνική ατμόσφαιρα της γαλλικής πρωτεύουσας.  Οι εμπνευστές της ιδεολογίας του ήταν ο Σαιν Σιμόν, ο Φουριέ (φιλόσοφος,  κοινωνιολόγος και οικονομολόγος που επέκρινε τη βιομηχανική κοινωνία και το αστικό κράτος), ο Λαμαρτίνος, ο Σατωβριάνδος, ο Ουγκό, ο Ντελακρουά και άλλοι, ενώ είχε αρχίσει  να κάνει παρέα με τον Σοπέν και τον Μπερλιόζ.  Ο τελευταίος, λίγοι το ξέρουν, έγραψε μια Ηρωική σκηνή πάνω στην Ελληνική Επανάσταση  (κείμενο  Hubert Ferrand )  για μεγάλη χορωδία και μεγάλη ορχήστρα.

  Στη Γαλλία,  δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς –  με τη φήμη που είχε αποκτήσει ως δεξιοτέχνης του πιάνου και την ωραία σωματική διάπλαση με την οποία τον είχε προικίσει η φύση  – και  να μη συναντήσει  τις πρώτες μούσες.  Ένα αδικαίωτο πάθος του για  μια μαθήτριά   του , τη  δεσποινίδα   ντε Σαιν Κρικ  ( de Saint  Cricq  ) του είχε αφήσει στην καρδιά μια βαθιά λαβωματιά και μια έφεση για θρησκευτικό μυστικισμό, όταν η συνάντησή του με την κόμισσα Ντ’ Αγκού  ( D’ Agoult ) άσκησε μια αποφασιστική επιρροή στην ψυχή του. Η  έξυπνη και γοητευτική  Μαρί ντ’ Αγκού, που κατείχε μια ζηλευτή  κοινωνική θέση στο Παρίσι, δεν δίστασε ν’ αφήσει τον άντρα της και να κόψει τις σχέσεις με όλους τους δικούς της, για ν’ ακολουθήσει, στην πορεία του προς την δόξα, τον δεξιοτέχνη του πιάνου που την είχε θαμπώσει.  Η σχέση τους αυτή, που στάθηκε τόσο εγκεφαλική όσο και αισθητική,  κράτησε δέκα χρόνια. Ο Λιστ είχε βρει σ’ αυτή τη γυναίκα την πρώτη του Ηγερία. Πράγματι, η καλλιτεχνική ζωή του  Φρανς Λιστ είναι πιστό αντικαθρέφτισμα της αισθηματικής του ζωής. Αρχικά στη σταδιοδρομία του ως δεξιοτέχνη του πιάνου κυριαρχεί η επιρροή του πατέρα του, που στάθηκε γι’ αυτόν ο στοργικότερος καθοδηγητής. Εξελίσσεται και γνωρίζει μια εξαίσια ανθοφορία χάρη στην υψηλή επίβλεψη της κόμισσας  Ντ’ Αγκού, ανθοφορία που θα φτάσει στο απόγειό της , όταν η διακοπή του δεσμού αυτού θ’ αφήσει στον μεγάλο δεξιοτέχνη και συνθέτη μια απόλυτη ελευθερία. Λέγεται , μάλιστα , πως αυτή η ολόθερμα αφοσιωμένη σύντροφος ήταν ο πραγματικός συγγραφέας των άρθρων και των μελετών που είχε δημοσιεύσει ο Λιστ σε αυτή την  πρώτη περίοδο της σταδιοδρομίας του. Πάντως, η σχέση αυτή συμπλήρωσε,  μ’ έναν τρόπο πολύ χρήσιμο, τα κενά της πνευματικής κατάρτισης του Ούγγρου μουσικού, που με το να συχνάζει ακόμη και στον κύκλο της Γεωργίας Σάνδη, έγινε ο πιο Παριζιάνος από τους ξένους καλλιτέχνες και ο πιο Γάλλος από τους ρομαντικούς της τέχνης και του πνεύματος. Από τον δεσμό αυτό γεννήθηκαν τρία παιδιά : η Μπλαντίν, η Κόζιμα (σύζυγος αργότερα του Ρίχαρντ  Βάγκνερ)  και ο Ντανιέλ, που πέθανε φθισικός στα είκοσί του χρόνια. Υποκύπτοντας ο Λιστ στις αναγκαίες μετακινήσεις της σταδιοδρομίας του, αποσυνδέθηκε σιγά-σιγά από την πρώτη του Ηγερία, αλλά διατήρησε με τις κόρες του, όπως φαίνεται από την αλληλογραφία που είχε μαζί τους , μια τρυφερή και στοργική επαφή.

Μια δεύτερη Ηγερία διαδέχτηκε, ύστερα από τρία χρόνια, την πρώτη. Η πριγκίπισσα Καρολίνα φον Ζάιν – Βιτγκενστάιν ( von Sayn – Wittgenstein ),  που ο Λιστ είχε συναντήσει και ξελογιάσει στο Κίεβο, άφησε τον άντρα της και τη Ρωσία, για να έρθει μαζί με την κόρη της στη Βαϊμάρη, κοντά σ’ αυτόν τον ακαταμάχητο γόητα, και να γίνει η αφοσιωμένη και φωτισμένη του σύμβουλος.  Η  υπέροχη   αυτή  γυναίκα (που «γεννήθηκε από το κέφι του Θεού» όπως θα ‘λεγε ο Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ) άσκησε πάνω στον γυναικοφίλητο αυτό άντρα την ευεργετικότερη επιρροή. Η πολύ μεγάλη της  παιδεία της έδωσε τη δυνατότητα να ξαναπιάσει την πένα που είχε πέσει από το χέρι της κόμισσας Ντ’ Αγκού και να ξαναβάλει τον διάσημο σύντροφό της  να υπογράφει λαμπρά κείμενα που τον τίμησαν. Πάνω απ’όλα όμως, είχε  την ευφυΐα να τον εμποδίσει να θυσιάσει τη σταδιοδρομία του ως συνθέτη  στους θριάμβους του ως δεξιοτέχνη του πιάνου.

Πράγματι, η ποικιλία πιανιστικών έργων του Λιστ είναι μεγάλη: δυο οντσέρτα, μια σονάτα, δεκαεννιά  Ουγγρικές ραψωδίες, τα 26 κομμάτια που αποτελούν τα Χρόνια προσκυνήματος, δυο Μπαλάντες, δυο Ελεγείες, τρία Βαλς-καπρίτσια, Σπουδές υπερβατικής δεξιοτεχνίας, Οι παραμυθίες, Οι οπτασίες, ένας  Μακάβριος χορός, οι Ποιητικές και θρησκευτικές αρμονίες, καθώς και πολυάριθμες μεταγραφές και διασκευές που του επέτρεψαν να πλουτίσει την τεχνική του πιάνου με δυνατότητες ανυποψίαστες, οι οποίες άνοιξαν τον δρόμο στους διαδόχους του Ντεμπισί και  Ραβέλ να γράψουν άνετα Τους κήπους κάτω απ’ τη βροχή, την  Οντίν ή τα Παιχνίδια του νερού. Εκείνη επίσης δημιούργησε γύρω του, στη Βαϊμάρη, ένα πρωτοποριακό περιβάλλον για τον δεξιοτέχνη του πιάνου. Όσο για τον Λιστ και τον τότε προστατευόμενό του Βάγκνερ, δεν άργησαν να γίνουν οι επίσημοι αντιπρόσωποι των επαναστατικών τάσεων, που κατάγγελλαν και καταδίκαζαν ο Ρόμπερτ και η Κλάρα Σούμαν, ο Μπραμς και όλοι οι «κλασικίζοντες» ρομαντικοί της εποχής. Σε λίγο η αιρετική Σχολή της Βαϊμάρης συμβόλιζε την ένοχη απειθαρχία και την  επανάσταση ενάντια  στην ορθοδοξία της Σχολής της Δρέσδης.

Αφού βασίλεψε στον εγκέφαλο του Λιστ πάνω από 18 χρόνια,  η πριγκίπισσα, όπως και η κόμισσα, είδε τον αιχμάλωτό της να σπάζει διακριτικά τις αλυσίδες του. Θέλοντας να νομιμοποιήσουν τη σχέση τους με τον δεσμό του γάμου, οι δυο εραστές είχαν από καιρό καταθέσει στο αρμόδιο παπικό δικαστήριο της Ρώμης μια αίτηση για ακύρωση του πρώτου γάμου της πριγκίπισσας. Τελικά, καθώς περίμεναν, από χρόνο σε χρόνο, την ακύρωση του γάμου και είχαν αποθαρρυνθεί από την έκβαση της υπόθεσης, οι δυο εραστές χωρίστηκαν και ο Λιστ πήρε την απόφαση να γίνει κληρικός. Ύστερα από μια πολύ σύντομη περίοδο δοκιμότητας, ο Λιστ έγινε δεκτός στις κατώτερες βαθμίδες κληρικών, εκάρη και φόρεσε το ράσο, περιμένοντας να του αναγνωριστεί και η ιδιότητα του ‘κανονικού’, πράγμα που έγινε αργότερα. Ο αβάς Λιστ  –  που τον ακολουθούσε πάντα η πομπή από ερωτευμένες γυναίκες  –  δεν άργησε να ενσωματώσει στην εκκλησιαστική πειθαρχία  όλες εκείνες τις κατά κόσμον ελευθερίες που χρειαζόταν για να ξαναρχίσει τις θριαμβευτικές περιπλανήσεις του στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες όπου τον καλούσαν να διευθύνει ή να εκτελέσει τα έργα του. Επίσης ίδρυσε μια Ακαδημία Μουσικής στη Βουδαπέστη και δίδαξε εκεί το όργανο που τον δόξασε, συνεχίζοντας παράλληλα τη δραστηριότητά του στη Βαϊμάρη και στη Ρώμη. Ωστόσο, ο θάνατος δεν άργησε να του χτυπήσει την πόρτα. Ενώ ταξίδευε στο Φεστιβάλ του Μπαϊιρόιτ, το 1886, αρρώστησε από πνευμονική συμφόρηση. Θέλησε όμως να παρακολουθήσει μια  παράσταση του Τριστάνου και πέθανε στα χέρια της κόρης του Κόζιμα. Ο άνθρωπος Λιστ μάγευε τα πλήθη και τις γυναίκες. Πάντα ήταν περιστοιχισμένος από ένα πυκνό τάγμα θαυμαστών και θαυμαστριών και πρόθυμος να βοηθήσει τον συνάνθρωπό του.  Ο «ιερός εγωισμός» που χαρακτήριζε  ορισμένους μεγάλους δημιουργούς ήταν σ’ αυτόν τελείως  άγνωστος.

—————————–

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.