Αν διαβάσει κανείς με προσοχή τα Ευαγγέλια, θα διαπιστώσει ότι ο Ιησούς εμφανίζεται στις σελίδες τους πιστός στον Μωσαϊκό Νόμο, αλλά και ταυτόχρονα ανεξάρτητος, όταν δεν συμφωνεί με τον Νόμο. Ένα παράδειγμα: Αν και ως Εβραίος θα έπρεπε να συμφωνεί και να τηρεί την 4η Εντολή: «Μνήσθητι την ημέραν των σαββάτων αγιάζειν αυτήν. Έξ ημέρας εργά και ποιήσεις πάντα τα έργα σου· τη δε ημέρα τη εβδόμη σάββατα Κυρίω τω Θεώ σου», διαφωνεί κατακόρυφα και διατυπώνει, για την ημέρα του Σαββάτου, τη δική του άποψη: «το σάββατον δια τον άνθρωπο εγένετο, ουχ ο άνθρωπος διά το Σάββατον» (Μάρκ. β’, 27). Το παράδειγμα δείχνει ακόμη κάτι: Από τη στιγμή που άρχισε να ασκεί το λειτούργημά του ο Ναζωραίος, το πλήθος αντιλαμβάνεται τη διαφορετικότητά του από τους Γραμματείς: «και εξεπλήσσοντο επί τη διδαχή αυτού· ην γαρ διδάσκων αυτούς ως εξουσίαν έχων, και ουχ ως οι Γραμματείς » (Μάρκ.,α΄, 22). Και πράγματι, η διαφορά ήταν μεγάλη με τους Γραμματείς που ασχολούνταν μόνο με την ερμηνεία της Τορά και των Προφητών. Ένας ραβίνος, («ραβί» λεγόταν τότε) δεν μίλαγε με το δικό του όνομα, αλλά εκ μέρους του Γραμματέα από τον οποίο διδάχτηκε. Ωστόσο, ο Ιησούς μιλάει, όπως είδαμε στο παράδειγμα πιο πάνω, από μόνος του με πλήρη εξουσία. Έχοντας υπόψη τα λίγα αυτά που είπαμε για την προσωπικότητα του Χριστού, μπορούμε τώρα να προχωρήσουμε ακόμη πιο βαθιά στο θέμα του κειμένου.

Σε σχέση με τον Ιωάννη τον Βαπτιστή, η εμφάνισή του τον αδικούσε. Δεν ξεχώριζε, μέσα σε πλήθος κόσμου, από την ενδυμασία του, όπως συνέβαινε με τον Βαπτιστή που ήταν περίεργα ντυμένος, σαν τον προφήτη Ηλία : «ην δε ο Ιωάννης ενδεδυμένος τρίχας καμήλου και ζώνην δερματίνην περί την οσφύν, και εσθίων ακρίδας, και μέλι άγριον» (Μαρκ., α, 6).
Επίσης εγκαταλείπει την έρημο του Ιορδάνη για να συναντήσει τον απλό λαό των κωμοπόλεων. Δεν είναι ούτε καν ένας «ναζίρ», δηλαδή ταγμένος στον Θεό που ζει απομονωμένος χωρίς να πίνει κρασί και σίκερα, δηλαδή άλλο μεθυστικό ποτό (Λουκ. α΄, 15 ). Και τρώει ο Ιησούς κρέας, ενώ ο Βαπτιστής αρκούνταν να τρώει ακρίδες που δεν τις θεωρούσαν τότε κρέας. Έτσι εξηγείται αυτή η περιφρονητική περιγραφή από τους αντιπάλους του σε αντιπαράθεση με τον Βαπτιστή: « … ιδού άνθρωπος φάγος και οινοπότης, τελωνών φίλος και αμαρτωλών!» (Ματθ. ια, 18- 19). Εδώ η λέξη «φάγος» σημαίνει αυτόν που είναι κρεατοφάγος. Το σχόλιο αυτό μοιάζει ακίνδυνο, αλλά πρέπει να προσθέσουμε ότι ο Ιησούς ποτέ δεν πήγε στον Ναό να προσφέρει θυσίες και ακόμη ότι δεν συμμετείχε ποτέ σε λατρευτικά γεύματα, καταναλώνοντας εξαγνισμένα κρέατα από τις λεγόμενες « θυσίες μετάληψης». Και η στάση του αυτή ήταν μια ακόμη διαφωνία του απέναντι στον Νόμο, που υπογράμμίζε την απόσταση που χώριζε τον Ναό από τον Χριστό. Επιπλέον τον κατηγορούν ότι πίνει κρασί. Και αυτό γιατί το κρέας και το κρασί αποτελούσαν διακριτικά γνωρίσματα της γιορτής. Ποιας γιορτής; Της γιορτής της «Βασιλείας του Θεού», της γιορτής μιας άλλης συνάντησης με τον Θεό.Ο Ιησούς – όπως τουλάχιστον τον βλέπουμε στα Ευαγγέλια – αγνοεί σχεδόν τον κόσμο των ιερέων και των επιφανών Σαδδουκαίων που θα τον οδηγήσουν στον θάνατο. Συγχρωτίζεται με τον λαό και βρίσκεται κοντά στους ασήμαντους και τους φτωχούς, ακόμα και στους «αμαρτωλούς», με την κοινωνική και τη θρησκευτική έννοια αυτής της λέξης που δήλωνε τότε την κατώτερη τάξη της κοινωνίας.

Αν ο λόγος του Βαπτιστή είναι αυτός της δικαιοσύνης (Ματθ. γ, 7-10), ο λόγος του Ιησού συνδυάζει, με έναν ιδιαίτερο τρόπο, την ηπιότητα με τη δριμύτητα, μια ομιλία, δηλαδή, που δεν χαρίζεται σε κανέναν, σχεδόν επιθετική, θα λέγαμε. Αν θυμηθούμε μερικά παραδείγματα, θα ανακαλύψουμε ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς του όπου φαινομενικά ασύνδετες λέξεις μοιάζουν να αψηφούν τη λογική. Ποιος δεν γνωρίζει την ομιλία του για τα κρίνα του αγρού και τις παραβολές σαν αυτή του σπορέα, για να μην πούμε για τους Μακαρισμούς; (Ματθ. ε,΄3-12. στ΄, 28. ιβ΄, 3-9).

Τα λόγια του και η συμπεριφορά του απέναντι στον Ναό φαίνονται ανάρμοστα, αν τα δει κανείς από την πλευρά των Ιουδαίων,γεγονός που προκάλεσε τη μήνη των θρησκευτικών αρχών, ιδίως όταν ο Ιησούς επιτέθηκε εναντίον των αργυραμοιβών και των εμπόρων στον Ναό (Ιωαν. β΄, 13-16). Προτού πάρει την απόφαση να διώξει τους εμπόρους από τον Ναό, θα έπρεπε να σκεφτεί, σύμφωνα με τους Ιουδαίους, πώς θα μπορούσε να λειτουργήσει ο Ναός και να γίνουν οι αιματηρές θυσίες που απαιτούνταν από τον Νόμο, αν δεν υπήρχαν ζώα για τη θυσία και νομίσματα με την όψη του ειδωλολάτρη Καίσαρα (β, 13-16), για να τ’ αγοράσουν οι Ιουδαίοι. Οι έμποροι του Ναού και οι αργυραμοιβοί ήταν απαραίτητοι, όπως απαραίτητο είναι σήμερα στις εκκλησίες το παγκάρι για το κερί του πιστού. Πάντως το χειρότερο απ’ όλα ήταν ο λόγος του που στόχευε στην καταστροφή του Ναού, της κατοικίας του Θεού. Δεν έχει σημασία τι εννοούσε ο Χριστός με αυτή τη φράση. Σημασία έχει τι καταλάβαιναν οι Ιουδαίοι, που δεν μπορούσαν να ανεχθούν έναν τέτοιο λόγο. Και η κοινή λογική λέει ότι αυτή η ακραία συμπεριφορά θα τον στείλει μια μέρα στον σταυρό. Και δεν άργησε να έρθει αυτή η μέρα.

Εδώ και δυο περίπου αιώνες οι ερμηνευτές αναρωτιούνται ποιο από τα τρία συνοπτικά Ευαγγέλια είναι το αρχαιότερο, που περιέχει την πρώτη αλήθεια.Στην περίπτωση αυτή διατυπώνονται δύο αντικρουόμενες υποθέσεις.Για τους μεν, που είναι σήμερα περισσότεροι, το Ευαγγέλιο του Μάρκου θεωρείται το αρχαιότερο. Στη συνέχεια ο Ματθαίος και ο Λουκάς, ανεξάρτητα ο ένας απ΄τον άλλο, χρησιμοποίησαν το Ευαγγέλιο του Μάρκου, ο καθένας με τον τρόπο του. Ωστόσο αυτά τα δύο Ευαγγέλια θεωρούνται εξ ίσου σημαντικά. Και αυτό γιατί πέρα από το Ευαγγέλιο του Μάρκου, χρησιμοποίησαν και μια δεύτερη πηγή, τη λεγόμενη «παράδοση Q» (από το αρχαίο γράμμα της γερμανικής λέξης quelle που σημαίνει πηγή), η οποία είναι εξ ίσου παλαιά, αν όχι αρχαιότερη από αυτή του Μάρκου. Όπως φαίνεται η κατάσταση είναι αρκετά περίπλοκη. Αυτά τα συμπεράσματα στηρίζονται σε μια προσεκτική μελέτη των σχέσεων μεταξύ των τριών συνοπτικών Ευαγγελίων, που είχαν γραφτεί στα ελληνικά. Σύμφωνα με αυτή τη μελέτη, ο Μάρκος πρέπει να είναι ο πρώτος που συνέγραψε Ευαγγέλιο. Ωστόσο, ορισμένοι μελετητές εξακολουθούν να υποστηρίζουν ότι ο Ματθαίος προηγείται σε σχέση με τον Λουκά και τον Μάρκο.

Ήδη από το 1950, το ερμηνευτικό ενδιαφέρον έχει μετατοπιστεί κάπως, αναλύοντας περισσότερο τα κείμενα στη σύγχρονη μορφή τους και την ιδιαίτερη φιλολογία τους. Ας συνοψίσουμε ορισμένα συμπεράσματα της ευρύτερα αποδεκτής κριτικής άποψης. Ο ευαγγελιστής Μάρκος ,γύρω στο 70 μ.Χ., πήρε ένα σύνολο προφορικών ή εν μέρει γραπτών παραδόσεων και το προσάρμοσε σε ένα είδος βιογραφίας. Διηγείται την ιστορία του Ιησού, πιθανόν στο περιβάλλον της Εκκλησίας της Ρώμης, με τη βοήθεια μιας ελληνικής γλώσσας αρκετά απαρχαιωμένης και γεμάτης σημιτισμούς, έτσι όπως τη μιλούσαν τότε οι Ιουδαίοι. Ο Μάρκος αντλεί προφανώς κάποια στοιχεία από μια ιουδαιοχριστιανική κατήχηση, που φέρνει προ πάντων την έντονη επιρροή του Πέτρου. Τέλος, στα γραπτά του Μάρκου, ο Ιησούς αναφέρεται από την αρχή ως «υιός Θεού». Ο Ματθαίος, από την άλλη πλευρά, ο «Έλληνας Ευαγγελιστής», όπως ισχυρίζονται πολλοί, που είναι συνονόματος με τον απόστολο και ζει στους κόλπους μιας ιουδαιοχριστιανικής κοινότητας εγκατεστημένης στην Αντιόχεια της Συρίας , γύρω στο έτος 85 μ.Χ., παίρνει και τροποποιεί το έργο του Μάρκου προσθέτοντάς του πολλά στοιχεία που προέρχονται από μια δεύτερη πηγή, την «παράδοση Q». Χωρίς να αμφισβητεί καθόλου την επιμονή του Μάρκου για τη θεϊκή προέλευση του Ιησού, ο συγγραφέας τονίζει ότι ο Ιησούς είναι πρώτα απ’ όλα ο Μεσσίας, ο υιός του Δαβίδ, που περίμεναν στο Ισραήλ. «Υιός Θεού», λοιπόν, για τον Μάρκο, «Μεσσίας» για τον Ματθαίο, τον «Έλληνα» Ευαγγελιστή. Την ίδια εποχή, αυτή τη φορά όμως στο περιβάλλον μιας κοινότητας εγκατεστημένης στην Ελλάδα ή στη Μικρά Ασία, ο ευαγγελιστής Λουκάς χρησιμοποιεί και αυτός τις δύο εν λόγω πηγές, (Μαρκ. και Q ) αλλά ενίοτε με τρόπο αρκετά ελεύθερο και γράφοντας σε καλά ελληνικά. Στα κείμενα του Λουκά, ο Ιησούς αναφέρεται αρχικά ως Κύριος, όπως και στις επιστολές του Παύλου.Τέλος, ο Ευαγγελιστής που είναι γνωστός ως Ιωάννης , μέσα σε μια ιουδαιοχριστιανική κοινότητα, ιδιαίτερα διαφορετική από τις προηγούμενες, επρόκειτο να γράψει με τη σειρά του τη δική του διήγηση, η οποία διαφέρει σημαντικά από εκείνες των τριών συνοπτικών Ευαγγελίων. Προφανώς το Ευαγγέλιο στη σημερινή του μορφή, μετά από μακρόχρονη επεξεργασία στους κόλπους του περιβάλλοντος του Ιωάννη, ορισμένα στοιχεία μοιάζουν προγενέστερα του Μάρκου (πριν από το 70) και άλλα αργότερα, στο διωγμό του Δομιτιανού, γύρω στο 95. Η τελική προσφώνηση του Ιησού, σύμφωνα με τον Ιωάννη, συνοψίζεται στα λόγια του άπιστου αποστόλου, του Θωμά:«ο Κύριός μου και ο Θεός μου» (Ιωαν. Κ΄, 28). Όπως διαπιστώνουμε, κάθε μία από τις ευαγγελικές διηγήσεις έχει τις ιδιομορφίες της ακόμη και σε ό,τι αφορά την έμφαση που δίνεται από τον ένα ή τον άλλο Ευαγγελιστή σε διαφορετικά κάθε φορά χαρακτηριστικά της μορφής του Ιησού. Συνήθως αυτές οι διηγήσεις δεν αλληλοσυγκρούονται, αλλά οι αποκλίσεις τους είναι αρκετά έκδηλες. Μάλιστα ορισμένες διατηρούνται ακόμα και σήμερα (για παράδειγμα αυτές που σχετίζονται με τη χρονολογία των Παθών μεταξύ του Μάρκου και του Ιωάννη). Έτσι καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι για τον Μάρκο ο Ιησούς είναι «υιός Θεού», για τον Ματθαίο «Μεσσίας», για τον Λουκά «Κύριος», με κεφαλαίο το αρχικό γράμμα, και για τον Ιωάννη αυτό που συνοψίζεται στα λόγια του Θωμά: «ο Κύριός και ο Θεός μου». Οι μόνοι που κάνουν λόγο για τη θεϊκή ιδιότητα του Ιησού, είναι ο Μάρκος και ο Ιωάννης. Οι άλλοι δύο αποφεύγουν να την αναφέρουν, αλλά και δεν την αντικρούουν. Όσο για την ονομασία «υιός του ανθρώπου», είναι ονομασία που χρησιμοποιεί ο ίδιος ο Ιησούς για τον εαυτό του.

Θα κλείσω με ένα χωρίο από το Ευαγγέλιο του Μάρκου, όπου γίνεται λόγος για μια από τις προσφωνήσεις των Ευαγγελιστών που αναφέραμε και για τη στάση του Ιησού απέναντι σε αυτή την προσφώνηση. Επιστρέφοντας ο Ιησούς με τους μαθητές του από τα χωριά της Καισαρείας, θέλησε καθ’ οδόν να μάθει τι λέει γι’ αυτόν ο κόσμος και ερώτησε τους μαθητές του λέγοντας : «τίνα με λέγουσι οι άνθρωποι είναι; οι δε απεκρίθησαν· Ιωάννην τον βαπτιστήν, και άλλοι Ηλίαν, άλλοι δε ένα των προφητών. και αυτός λέγει αυτοίς• υμείς δε τίνα με λέγετε είναι; αποκριθείς δε ο Πέτρος λέγει αυτώ• συ ει ο Χριστός (ο Μεσσίας). και επετίμησεν αυτοίς ίνα μηδενί λέγωσι περί αυτού.( η΄, 27-30 ).
Φάνης Κωστόπουλος
