Οι καπνοί από τις στέγες του είναι οι ιδέες της υφηλίου.
Βίκτωρ Ουγκώ, Οι Άθλιοι
Η ‘Πόλη του Φωτός’ υπήρξε, ως πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τουλάχιστον, παγκόσμια πρωτεύουσα. Ήταν η καρδιά της Ευρώπης, η σύνοψη του πολιτισμού και των προσδοκιών που γεννούσε για το μέλλον. Ακόμη και στη χρυσή δεκαετία του ‘50, στα χρόνια της εφηβείας μου, ήταν, θυμάμαι, η Μέκκα του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Τα λίγα γαλλικά που μαθαίναμε στο γυμνάσιο μας έκαναν να ονειρευόμαστε σπουδές στο Παρίσι – τόσο γοητευτική και μυθική για την ομορφιά και
τον ευρωπαϊκό πολιτισμό της φάνταζε στα μάτια μας και στη σκέψη μας αυτή « Σειρήνα-Πόλη ». Μιλούσαμε για έναν όμορφο τόπο και, χωρίς να σκεφτούμε καθόλου, ερχόταν η φράση στο στόμα μας: «Είναι όμορφος σαν το Παρίσι». Τώρα στα γερατειά, τώρα που οι ευρωπαϊκές αξίες και οι αρχές της νομιμότητας έχουν γίνει μπίλιες, για να παίζουν οι…ισχυροί και παλίμπαιδες του πλανήτη, τίποτε δε νοσταλγώ περισσότερο από τον λίγο καιρό που έζησα στο Παρίσι. Μη φανταστείτε πως είμαι υπερβολικός. Μπορώ ακόμη και σ’ αυτή την προχωρημένη ηλικία να πω τι θυμάμαι και τι θαύμασα στην ‘Πόλη του Φωτός’ και προ παντός τι ακόμη διάβασα γι’ αυτή στα βιβλία. Οι λίγοι στίχοι που έγραψα στα νιάτα μου το δείχνουν ξεκάθαρα:
Θυμήσου τους περίπατους στο Σεν Ζερμέν ντε Πρε,
τα πρωινά τ’ αξέχαστα, με βροχερό καιρό
και τη βροχή γλυκόλαλη ν’ ακούς, σαν το Βερλαίν,*
την ώρα που μεις πίναμε καφέ στο Ντε Μαγκό.
*O bruit doux de la pluie ( Ω γλυκέ θόρυβε της βροχής ).
Στις αρχές του περασμένου αιώνα, στα 1916 για την ακρίβεια, όταν ακόμη μαινόταν ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, η Ελλάδα ήταν τότε ουδέτερη και δεν είχε μπει ακόμα στον πόλεμο, στο πλευρό της Αντάντ. Όλος σχεδόν ο πνευματικός κόσμος και οι διανοούμενοι ήταν γαλλόφιλοι. Ό,τι γινόταν στο Παρίσι της Μπελ Επόκ και του 19ου αιώνα ακόμη όριζε το πνευματικό και καλλιτεχνικό γίγνεσθαι σε όλη την Ευρώπη. «Πρωτεύουσα του 19ου αιώνα» αποκάλεσε το Παρίσι ο κορυφαίος δοκιμιογράφος Βάλτερ Μπένγιαμιν, ενώ ο Νίτσε, αν και Γερμανός , ισχυριζόταν ότι «ένας καλλιτέχνης δεν έχει άλλη πατρίδα στην Ευρώπη εκτός από το Παρίσι». Ακόμη και ο Όσκαρ Ουάιλντ, του οποίου η δηκτική ειρωνεία δεν χαριζόταν σε κανέναν, υποκλίνεται στη γαλλική πρωτεύουσα με αφορμή τα όσα λέει για τους Αμερικανούς: «‘Στην Αμερική λένε πως, όταν πεθαίνουν οι καλοί Αμερικανοί, πηγαίνουν στο Παρίσι’ […..] ‘Αλήθεια, και όταν πεθαίνουν οι κακοί Αμερικανοί πού πηγαίνουν;’ ρώτησε η Δούκισσα. ‘Πηγαίνουν στην Αμερική’, ψιθύρισε ο λόρδος Χένρι » (Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι).
Σε τι οφειλόταν η γοητεία που ασκούσε το Παρίσι, που μολονότι γαλλική , ήταν ανοιχτή στα ερεθίσματα που έρχονταν από όλο τον κόσμο και την ανανέωναν συνεχώς; Στη συναρπαστική ζύμωση των τεχνών, από τη ζωγραφική και τη λογοτεχνία ως τη μουσική και το θέατρο; ή μήπως στο ότι από τον καιρό που είδαν το φως της δημοσιότητας Τα άνθη του κακού άρχισε η μεγάλη περίοδος που ονομάζουμε ν ε ω τ ε ρ ι κ ό τ η τ α , μεταφράζοντας τη γαλλική λέξη modernité; Και αυτό, μολονότι , καλώς ή κακώς , θεωρούμε σήμερα ότι ο μοντερνισμός είναι υπόθεση του αγγλόφωνου κόσμου με τους τρεις κυριότερους εκπροσώπους του: τον Έλιοτ, τον Πάουντ και τον Τζόις. Ξεχνάμε, όμως, πως κι αυτοί, όπως και πολλοί άλλοι, πέρασαν από την ‘Πόλη του Φωτός’. Ο Πάουντ στη δεκαετία του 1920 «ανακάλυπτε» εκεί την ποίηση του Φρανσουά Βιγιόν και πάνω στο ποίημα «Διαθήκη» του γάλλου ποιητή συνέθεσε ένα δικό του έργο με τον ίδιο τίτλο. Στο Παρίσι ο Τζέιμς Τζόις έζησε για δυο δεκαετίες, από το 1920 ως το 1940. Εκεί έγραψε το τελευταίο ογκώδες έργο του, το Finnegans Wake, και εκεί, το 1922, εκδόθηκε από το βιβλιοπωλείο Σαίξπηρ της Σίλβια Μπιτς το μείζον έργο του Οδυσσέας. Πάντως από όποια σκοπιά κι αν εξετάσει το πράγμα κανείς, ο 19ος αιώνας σε ό,τι αφορά την κουλτούρα και την τέχνη είναι γαλλικός. Το ίδιο μπορούμε να πούμε ότι είναι, κατά μεγάλο μέρος του, και ο 20ος. Για παράδειγμα, στον πρώτο από τους δυο αυτούς αιώνες, οι τρεις μεγάλοι Ρώσοι ρεαλιστές συγγραφείς, Τουργκένιεφ, Τολστόι και Ντοστογιέφσκι, πέρασαν από το Παρίσι. Θα είχε γράψει άραγε την Άννα Καρένινα ο Τοστόι, άν δεν είχε προηγηθεί η Μαντάμ Μποβαρί του Φλομπέρ; Ή το Πόλεμος και ειρήνη, αν δεν είχε διαβάσει τους Αθλίους του Ουγκό; Όσο για τον 20ο αιώνα, το Παρίσι υπήρξε, ως πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τουλάχιστον, παγκόσμια πρωτεύουσα. Ακόμη και ο Μπέκετ – που τα έργα του στα αγγλικά πέρασαν σχεδόν απαρατήρητα – θα αποκτούσε παγκόσμια φήμη, αν δεν έγραφε στα γαλλικά το Περιμένοντας τον Γκοντό (En enttendant Godot) που παίχτηκε στο Παρίσι το 1953 και συγκλόνισε την Ευρώπη; Μπορεί να μην αρέσει αυτό στους Αγγλοσάξονες, όμως η πόλη όπου γεννήθηκε η πρωτοπορία στις αρχές του 20ου αιώνα δεν ήταν ούτε η Νέα Υόρκη ούτε το Λονδίνο, αλλά το Παρίσι. Η Πόλη του Φωτός ανέδειξε τις φυσιογνωμίες που θα όριζαν τη δυτική κουλτούρα, φυσιογνωμίες που δεν ήταν μόνο Γάλλοι. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο Γκιγιόμ Απολινέρ ( 1880-1918 ), ο ποιητής που εισήγαγε τον όρο ‘υπερρεαλισμός’, όταν χαρακτήρισε το θεατρικό του έργο Τα στήθη του Τειρεσία ως υπερρεαλιστικό δράμα. Ο ίδιος καθιέρωσε και άλλους δυο πασίγνωστους όρους: τον ‘ Κυβισμό ’και τον ‘ Ορφισμό .’ Ήταν επίσης ο πιο μελοποιημένος ποιητής, ανάμεσα σε αυτούς τους συνθέτες ήταν και οι δυο περισσότερο γνωστοί στη χώρα μας: οι Έρικ Σατί και Λεό Φερέ. Συγκίνησε ακόμη και πολύ μεταγενέστερους μουσουργούς , όπως είναι ο Ντιμίτρι Σοστακόβιτς, που στη 14η συμφωνία του μετέφερε εκπληκτικά – κι μάλιστα σε ρωσική μετάφραση! — ένα από τα σπουδαιότερα ποιήματα του Απολινέρ, τη « Λορελάη ». Όσο για την επίδρασή του στους ζωγράφους, αρκεί να αναφέρω τον Πικάσο, που, χάρη στην «απολινερική» επίδραση, πέρασε από τη γαλάζια περίοδο στη ροζ, επίδραση που δεν ήταν μόνο χρωματική, αλλά και θεματική: οι «απολινερικοί» αρλεκίνοι, σαλτιμπάγκοι και πιερότοι μορφοποιήθηκαν τότε στο έργο του μεγαλύτερου ζωγράφου του 20ου αιώνα. Κλείνοντας το θέμα, αναρωτιέμαι αν θα μπορούσε κάποιος να δει το Παρίσι όπως το είδε ο Απολινέρ στο ωραίο του ποίημα «Λόφοι ». Εδώ η πρώτη στροφή:
Μια μέρα πάνω απ’ το Παρίσι
Αερομαχούσαν δυο μεγάλα αεροπλάνα
Το ένα κόκκινο και τ’ άλλο μαύρο
Ενώ μεσουρανίς φεγγοβολούσε
Το αιώνιο ηλιακό αεροπλάνο.
Στον Μεσοπόλεμο έγιναν στο Παρίσι οι τελευταίες μεγάλες αλλαγές στους τομείς της λογοτεχνίας και των ιδεών, όπως, για παράδειγμα , ήταν ο Υπερρεαλισμός, το μεγαλύτερο κίνημα της διεθνούς πρωτοπορίας, και, αφήνοντας έξω τον Προυστ για τον οποίο έγραψα τις προάλλες, θα πρόσθετα ακόμη την ανάδειξη τριών σπουδαίων φυσιογνωμιών: του Αλμπέρ Καμί και του Ζαν Πολ Σαρτρ στη λογοτεχνία και τη φιλοσοφία, και του Αντρέ Μαλρό στη λογοτεχνία και την αισθητική. Ο Σαρτρ – που όσο ζούσε εντυπωσίαζε τους πάντες σε όσα έγραφε ή έλεγε – σήμερα έχει σχεδόν ξεχαστεί. Τα πολιτικά του κείμενα, που δημιουργούσαν τεράστια αίσθηση στον καιρό τους, τώρα μόνο ως τεκμήρια εποχής μπορεί να τα εκλάβει κανείς. Ωστόσο, το Είναι και το μηδέν στη φιλοσοφία, το βασικό κείμενο της θεωρίας του υπαρξισμού, δεν ήταν μόνο ένα βιβλίο εποχής, αλλά και για όλες τις εποχές. Η προσπάθειά του όμως να συνδυάσει αργότερα τον υπαρξισμό με τον μαρξισμό τον οδήγησε σε παλινωδίες, ενώ η καταφυγή του στον ακτιβισμό – για τον οποίο ο Ντεγκώλ – που είχε δώσει εντολή να μην τον συλλαμβάνουν στις διαδηλώσεις – αποστόμωσε αυτούς που διαφωνούσαν λέγοντας: «Δεν μπορείς να συλλάβεις ένα Βολταίρο » – ζημίωσε το έργο του και στάθηκε η βασική αιτία να ξεχαστούν τα πολιτικά του κείμενα. Δεν πρέπει όμως να παραλείψουμε τα δυο λογοτεχνικά του αριστουργήματα. Το ένα είναι η Ναυτία, η εκπληκτικότερη ως σήμερα μεταφορά του υπαρξισμού στην περιοχή της μυθοπλασίας . Το άλλο είναι Οι λέξεις, η θαυμάσια αυτοβιογραφία που έπαιξε βασικό ρόλο στο Νόμπλελ που του απονεμήθηκε και δεν αποδέχτηκε. Πρόκειται για ένα βιβλίο που ακόμη και σήμερα δεν αφήνει κανέναν ασυγκίνητο. Στα παραπάνω θα πρέπει να προσθέσουμε και τα θεατρικά του έργα, όπου και σ’αυτά ο φιλόσοφος μετατρέπεται σε συγγραφέα.
Πολλοί ήταν εκείνοι που συνέκριναν τότε τον Σαρτρ με τον Καμί. Τώρα όμως που έχουν περάσει τα χρόνια και οι δυο αυτοί συγγραφείς έχουν φύγει από τη ζωή, αυτό που μετράει δεν είναι οι εξωτερικές ομοιότητες, που οφείλονται κυρίως στο κλίμα της εποχής εκείνης, αλλά οι διαφορές. Το αυξημένο ενδιαφέρον που παρατηρείται σήμερα για το έργο του Αλμπέρ Καμί είναι, νομίζω, η καλύτερη απόδειξη. Τα φιλοσοφικά έργα του Καμί ήταν πρωτίστως λογοτεχνικά κείμενα, μέσα από τα οποία πρόβαλλε η εικόνα της Ευρώπης. Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στον αφορισμό του Σαρτρ «η ύπαρξη προηγείται της ουσίας» και τη θεωρία του Καμί ότι η ύπαρξη είναι παράλογη αλλά ο αγώνας του ανθρώπου να την κατανοήσει – ακόμη κι αν δεν μπορεί να νικήσει τον παραλογισμό της – συνιστά το μεγάλο νόημα που στέκεται και πάντα θα στέκεται πάνω απ’ όλα. Ποιος μπορούσε, πράγματι, τότε να φανταστεί ότι ένας μυθιστορηματικός ήρωας σαν τον Μερσό του μυθιστορήματος Ο Ξένος θα σκότωνε από άγχος;
Ο γαλλικός Μεσοπόλεμος ήταν ίσως η μεγάλη στιγμή της ευρωπαϊκής κουλτούρας που δεν επαναλήφθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Για πολλούς μάλιστα η μεγαλύτερη μορφή αυτής της εποχής, αλλά και μεταπολεμικά , ήταν ο Αντρέ Μαλρό, ένας άνθρωπος όχι μόνο της λογοτεχνίας και του στοχασμού, αλλά και της δράσης. Δεν είναι μόνο τα μυθιστορήματά του, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζει η Ανθρώπινη μοίρα, που, όταν δημοσιεύτηκε το 1933, συγκλόνισε την Ευρώπη. Ούτε η εκπληκτική σύλληψη των εικαστικών τεχνών, από τα έργα των πρωτόγονων ως τα σύγχρονα εικαστικά επιτεύγματα, που όλα τα χώρεσε σε ένα Μουσείο χωρίς τοίχους. Ούτε βέβαια η καταπληκτική του δράση στον Ισπανικό Εμφύλιο, που έγινε αφορμή για να γράψει το μυθιστόρημα Ελπίδα, αλλά το μεγάλο πολιτιστικό του έργο ως υπουργός του Σαρλ ντε Γκώλ και τα Αντιαπομνημονεύματα ( Antimémoires ), το κύκνειο άσμα του, ένα έργο που παραμένει , για πολλούς , και σήμερα ακόμη αναντικατάστατο. Ωστόσο, το εν λόγω βιβλίο του Μαλρό – κατά την ταπεινή μου γνώμη – οφείλει κάτι σε έναν συμπατριώτη του, τον γνωστό σε μας τους Έλληνες από έναν κεντρικό αθηναϊκό δρόμο, την οδό Σατωβριάνδου. Ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί εδώ η μνήμη του Μαλρό δεν διαφέρει καθόλου από εκείνον της μνήμης του Σατωβριάνδου στα περίφημα Πέραν του τάφου απομνημονεύματα (Μémoires d’Outre Tombe). Βέβαια, η αξία των Αντιαπομνημονευμάτων δεν έγκειται μόνο στη μοντέρνα δομή, αλλά και στο περιεχόμενο, αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι απέναντι σε ένα μεγάλο έργο. Και κάτι ακόμα: Ο μεταφραστής του μυθιστορήματος του Καμί Ο ξένος στη γλώσσα μας, Γ. Κότσιρας, στον πρόλογο της δεύτερης έκδοσης, λέει για τον Ξένο του Καμί και τον Μαλρό , τον συγγραφέα, όπως είπα πιο πάνω, της αριστουργηματικής και βραβευμένης, προσθέτω τώρα, με Goncourt Ανθρώπινης μοίρας: « Κάθε έργο έχει τη μοίρα του, όπως θα έλεγε ο Μαλρώ, o εξαίρετος συγγραφέας, που είδε όχι μόνο την αξία του Καμί, αλλά και την ιδιαίτερη αξία του Ξένου. Ο ίδιος ο Μαλρώ, άλλωστε, παίρνοντάς τον από το χέρι, τον πήγε στον εκδότη του τον Γκαλιμάρ, κρατώντας, σαν ένα τρόπαιο, ένα καινούργιο αριστούργημα» (εκδ. Δωδώνη).
Η διαρκής αναγέννηση του Παρισιού επηρέασε όσους πέρασαν ή έμειναν εκεί. Ανάμεσα σε αυτούς που πέρασαν από την Πόλη του Φωτός είναι και οι αμερικανοί συγγραφείς, τους οποίους η Γερτρούδη Στάιν αποκάλεσε χαμένη γενιά , μια γενιά που περιλαμβάνει τον Χέμινγκγουεϊ, ο οποίος χαρακτήρισε το Παρίσι Κινούμενη Γιορτή σε βιβλίο του με αυτόν τον τίτλο, τον Σκοτ Φιτζέραλντ , που έγραψε το γνωστό μυθιστόρημα Ο υπέροχος Γκάτσμπι, τον Τζον Ντον Πάσος, που μαζί με τους δυο προαναφερθέντες, εκπροσωπεί τον αμερικανικό μοντερνισμό και ακόμα άλλους. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για τη λεγόμενη Γενιά των μπιτ που δημιούργησε, μεταπολεμικά , στην Ανατολίκή ακτή των ΗΠΑ , την Αναγέννηση του Σαν Φρανσίσκο. Και για να έρθω και στα καθ’ ημάς, στο Παρίσι δεν αναδείχθηκαν στη φιλοσοφία ο Καστοριάδης ή ο Αξελός ; Στο Παρίσι δεν έγιναν γνωστοί ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος (Zαν Mωρεάς) και ο Επισκοπόπουλος (Νικολά Σεγκύρ), που έγραψαν στα γαλλικά; Στο Παρίσι δεν βρήκε την αναγνώριση που άξιζε στον τομέα της μουσικής και ο Ιάνης Ξενάκης, του οποίου την ορθογραφία του μικρού του ονόματος μιμείται και υπογράφει σήμερα τα κείμενά του ο κάποτε συνονόματος υπουργός του Σύριζα Γιάνης;
Κλείνοντας αυτό το κείμενο για τη γαλλική πρωτεύουσα, δεν πρέπει να παραλείψω ότι το Παρίσι (η άλλοτε γαλατική πόλη Lutèce) ξεχώριζε από τις άλλες ευρωπαϊκές πόλεις από τη μεσαιωνική κιόλας εποχή, όπως μας βεβαιώνουν οι στίχοι από την περίφημη Μπαλάντα για το Παρίσι, που έγραψε ένας από τους κορυφαίους ποιητές της εποχής, ο Eustache Deschamps. Σε δική μου απόδοση οι στίχοι λένε:
Όλοι οι ξένοι το αγαπούν και θα τ’ αγαπούν,
Γιατί για διασκεδάσεις και ευθυμία
τέτοια πόλη σαν και τούτη δε θα ξαναβρούν:
Σαν το Παρίσι, άλλη πόλη καμία.
( Τous les étrangers l’ aiment et l’ aimeront,
Car pour les distractions et la gaieté
jamais ils ne trouveront telle cité :
Rien ne se peut comparer à Paris )
—————————-



