Το κύκνειο άσμα του Τζέι Μπι Πρίσλεϊ για την λογοτεχνία και τον δυτικό άνθρωπο
Το 1989 η βιογραφία που εξεδόθη στο Λονδίνο από τον Vincent Brome( Hamish Hamilton, Penguih Group, 1989 ) για τον διεθνώς γνωστό συγγραφέα Τζέι Μπι Πρίσλεϊ, ο οποίος πέθανε το 1984 σε ηλικία 90 ετών, ξανάφερε τότε στην επικαιρότητα το τελευταίο έργο του Πρίσλεϊ που επιγράφεται Λογοτεχνία και δυτικός άνθρωπος και στο οποίο ο Πρίσλεϊ επισκοπεί τα κοινωνικά και επιστημονικά ρεύματα και τους συγγραφείς των πέντε τελευταίων αιώνων. Πρόκειται για ένα έργο που θεωρήθηκε από πολλούς κριτικούς πραγματικός φιλολογικός άθλος.

Η Αγγλία και ο Σαίξπηρ, η Ισπανία και ο Θερβάντες, η Γερμανία και ο Γκαίτε, η εποχή του Διαφωτισμού, το γαλλικό και το γερμανικό ρομαντικό κίνημα, οι προεπαναστατικοί ρώσοι συγγραφείς, η βικτωριανή και εδουαρδιανή εποχή, ο Μπάιρον και οι άλλοι άγγλοι ρομαντικοί, οι γάλλοι συμβολιστές, ο Ίψεν και οι Σκανδιναβοί, οι μυθιστοριογράφοι του 19ου και 20ου αιώνα, ο Φόκνερ και οι άλλοι Αμερικανοί ( Μαρκ Τουέιν, Φίτζεραλντ , Χέμινγκουεϊ ), από τον Βόλγα ως τον Μισισιπή, ο Πρίσλεϊ κινείται μέσα σ’ αυτόν τον λογοτεχνικό λαβύρινθο με την ευκολία και την άνεση που κινείται στον κήπο του σπιτιού του.

Θαυμάζει και θεωρεί τον Ραμπελαί ως τον μεγαλύτερο συγγραφέα της Γαλλίας. Τον τοποθετεί, μάλιστα, στο ύψος του Σαίξπηρ και του Θερβάντες. Ο Ραμπελαί – αυτός ο περιπλανώμενος γιατροκαλόγερος – ήταν, λέει ο Πρίσλεϊ, γεμάτος χιούμορ και ουμανισμό, πολέμησε με πάθος τους νόμους και τους φανατισμούς που υποδουλώνουν τον άνθρωπο και τον κάνουν σκλάβο μιας γελοίας, ως επί το πλείστον, ιδέας. Τα βιβλία του Γαργαντούας και Πανταγκριέλ είναι, κατά τη γνώμη του, η πολυτιμότερη προσφορά της Γαλλίας στον πολιτισμό της Ευρώπης. Και δεν είναι, νομίζω, υπερβολικός. Προσωπικά, που έτυχε πρόσφατα να διαβάσω τον Γαργαντούα, θα έλεγα ότι το ύφος και γενικά οι σκέψεις του Ραμπελαί σου δίνουν την εντύπωση ότι διαβάζεις έναν συγγραφέα των ημερών μας. Για παράδειγμα, λέει σε μια σελίδα του βιβλίου του:« Η μεγαλύτερη ανοησία του κόσμου είναι να κυβερνάς τον εαυτό σου με το χτύπημα μιας καμπάνας και όχι σύμφωνα με τους κανόνες του κοινού νου και της λογικής », ενώ σε άλλο σημείο του βιβλίου συμφωνεί με τον Πλάτωνα που διατείνεται στην Πολιτεία του ότι το σκυλί είναι «το πιο φιλόσοφο ζωντανό του κόσμου ». Αν εξαιρέσουμε αυτούς που μισούν τα ζώα, οι άλλοι όλοι (αν δεν τους το απαγορεύει, βέβαια, η πολιτική τους ιδεολογία) πρέπει να συμφωνούν με τον αριστοκράτη Πλάτωνα, του οποίου ο πατέρας καμάρωνε ότι καταγόταν από τον τελευταίο βασιλιά της Αθήνας, τον Κόδρο.

Ο Θερβάντες, ο φτωχός Ισπανός ιδαλγός, ο μονόχειρ πρώην στρατιώτης, που έχασε το χέρι του στη ναυμαχία της Ναυπάκτου και που τον έστελναν οι λωποδύτες του Γενικού Λογιστηρίου να εισπράττει φόρους για την καραβοτσακισμένη Αρμάδα και για τους θεοσεβέστατους Καθολικούς βασιλείς, κάθισε στο τέλος του βίου του και έγραψε τον Δον Κιχώτη, ένα από τα καλύτερα βιβλία που υπάρχουν στον κόσμο. Ένας άλλος, ο Βολταίρος, ο σαρδόνιος και ακαταπόνητος γέρος του 18ου αιώνα, που είχε γράψει ποιήματα, θεατρικά έργα, φιλοσοφικά δοκίμια και είχε πολεμήσει σ’ ολόκληρη τη μακρά ζωή του τους τυράννους της εποχής του, δεν λείπει από τη λίστα των μεγάλων πνευμάτων του Πρίσλεϊ. Ακολουθεί ο Ζαν-Ζακ Ρουσό (αυτοί οι δυο, Βολταίρος και Ρουσό, αν και είναι τελείως διαφορετικοί, πάνε, σαν τους Διόσκουρους, πάντα μαζί), του οποίου η πρώτη φράση στο Κοινωνικό συμβόλαιο τάραξε ολόκληρο τον πλανήτη: «Ο άνθρωπος γεννήθηκε ελεύθερος, αλλά παντού είναι αλυσοδεμένος». Και κάτι ακόμα: ολόκληρο το ρομαντικό κίνημα πήγασε – κατά τη γνώμη του – από τον Ζαν-Ζακ Ρουσό. Ωστόσο, ο βίαιος άνεμος που έπνευσε σ’ όλόκληρη την Ευρώπη, για ν’ ανατρέψει τελικά τη μετριοπάθεια και τον συγκρατημό του κλασικού 18ου αιώνα, δεν φαίνεται να του πολυαρέσει. Ο Σκοτσέζος ποιητής Ρόμπερτ Μπερνς, (ο ποιητής χωρικός, όπως τον έλεγαν) που αισθανόταν εξ ίσου καλά και άνετα ανάμεσα στους λόρδους και τους ζητιάνους, ήταν, σύμφωνα με τον Πρίσλεϊ, ο μεγαλύτερος λαϊκός ποιητής της Αγγλίας. Ο λόρδος Βύρων – που από την πλευρά της μητέρας του ήταν Σκοτσέζος – με τα σατιρικά του ποιήματα και με τη σύντομη και σκανδαλώδη ζωή του στάθηκε μια από τις πιο κυρίαρχες μορφές της ρομαντικής εποχής. Από κοντά έρχεται και ο άλλος μεγάλος του ρομαντισμού, ο Βίκτωρ Ουγκό, μολονότι τον βλέπει γεμάτο αυτοθαυμασμό και κομπορρημοσύνη.

Ανάμεσα σε αυτούς που φαίνεται να μην πολυσυμπαθεί είναι ο άνθρωπος Γκαίτε, τον οποίο βρίσκει αυτάρεσκο και εγωκεντρικό και επομένως, κάθε άλλο μπορεί να θεωρηθεί « ολύμπιος ». Είχε αντιταχθεί, λέει, σε όλα τα απελευθερωτικά κινήματα του καιρού του, ενώ δεν ανεχόταν και δεν υποστήριζε παρά τις μετριότητες. Παρέβλεπε και παρασιωπούσε, κατά κανόνα , τους ανεξάρτητους και τους προικισμένους, και δεν είχε πάψει να θεωρεί ότι οι τιμές, τα αξιώματα και οι διακρίσεις -που του επιδαψιλεύονταν από κάθε γωνιά της Ευρώπης – ήταν πράγματα που του οφείλονταν. Αυτοί που έχουν κερδίσει τον θαυμασμό του και την αγάπη του στη γερμανική λογοτεχνία ήταν ο Χέλντερλιν, που ήταν προικισμένος με το όραμα της αρχαίας κλασικής ομορφιάς, ο ρομαντικός Νοβάλις, ο γερμανοεβραίος ποιητής Χάινε και φυσικά ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε, ο ποιητής που έγραψε τις περίφημες Ελεγείες του Duino και που σε μένα, αυτή τη στιγμή, φέρνουν στη μνήμη τον πρώτο στίχο από την πρώτη Ελεγεία: Κι αν κραύγαζα, ποιος θα μ’ άκουγε από τις τάξεις των αγγέλων; Πέρα από τον Μέλανα Δρυμό και τον Ρήνο, προς τη μεριά που πέφτει το κοσμοπολίτικο Παρίσι και κυλάει τα ήσυχα νερά του ο Σηκουάνας, οι Γάλλοι συμβολιστές, μελωδικοί, λυρικοί, μεθυσμένοι και αμαρτωλοί που θα μπορούσαν να είναι άγιοι, μέσα σ’ ένα βάναυσο κόσμο και σε μια κοινωνία υλιστική και διεφθαρμένη, όλοι τους – με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο επαναστάτες – “είναι έτοιμοι να πάνε να επανδρώσουν ένα οδόφραγμα”. Και είναι αλήθεια – πάντα κατά τη γνώμη του – ότι χωρίς τους Γάλλους συμβολιστές, χωρίς τον Μπωντλαίρ, τον Ρεμπώ, τον Λαφόργκ, τον Μαλλαρμέ, τον Κοπέ ή τον Βερλαίν, για να σταθούμε στους πιο σημαντικούς, δεν θα υπήρχε σύγχρονη ποίηση, όπως την ξέρουμε σήμερα. Πάντως, τον Μπαλζάκ – όσο μεγάλος συγγραφέας κι αν είναι ανάμεσα στους Ευρωπαίους ομοτέχνους του – δεν φαίνεται να τον έχει σε μεγάλη εκτίμηση. Πάντως, λίγο ως πολύ, οι κοινωνίες που ζωντανεύει ο Πρίσλεϊ ήταν αυτάρεσκες, υποκριτικές και γεμάτες φανατισμούς και προκαταλήψεις, και τα αισθήματα, με τα οποία παρακολουθούσαν τις κοινωνικές συνθήκες οι συγγραφείς, κυμαίνονταν ανάμεσα στην πικρία, την περιφρόνηση και τον οίκτο. Το ίδιο συμβαίνει και στη βικτωριανή εποχή, κατά την οποία μόνο οι συγγραφείς, αυστηροί και οργισμένοι, όπως ο Ντίκενς, ο Καρλάιλ, ο Χάρντι, ο Μέρεντιθ, ο Ουέλς, για να πω μερικούς, προσπαθούσαν να αντιδράσουν στον βάρβαρο κοινωνικό ευδαιμονισμό της εποχής, που θα εκπνεύσει λίγο αργότερα με τον Εδουάρδο στον αγγλικό θρόνο. Οι μεγαλύτεροι μυθιστοριογράφοι του 19ου αιώνα ήταν, κατά τη γνώμη του, ο Ντίκενς, ο Τολστόι και ένας από τους πιο αξιαγάπητους και ανθρώπινους συγγραφείς, ο Τσέχωφ, του οποίου τα διηγήματα και τα θεατρικά έργα τον θέλγουν πολύ περισσότερο από τη σκοτεινή και περίπλοκη αγωνία του Ντοστογιέφσκι ή την παράδοξη μεγαλοφυΐα του Γκόγκολ.

Με την απόρριψη όλων σχεδόν των δυτικών αξιών και τη δημιουργία του μύθου του υπερανθρώπου, ο Νίτσε είχε, σύμφωνα με τον Πρίσλεϊ, επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό τη δυτική σκέψη και την εξέλιξη του δυτικού ανθρώπου, αλλά τον φιλόσοφο, που φαίνεται να συμπαθεί περισσότερο ο Πρίσλεϊ, όταν στρέφει νοτιότερα την προσοχή του για να επισκοπήσει τα ιταλικά γράμματα, είναι ο Μπενεντέτο Κρότσε και στο χώρο του θεάτρου ο Πιραντέλο. Όσο για τον μεγαλύτερο κωμωδιογράφο από την εποχή του Μολιέρου, ήταν, κατά τη γνώμη του, ο Μπέρναρ Σό. Ο καλός στρατιώτης Σβέικ του Τσέχου Γιαρροσλάβ Χάζεκ είναι χωρίς αμφιβολία ένα από τα ωραιότερα βιβλία που βγήκαν από τις εμπειρίες του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου. Το ίδιο ισχύει και για το Ουδέν νεότερο από το δυτικό μέτωπο του Μπαρμπίς και το Αποχαιρετισμός στα όπλα του Χέμινγκουεϊ, το οποίο ο Πρίσλει θεωρεί ως το καλύτερο βιβλίο του νομπελίστα, Αμερικανού συγγραφέα. Επίσης, η Τζέιν Ώστεν και ο κόσμος της, καθώς επίσης και οι αδελφές Μπροντέ με τη σύντομη και δραματική ζωή τους και τα λογοτεχνικά τους αριστουργήματα με τις τρυφερές και ρομαντικές ηρωίδες και τους δαιμονικούς εραστές τους.

Στη συνέχεια αναφέρεται στα ποιητικά βιβλία του Χάμσουν, στις επαναστατημένες ηρωίδες του Ίψεν και στη μελαγχολική ατμόσφαιρα του Βορρά. Όσο για την πέρα μεριά του Ατλαντικού, αναφέρει το αλληγορικό και συμβολικό έπος του Μέλβιλ, τον Μαρκ Τουέιν, τον Πόε με το Κοράκι και τη νεκροφιλία του, και τον εκπατρισμένο πεζογράφο Χένρι Τζέιμς, ενώ δείχνει ανεπιφύλακτα τον θαυμασμό του για τον Φόκνερ, τον γεμάτο κατάρες, βιασμούς, αιμομιξίες, απιστίες , πάθη και εγκλήματα. Αν και η ποίηση θεωρείται και είναι η μητρική γλώσσα της ανθρωπότητας , ο Πρίσλεϊ δεν φαίνεται να έχει σε μεγάλη υπόληψη τη νέα μορφή της. Βρίσκει την ευκολία της εξευτελιστική. Και αυτό γιατί, όπως λέει, ποτέ άλλοτε το χάσμα της ανάμεσα στο αναγνωστικό κοινό και τους ποιητές δεν φαίνεται να ήταν ποτέ μεγαλύτερο.
