You are currently viewing Φραντσέσκα Λ. Μανούσου: Παύλος Ανδρέου ‘Κουνούπι Τίγρης”

Φραντσέσκα Λ. Μανούσου: Παύλος Ανδρέου ‘Κουνούπι Τίγρης”

‘Θα πρότεινα

Να νομοθετήσουμε την Ποίηση

Κρατώντας τα όρια

Της φαντασίας ανεξάντλητα’

‘Ο περί Ποιητικής νόμος’

Ο Παύλος Ανδρέου θα μπορούσε να θεωρηθεί επάξια εκπρόσωπος της σύγχρονης κοινωνικής ποίησης. Ή ακόμη ο καταγγέλλων μιας αντιποιητικής κοινωνίας αντιφατικής και ‘προοδεύουσας’, ισοπεδωτικής και κατευθυνόμενης -καθοδηγούμενης από μια πρωτόγνωρη ηθική που ακυρώνει την Ηθική του Ανθρωπισμού.

Η ρητορική της εικόνας του εξωφύλλου και οπισθόφυλλου εύγλωττη και καταληπτή  λειτουργεί σαν μεταγλώσσα αναδεικνύοντας εύληπτα και άμεσα την σχέση τίτλου και ποιητικού περιεχομένου. Με ιδιαίτερη επιδεξιότητα διαχειρίζεται και συγχρονίζει την κυνική γλώσσα του ορθολογισμού και την λεπτοφυή διάσταση αξιών και συναισθημάτων. Μεταφορές, προσωποποιήσεις και συμβολισμοί τίθενται στην υπηρεσία της διακριτικής μα χειμαρρώδους εκδήλωσης ψυχικών διεργασιών, συλλογιστικής διαδικασίας και τεκμηριωμένων θέσεων. Ο ποιητικός λόγος του Π. Ανδρέου κινείται σε συγκεκριμένους σταθερούς άξονες ενός συστήματος αξιών που παραπέμπει στην αρχαιοελληνική γνωσιοθεωρία του ‘ζην κατά λόγον και κατ’ αρετήν’.  Σε αντίθεση με το αριστοτελικό πρότυπο της πραγμάτωσης του ανθρώπου στην πόλη των διανοητικών και ηθικών αρετών,η σύγχρονη πολιτική κοινωνία χαρακτηρίζεται από την απαξίωση της αρετής του ορθού λόγου και πρώτιστα της δικαιοσύνης που αποτελεί την κυριότερη πολιτική αρετή. Η έκπτωση των αξιών και των ηθικών αρχών που διαμορφώνουν το ήθος της πόλης-κοινωνίας αποτυπώνεται σχεδόν εικαστικά στους εύσχημα καταγγελτικούς στίχους του ποιητή που συγκρούεται με την φαυλότητα και την ακρασία του σύγχρονου πολιτικού τοπίου.

Βαθιά ανθρώπινη και αναμφισβήτητα υπαρξιακή η προβληματική του Π. Ανδρέου αναδεικνύει μια ξεχωριστή αποστολή που επιτελεί η ποίηση ως συνειδητή  πράξη. Ο δημιουργός από έξωθεν παρατηρητής μεταλλάσσεται σε σκηνοθέτη και χρησιμοποιεί τον θεατρικό λόγο σε απόλυτη συνέργεια με τον δικανικό και τον ποιητικό. Μέσω της διαλεκτικής των αντιθέτων αναδύεται η σύγχυση μεταξύ της αλήθειας και του ψεύδους, της ουσίας και του ανούσιου, του αυθεντικού και του ψευδεπίγραφου, του αυθόρμητου και του προσποιητού. Με δεξιοτεχνία σκηνογράφου ο ποιητής δημιουργεί σχεδιαστικά με κώδικες προσεκτικά επιλεγμένους αποδίδοντας ιδιότητες στους έμψυχους και μη συντελεστές των ποιημάτων- επεισοδίων.

Στην προσπάθεια ανάδειξης της Αλήθειας και απόδοσης του δικαίου η ποιητική πένα μετατρέπεται σε ‘σφυρί’ δικαστή, με την αποφασιστικότητα του υπέρμαχου της Αρετής και του αρνητή της υποταγής.Λόγος δικανικός υπέρ του κατ’ επίφαση αδυνάτου που αποδεικνύεται ισχυρός επικριτής σ’ έναν αγώνα επιβίωσης καταγγέλλει με ευθύτητα και συνειδητότητα την απώλεια ταυτότητας και λόγου ύπαρξης του σύγχρονου ανθρώπου. Άλλοτε με ειρωνικές αιχμές και πραγματισμό, άλλοτε πάλι με ποιητικά σχήματα ενσυναίσθησης ο Π.Α. καταθέτει τεκμηριωμένα την αλλοτρίωση, αποκαλύπτει τον δόλο και την εξαπάτηση, δημοσιοποιεί την ισοπεδωμένη νομική–ηθική, καταγγέλλει την συντριβή της αλήθειας και του νοήματος της ανθρώπινης ύπαρξης. Η πτώχευση του οράματος για ατομική και κοινωνική ανέλιξη και ευτυχία ακυρώνεται κατάφορα από τον κυρίαρχο Κυβερνοχώρο που ελέγχει τον λόγο και καταλύει το υπέρτατο δικαίωμα της έκφρασης και αυτοέκφρασης μέσα από την απομόνωση και τον διαδικτυακό ψευδοδιάλογο (‘Οθονική παράνοια’). Παθητικός δέκτης ο σημερινός άνθρωπος αφομοιώνεται σε ένα νέο αξιακό σύστημα  που του στερεί την αυτόβουλη έκφραση και επικοινωνία.

Με το χαρισματικό του ποιητικό ιδίωμα και το διεισδυτικό βλέμμα του διανοητή αναγγέλλει τον εμφανή κίνδυνο απώλειας του ανθρώπινου όντος, θύτη και θύματος των οξυμένων πλέον παθών του που πηγάζουν κατ’ εξοχήν από την άκρατη ματαιοδοξία του ατομισμού. Το σύγχρονο οικοδόμημα του ‘Νόμου του φεύδους’ (‘Ζούγκλα φιλοδοξιών’) αποκαλύπτεται σαν σε σκηνή αρχαίου δράματος μέσα από την ροή των ποιημάτων, σε μια απέλπιδα προσπάθεια απογύμνωσης των σαθρών θεμελίων του. Αμφισβήτηση και αυτοκριτική, κριτική και αποδεικτική πράξη μαζί με λεκτικά νομικά εργαλεία αποτυπώνουν και επισφραγίζουν την ματαιότητα της αυτοκαταστροφικής δημιουργίας. Στην μάχη με το φαύλο μοντέλο που το σήμερα προάγει ο δρόμος του ποιητή, μοναχικός και απόλυτος, ακολουθεί τα βήματα του Προμηθέα σε μια συνειδησιακή αφύπνιση, προβάλλοντας τα πρωταρχικά οντολογικά ερωτήματα του ανθρώπου περί ύπαρξης και ζωής.Η αντίσταση στην ‘αποσιωπημένη αλήθεια’ (‘Συνταγή σκανδάλων’) ή στην ‘κοιλάδα των ψεμάτων’ (‘Σκονάκι θανάτου’) γίνεται καταγγελία και στην συνέχεια θυμός και μάχη. Ένας υφέρπων ή και εμφανής σαρκασμός και αυτοσαρκασμός ενισχύει την διάθεση αμφισβήτησης και απόρριψης μιας εικονικής πραγματικότητας που υποκαθιστά την αυθεντική ζωή και επιβάλλεται έξωθεν. Μέσα από τους στίχους του Π.Α.διαγράφεται το πορτραίτο του  σύγχρονου πολίτη και το τοπίο του κοινωνικού του πλαισίου όπως έχει διαμορφωθεί από το ‘σύστημα’.  Η διάψευση της ελπίδας, των ονείρων, των αρχών και αξιών συνοδεύεται από την επιβολή ‘συμμόρφωσης’ και τον ‘Νόμο του ψεύδους’ (Ζούγκλα φιλοδοξιών’). Οι αισθήσεις πολιορκούνται από την ψευδαισθησιακή εικόνα του εαυτού και του κόσμου όπως την επιβάλλει η εξελιγμένη ψηφιακή τεχνολογία, διαφθείρονται και αποκόπτονται από το ‘αυθεντικό συναίσθημα’ (‘Ψηφιακά μεταξύ μας’), κατ’ εξοχήν της αγάπης προς τον  εαυτόν και τον άνθρωπο. Σε μια τέτοια φαινομενολογική προσέγγιση ο ποιητής είναι δρών πρόσωπο στο δράμα της ανθρώπινης απομόνωσης και της απώλειας υπαρξιακού νοήματος.

Μια λανθάνουσα νοσταλγία για το ιδανικό που χάθηκε στην λήθη παρακινεί στην ανάδειξη ‘μιας σπίθας αλήθειας’ μέσα από αναφορές στον Καραγάτση, τον Καβάφη και τον Καββαδία (‘Ισχνές αλήθειες’, ‘Παπυρολογίες’,‘Σκάλα του εγώ’),σαν συμβολικές διαχρονικές  εμβληματικές μορφές-αξίες του παρελθόντος. Ο άνθρωπος του σήμερα ως θύτης και θύμα πρωταγωνιστεί στην σημαντικότερη σκηνική παρουσίαση ενός δικαστηρίου, κατηγορούμενος, απολογούμενος και κρινόμενος για εγκλήματα κατά ζωής της γης και των όντων της. ‘Ο άνθρωπος στο εδώλιο’ αγγίζει την θεματική της ύβρεως αρχαίας τραγωδίας. Με την εύστοχη χρήση νομικών όρων και την ποιητική μετωνυμία του Αισώπου ή του La Fontaine, ο Παύλος Ανδρέου αναδεικνύει με σαφήνεια και γλαφυρότητα την πτώση του ανθρώπου ως μη συνειδητού όντος δίχως έλεος και αυτοσεβασμό, αυτοαναιρούμενου και κυνικού.Στον αντίποδα η ‘Κρυφή (ν)ομολογία’ αποτελεί μια ομολογία ψυχής του ποιητή-νομικού που αντιστέκεται σε ένα σαθρό κατηγορητήριο διαφθοράς και παραφθοράς της αλήθειας, προσβλέποντας μάταια στην κάθαρση.

Η αποτυχία του ανθρώπου να κατανικήσει τα πάθη του και κατ’ εξοχήν την ματαιοδοξία και την απληστία οδηγεί στην σύνθεση ενός ‘δικαστηρίου’ με συμβολικούς δικαστικούς και νομικούς λειτουργούς εκπροσώπους του ζωικού βασιλείου των οποίων η ηθική αποδεικνύεται ανώτερη της ανθρώπινης. Ο Π. Ανδρέου δίνει τον λόγο στον ‘αδύναμο’ , δίνει φωνή και βήμα στα όντα της γης που έχουν βιώσει και υποστεί την αδικία,και ταυτόχρονα την δυνατότητα να απαγγείλουν κατηγορία στον ασυνείδητο, αήθη και στερούμενο σωφροσύνης άνθρωπο που δρα ανηλεής κατά της φύσης. Μοναχικός υπερασπιστής της αλήθειας ο ποιητής απογυμνώνει τον άνθρωπο από την ‘σοβαρότητα του κουστουμιού’ της υποκρισίας του φαίνεσθαι (‘Ζούγκλα φιλοδοξιών’, ‘Δεξίωση’), θέτει σε αμφισβήτηση λειτουργίες και θεσμούς που ακυρώνουν ακόμη και τις επιλογές του. Αδυνατώντας να αφομοιωθεί στο σύγχρονο κοινωνικό κλίμα εξεγείρεται διανοητικά, άλλοτε πάλι καταφεύγει στην ηχηρή σιωπή του παρατηρητή που καταγράφει και αποδέχεται την οδυνηρή πραγματικότητα (‘Συντριβή νοήματος’).Εναλλακτικά η σιωπή και η τόλμη της λεκτικής αυτοέκφρασης  συλλειτουργούν στην αποκατάσταση των αρχετυπικών εννοιών και της ελευθερίας της διανόησης που τείνουν να υποκατασταθούν από την ψηφιακή ευφυΐα (‘ Στίχος unmuted’, ‘Δεξίωση’).

Με ιδιαίτερη δεξιότητα ο Π.Α. μεταμορφώνει τα σκηνικά των  ποιητικών του μονόπρακτων  που εκτυλίσσονται σε διαφορετικά πεδία δράσης, άλλοτε σε σκηνή θεάτρου, σε οθόνη υπολογιστή, σε αρένα ή ακόμα σε πασαρέλα όπου εμπλέκονται κρίνοντες και κρινόμενοι. Το κοινό και ο θίασος λειτουργούν διαδραστικά και ίσως συνωμοτικά σε χώρους παρασκηνίου όπου εν γένει η ανθρώπινη φύση αποκρύπτει επιμελώς  τα μεμπτά και πλημμελή. Ο ρόλος του ποιητή είναι αποκαλυπτικός, αμφισβητεί, κλονίζει, αφυπνίζει από την πλάνη του κενού νοήματος της ζωής, θέτοντας σε εγρήγορση την σκέψη και το αίσθημα ευθύνης, ενεργοποιεί την συνείδηση και τον λόγο (‘Ανεκδίκαστος’).

Με την ευαισθησία του ποιητή και την ευελιξία του ισορροπιστή του λόγου ο Π.Α. γίνεται ο εκφραστής αισθητικών και ηθικών αρχών καθιστώντας τες αντιληπτές και προφανείς, καθώς αναλλοίωτες παραμένουν ανεπηρέαστες από την σκανδαλώδη θρασύτητα της ανθρώπινης διαφθοράς. Το νόημα της ύπαρξης που ανερμάτιστη παραπαίει διανοητικά και ηθικά αποτελεί το κύριο διακύβευμα. Ο ποιητικός και τεκμηριωμένος λόγος σαν μορφή διαμαρτυρίας διεκδικεί δικαιωματικά την ‘ζωή που λαχταρώ’ (‘Από μηχανής θεός’) ενάντια στον‘νόμο του ψεύδους’. Στον αγώνα της διεκδίκησης του δικαίου και της ζωής, ο ποιητικός λόγος γίνεται ταυτόχρονα κοινωνικός και θεατρικός με πρωταγωνίστρια την Νέμεση να καταγγέλλει το πάθος της κενοδοξίας αψηφώντας την ‘πασαρέλα των κριτών’ και τις ‘αρένες αυτολύπησης’ (‘Body shaming’). Με διακριτική ειρωνική διάθεση και πραγματισμό ο Π.Α. προσδοκά να  προβληματίσει και αφυπνίσει την ανθρώπινη συνείδηση με όραμα την αυτογνωσία και την πραγμάτωση της κοινωνικής φύσης του σύγχρονου ανθρώπου σαν οντότητα ενεργή και ευδαίμονα, με φρόνηση και συναίσθημα.Αντιμάχεται με κόστος ψυχής τον εμπαιγμό και την αναξιοπιστία της προβολής μέσω της εικόνας και των σύγχρονων προτύπων. ‘Καταιγίδες σκανδάλων/ουρανοί σοκαρισμένοι/σύννεφα διαφθοράς/σταλάζουν αίμα’ (‘Φυσικά φαινόμενα’). Η τραγικότητα του ποιητή συνίσταται στην άμεση αντίληψη και διόραση μιας οικτρής πραγματικότητας στην οποία αντιστέκεται σε μια μάχη φθοράς (“Aπό την κούνια ως τον τάφο/ η ζωή ένα αριστείο/ χειροκροτούμενης διαφθοράς/ σκοντάφτω στην αυλαία”, ‘Αιέν αριστεύειν’). Η τέχνη αναδεικνύεται συνεργός  του ορθού λόγου στην διάσωση της ανθρώπινης ύπαρξης από την πτώση και την απώλεια.

Με λόγο διαυγή και συνάμα παραβολικό,και με πλήρη αντίληψη των προσωπικών και κοινωνικών συγκρούσεων και ανισοτήτων,  ο ποιητής–στοχαστής συνδέει την διανοητική πράξη με την στάση ζωής ως συνειδητή ελευθερία επιλογής, παραπέμποντας τον αναγνώστη στα λόγια του Σταγειρίτη:

«έτι η μοχθηρία αδικώτερον πάσα ποιεί, η δ’ ακρασία μοχθηρία δοκεί είναι, ο δ’ ακρατής ο κατά την επιθυμίαν παρά τον λογισμόν οίος πράττειν»

Αριστοτέλης,Ηθικά Ευδήμια, 1223a36-38

 

Φραντσέσκα Λ. Μανούσου

Φιλόλογος-Εικαστικός

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.