You are currently viewing Φραντσέσκα Μανούσου: Φροσούλα Κολοσιάτου, «Κρατώ κάτι από σένα»

Φραντσέσκα Μανούσου: Φροσούλα Κολοσιάτου, «Κρατώ κάτι από σένα»

Στην μνήμη του αδελφού Λεύκιου Ζαφειρίου

 

«Λένε ότι οι ψυχές έχουν τον δικό τους κόσμο

Άφησέ με να έχω κάτι από εσένα…»

‘Παραμιλώ τις νύχτες’

 

Ο τίτλος της ποιητικής συλλογής είναι δηλωτικός. Καθίσταται ευθύς εξ αρχής σαφής η ανάγκη της διατήρησης αυτού του ‘κάτι’ που αποκαλύπτεται σε όλη την διαδρομή της ανάγνωσης των ποιημάτων και αποκρυπτογραφείται μέσα από ένα μονόλογο ανεκπλήρωτου θρήνου.

Κάθε ποίημα αποτελεί μια ξεχωριστή σκηνογραφία, κι όλα μαζί στο σύνολό τους συνθέτουν μια βιογραφική –αυτοβιογραφική κατάθεση ψυχής και συλλογισμών, στιγμιότυπα φωτογραφικά ικανά να φιλοτεχνήσουν το πορτραίτο του αδελφού που ‘έφυγε’ μα εξακολουθεί να παρίσταται ταυτόχρονα σε κόσμο άυλο και γήινο.  «Είσαι πάντα εδώ, ξαναγυρνάς επίμονα…», «όλο σε έψαχνα, εσύ έφυγες…» (Αυτά που δεν άκουσα’). Άλλοτε πάλι οι στίχοι φιλοτεχνούν ένα πορτραίτο ψυχογράφημα του απωλεσθέντος αδελφού, της προσωπικότητας και του ψυχισμού του, όπως το αποτυπώνει ιδανικά  η μνήμη της ποιήτριας που αναβιώνει παρελθούσες σκηνές: «Σε βλέπω χωμένο στα γραπτά σου, ήσουν πάντα ακούραστος, ό,τι αγαπούσες ήθελες να δώσεις, τα δώρα της ανάγνωσης με έμαθες να ανταλλάσσω…»(Μπλόκο στις ράγες’). Tα βιβλία γίνονται η φωνή του θανόντα αδελφού , μαρτυρούν πτυχές του πείσμονα, αγωνιστή και ριψοκίνδυνου χαρακτήρα του  (‘Ιδιότροπη αγάπη’). Οι αισθήσεις σε εγρήγορση, όραση κι ακοή σε συνέργεια, ενεργοποιούν την σκέψη και αναπλάθουν αναμνήσεις και συναισθήματα ανέκφραστα, ανομολόγητα κι ανείπωτα σε παρελθόντα χρόνο. Η χαμένη παιδικότητα, οι χαμένες ευκαιρίες, κι ακόμα η εναλλαγή απουσίας και διαλόγου, γέλιου και σιωπής ξεπηδούν μέσα από φωτογραφικά στιγμιότυπα και εναύσματα μεταφυσικών ακόμα ερωτημάτων που γεννούν ο πόνος και το άγνωστο του θανάτου.

Μέσα από αστραπιαίες  χωροχρονικές μεταβάσεις συντελείται  η ανακάλυψη, η αναγνώριση και η κατανόηση. «Νομίζω δεν ξέρω τίποτε από σένα, τόσο κοντά, τόσο μακριά» (‘Όλα παρελθόν’), στίχοι αινιγματικοί με κυρίαρχα υπονοούμενα στοιχεία της φυγής και της απώλειας. «Τις κρύβει πάντα ο ήλιος τις αφορμές του θανάτου, και ακυρώνει τον χρόνο», στίχοι που αντανακλούν  τον ‘Πόνο της απώλειας’ μαρτυρώντας την αναπόφευκτη νομοτέλεια ενός γεγονότος ανερμήνευτου του οποίου το απόλυτο καταργεί τον συμβατικό χρόνο και καταλύει την επί γης ανθρώπινη ύπαρξη. Στιγμή οριακή η έλευση του θανάτου, «θάνατος αμετάκλητος» (‘Σκοτεινός ουρανός’),  «εκεί τελειώνει ο κόσμος… αγγίζω τα όρια…» (‘Της σιωπής’).  Πλήθος αντιφατικών συναισθημάτων γεννά η απώλεια, θυμό και μοιρολόι, πόνο και αγάπη, ανάγκη κραυγής και σιωπής, θρήνο , θλίψη και το γέλιο που κρύβει τον θάνατο.  Τον θάνατο που χωρίζει οριστικά και ανατρέπει ξορκίζει η αμφισβήτηση , «…δεν έφυγες, δεν μπορεί να έφυγες…» που στην συνέχεια γίνεται σχεδόν βεβαιότητα, «…οι αγαπημένοι δεν πεθαίνουν,» και τελικά αποδοχή στην ματαιότητα της επίκλησης στον σκοτεινό ουρανό  (‘Πάνω από τις στέγες της πόλης’) «…δεν μπορώ να σε φέρω πίσω» .  «Αγγίζω τα όρια… και αν σε ακούω κάθε μέρα, δεν το κάνω επειδή εσύ έφυγες, αλλά επειδή εσύ δεν θα ξανάρθεις.» (Της σιωπής’). Η φυγή, η σιωπή ,η ακινησία, η απουσία είναι «η μέγιστη του θανάτου παρουσία» (‘ Παραμιλώ τις νύχτες’) . Μέσα από αποσπασματικούς στίχους αναφαίνεται ο ορισμός του θανάτου  και της ζωής σαν αυταπάτη, κι η εύθραυστη ματαιότητα της βιωτής. Κι ακόμα η ανάγκη της αντίληψης του θανάτου σαν  αναχώρηση ή ταξίδι . «Πού πάνε οι αγαπημένοι όταν φεύγουν, λένε ότι οι ψυχές έχουν τον δικό τους κόσμο…» (‘Παραμιλώ τις νύχτες’).

Η απουσία αποκτά χρώματα σκοτεινά  και θολά, και ήχους δακρύων, το σκηνικό της ονειρικής φαντασίας περιμένει να υποδεχτεί την εικόνα του θανόντα αδελφού σε μια συνάντηση σε «ατελές ημίφως», σε χώρο άχωρο και άωρο.  Επιστροφή μυστική και διάλογοι σιωπής που καταρρίπτουν τους ρεαλιστικούς περιορισμούς και την συμβατική λογική εκτυλίσσονται στην σφαίρα του άυλου. Είναι η στιγμή της αποκατάστασης όσων δεν πρόλαβαν να ειπωθούν εν ζωή, των ανείπωτων κενών και της έλλειψης. Σε δεύτερο πάντα πρόσωπο η Φροσούλα Κολοσιάτου αναπτύσσει αυτή την μυστική συνομιλία με ροή εξομολογητική , προσφορά αγάπης και τιμής στα ιδανικά που εξέφραζε και έκανε πράξη ο Λεύκιος Ζαφειρίου στην γήινη πορεία του. Και τότε ο λόγος φωτίζει το σκότος του θανάτου, αναδύονται τα χρώματα της κυπριακής φύσης και οι εικόνες της ιστορίας της  αγαπημένης κυπριακής γης στην διαλεκτική του εφιάλτη και του ονείρου. Σαν σε στρόβιλο σκέψεων ο αδελφός  που «χάθηκε στην μέση του ουρανού ανάμεσα στα σύννεφα» επανέρχεται εισακούοντας μια ικεσία υπερπραγματική, σαν ύστατη απόπειρα κατανόησης, αναγνώρισης και επανάκτησης των χαμένων λόγων κι εξομολογήσεων που στέρησε στα αδέλφια η ζωή.

Μόνη ενεργή άμυνα  στον «κλέφτη της ζωής θάνατο» ορθώνεται η μνήμη με τους αυτοματισμούς μετάβασης που διαθέτει να διακτινίζεται ανασκάπτοντας στιγμές των παιδικών χρόνων, χωρισμών κι επανευρέσεων, λόγων και σιωπής, απόστασης και προσέγγισης.  Οδοιπορία της μνήμης και υπέρβαση αποκαλεί η ποιήτρια την αόρατη  εμφάνιση- παρουσία του χαμένου αδελφού που ανακτά μορφή, εκείνη την γήινη «ευγενική και ωραία», καθώς η ανάμνηση έρχεται ακάλεστη, αβίαστη και παρήγορη, «μια ανάμνηση σταμάτησε έξω από την πόρτα μου, ασπρόμαυρη εικόνα ξεθωριάζει…» (‘Σκοτεινός ουρανός’). Όσο μεγαλώνει η απόσταση μεγαλώνει κι η απουσία, όπως εκφράζεται μέσα από στίχους ‘Στην άλλη όχθη’, και σε αυτό το θολό κενό  μοιάζει να αναπλάθεται με φως κάθε αποσπασματικό κοινό βίωμα των αδελφών στα χρόνια της αθωότητας. Οι ποιητικοί συμβολισμοί μετατρέπονται σε φιλοσοφικό στοχασμό για τον χρόνο, για τον θάνατο, για το αναπόφευκτο, το αμετάκλητο , μέσα από αντιθέσεις σκότους- φωτός, αυταπάτης και αλήθειας, μοίρας και ελευθερίας. Ταυτόχρονα αναδύεται η αναλλοίωτη δύναμη της ωραιότητας της αγάπης που αν και ανεκδήλωτη εν ζωή πραγματώνεται εξομολογητικά στον ποιητικό μονόλογο. « Μήπως δεν σου έδειξα ποτέ, πόσο πολύ σε αγαπούσα, είναι στιγμές, νομίζω δεν ξέρω τίποτε από σένα…» (‘Όλα παρελθόν’).

Παραμένει να φωτιστεί αυτό το ‘κάτι’ που εκείνος που μένει πίσω προσπαθεί να κρατήσει. Είναι η φωνή που ηχογράφησε η μνήμη τα λόγια που αποτύπωσε, η ποιητική του δημιουργία, είναι οι φωτογραφίες που πληγώνουν και ζωντανεύουν το βλέμμα και την αφή, τα βιβλία του συγγραφέα αδελφού και κάποια ρούχα που θυμίζουν  μυρωδιά ζωής. ‘Άφησέ με να έχω κάτι από σένα», ένας στίχος παράκλησης και ικεσίας που μαρτυρούν ανομολόγητα την ανάγκη έκφρασης της αγάπης που καταργεί τον θάνατο. Γιατί «κάποιοι δεν πεθαίνουν ποτέ, ούτε η τέχνη» (‘Φωτοσκιάσεις). Αυτό το κάτι ίσως ενεργοποιείται μέσα τις σελίδες ενός βιβλίου, ένα βιβλιάριο υγείας, φωτογραφίες παλιές, ‘τα γραφτά’, το τυπωμένο έργο ζωής του απελθόντα αδελφού Λεύκιου Ζαφειρίου, το υλικό αποτύπωμα που άφησε ξαφνικά πίσω του, «παντού στο σπίτι υπάρχουν πράγματα δικά σου» (‘Αν κάτι συντελείται μυστικά’). Καθώς το ελάχιστο οπτικό ή ακουστικό ερέθισμα μετατρέπεται σε μέσο επαφής ακυρώνεται η απόσταση του εδώ και του ‘αντίκρυ’ μέσα σε ‘άχρονη πραγματικότητα’, ‘κάτι’ που μοιάζει με υπερβατική συνομιλία με την ιδανική μορφή που μόνο η μνήμη της αγάπης μπορεί να χρωματίσει. Η μούσα της ποίησης επικαλείται την Μνημοσύνη για να επιβιώσουν λόγια, εικόνες και τόποι αγαπημένοι με κείνη την ‘ακαταμάχητη μαγεία, που ξέρουν να μιλούν και σαν αστραπή φωτίζουν’…

 

 

 

Φραντσέσκα Μανούσου

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.