Με τους Fuseli, Goya και Blake η υπέρβαση είχε ήδη μετατοπιστεί από τον ουρανό στη συνείδηση. Με τον Ρομαντισμό, όμως, η μετατόπιση αυτή απέκτησε φιλοσοφικό θεμέλιο, ώστε από εικονογραφική χειρονομία ή ψυχικό σύμπτωμα να αναχθεί σε θεωρητικό αίτημα αναζήτησης του απείρου μέσα από τη δυναμική της φαντασίας και της αυτοσυνείδησης.
Ο Γερμανικός Ιδεαλισμός συστηματοποίησε φιλοσοφικά αυτή τη μετατόπιση. Με την «Κοπερνίκεια επανάσταση» της κριτικής του φιλοσοφίας, ο Kant μετέφερε το κέντρο της γνώσης από το αντικείμενο στο ενεργό, έλλογο υποκείμενο και θεμελίωσε την ηθική στην αυτονομία της βούλησης. Η φύση δεν επιβάλλει το μεγαλείο της, αλλά γίνεται αφορμή να ανακαλυφθεί η υπερβατική ικανότητα του υποκειμένου. Έτσι, η αντικειμενικότητα της εμπειρίας θεμελιώνεται στην ανθρώπινη νόηση.
Στον Fichte, το Εγώ θεωρήθηκε δημιουργική αρχή της πραγματικότητας και ο κόσμος ως αναγκαίο όριο που τίθεται από τη δραστηριότητα της συνείδησης. Με εικαστικούς όρους, η φύση δεν ζωγραφίζεται σαν απλό εξωτερικό αντικείμενο αλλά σαν πεδίο φανέρωσης της συνείδησης. Στον Schelling η φύση και το πνεύμα είναι εκδηλώσεις μιας ενιαίας απόλυτης αρχής. Επομένως, η Φύση γίνεται αισθητή μορφή του Πνεύματος, το ορατό σώμα του Απόλυτου. Στον Hegel η Ιστορία αντιμετωπίστηκε ως διαλεκτική διαδικασία αυτογνωσίας του Πνεύματος, αντίληψη που θα βρει απήχηση στον γαλλικό ρομαντισμό. Έτσι, η υπέρβαση παύει να αναζητείται έξω από τον κόσμο και νοείται ως εσωτερική κίνηση της συνείδησης προς την αυτοσυνειδησία.
Ο Ρομαντισμός δίνοντας έμφαση στο άτομο, στο υποκειμενικό βίωμα, στη φαντασία και στο συναίσθημα μετατόπισε το κέντρο της τέχνης από την εξωτερική τάξη του κόσμου στην εσωτερική εμπειρία του υποκειμένου. Η έννοια της ιδιοφυΐας δεν αφορά πλέον απλώς την τεχνική δεξιότητα, αλλά την ίδια την ύπαρξη του καλλιτέχνη, ο οποίος καλείται να φέρει στο φως το άπειρο μέσα από την προσωπική του εμπειρία. Έτσι, η φαντασία από ψυχολογικό φαινόμενο αναγνωρίστηκε ως δημιουργική αρχή. Κατ’ επέκταση, η «υπερβατική ουτοπία» δεν μεταθέτει την ελπίδα σ΄ έναν εξωκοσμικό τόπο, αλλά μετασχηματίζει την εμπειρία του ίδιου του κόσμου σε σημείο συνάντησης του Εγώ με το Άπειρο.

Ο Ρομαντισμός στη Γερμανία, γεννήθηκε σε συνθήκες κοινωνικής και πολιτικής αναστάτωσης και επηρεάστηκε, μεταξύ άλλων, από το κίνημα του Πιετισμού, ένα παρακλάδι του Λουθηρανισμού που έδινε έμφαση στην προσωπική σχέση με το Θείο. Απέναντι στον ορθολογισμό του γαλλικού Διαφωτισμού υψώθηκε μια ποιητική θεολογία: ο Johann Georg Hamann (1730-1788) υποστήριξε ότι ο Θεός δεν ήταν γεωμέτρης αλλά ποιητής (Berlin, 2000, σ. 92). Ο Johann Gottfried Herder (1744-1803) αντιλήφθηκε την τέχνη ως ιστορική έκφραση, ο Friedrich Schiller είδε στην τέχνη το πεδίο της ανθρώπινης ελευθερίας ενώ η γνώση για τον Johann Gottlieb Fichte είναι εργαλείο αυτοπραγμάτωσης.
Στη ζωγραφική των Γερμανών Ρομαντικών, η φύση απέκτησε πανθεϊστική διάσταση. Το τοπίο δεν είναι απλή περιγραφή αλλά αποκάλυψη. Ο άνθρωπος στέκει απέναντι στο άπειρο βιώνοντας τη μελαγχολική ηρεμία της μηδαμινότητάς του στο σύμπαν και ταυτόχρονα τη μυστική του συγγένεια μ’ αυτό (Χρήστου, 1983, σ.141).
Ο Caspar David Friedrich (1774-1840) και ο Philipp Otto Runge (1777-1810) ανέδειξαν τη Δρέσδη σε κέντρο της γερμανικής ρομαντικής ζωγραφικής. Τόποι έμπνευσης της ζωγραφικής τους υπήρξαν τα αμμώδη βουνά της περιοχής, γνωστής και ως «Σαξονικής Ελβετίας», και η κοιλάδα του Έλβα.

Στο έργο Καλόγερος στην Παραλία (Monk by the Sea (1808–1810) του Friedrich, ο μοναχός ενσαρκώνει τη ρομαντική συνείδηση που στέκει ενώπιον του απείρου, βιώνοντας ταυτόχρονα την ασημαντότητα και τη μυστική συγγένεια του ανθρώπου με το απόλυτο: η ανθρώπινη μορφή συρρικνώνεται μπροστά στην απεραντοσύνη του ουρανού και της θάλασσας και το τοπίο καθίσταται ένας μεταφυσικός χώρος εμπειρίας, όπου κυριαρχούν η σιωπή και το κενό.
Στο έργο Σταυρός στα Βουνά ή, Εικονοστάσι Tetschen (1807/08) ο Friedrich ενσωμάτωσε το χριστιανικό σύμβολο στο φυσικό τοπίο χωρίς ανθρώπινη παρουσία μετατρέποντας τη φύση σε εικονοστάσι. Το έργο, αποτέλεσε τομή στην ιστορία της τοπιογραφίας και προκάλεσε έντονη θεωρητική διαμάχη γύρω από τη νέα ρομαντική αισθητική.
Στον Περιπλανώμενος πάνω από τη θάλασσα της ομίχλης (1818), έργο που θεωρείται η πεμπτουσία του Ρομαντισμού (Bertsch 2023), η μορφή, με γυρισμένη την πλάτη προς τον θεατή να αντικρίζει τον ομιχλώδη ορίζοντα, έγινε σύμβολο της υποκειμενικής εμπειρίας της φύσης. Για τον Bertsch (2023), «…Εμείς κοιτάζουμε λιγότερο αυτό το τοπίο και περισσότερο πάνω από τον ώμο ενός ατόμου που βρίσκεται εκεί. Με αυτόν τον τρόπο, ο Φρίντριχ ανέδειξε την όραση ως το πραγματικό θέμα του πίνακα». Το τοπίο δεν είναι πλέον το αντικείμενο της θέασης, αλλά το πεδίο μέσα από το οποίο αποκαλύπτεται η πράξη της θέασης.
Ο Runge, επηρεασμένος από τον μυστικισμό του Jakob Böhme και την ποίηση του Νοβάλις (1772-1801), στη σειρά Οι Ώρες της Ημέρας (1803–1805), επιχείρησε να οπτικοποιήσει τον «αιώνιο ρυθμό του παντός» συνδέοντας τις φάσεις της ημέρας με τις εποχές και τον κύκλο της ανθρώπινης ζωής. Στο θεωρητικό του έργο Χρωματική Σφαίρα (Farben-Kugel 1810), η αρμονία και η δυσαρμονία των χρωμάτων απόκτησαν κοσμολογική σημασία. Το μαύρο και το λευκό, το σκοτάδι και το φως λειτουργούν σαν πρωταρχικοί πόλοι της ύπαρξης, ανάμεσα στους οποίους τοποθετούνται τα βασικά χρώματα με τα συμπληρωματικά τους. Οι θεωρίες του επηρέασαν μεταγενέστερους καλλιτέχνες, όπως ο Paul Klee και ο Johannes Itten.
Η νοσταλγία του απείρου, η στροφή προς το πρωτόγονο και το απόμακρο, η αισθηματική υπερχείλιση και η μυστικιστική εσωτερίκευση της φύσης αποτέλεσαν το θεμέλιο για τις μεγάλες ανατροπές της τέχνης του 20ού αιώνα.
Η έννοια της δημιουργικής φαντασίας απέκτησε ευρύτερη ευρωπαϊκή διάσταση. Η ποιητική φαντασία ως δύναμη ενόρασης και αποκάλυψης, οδήγησε τους ζωγράφους του γερμανικού και βρετανικού Ρομαντισμού και, αργότερα, τους Προ-Ραφαηλίτες, τους Ναζαρηνούς και τους Συμβολιστές, σε εσωτερικές πνευματικές αναζητήσεις. Ανατρέχοντας σε μυστικιστικές παραδόσεις, από τον Πλωτίνο και τον Ερμή Τρισμέγιστο έως τον Παράκελσο, τον Robert Fludd, τον Jacob Böhme (Tuchman, 1986) και τον Emanuel Swedenborg, επιχείρησαν να ζωγραφίσουν τον αόρατο κόσμο των πνευμάτων και τις δυνάμεις της φύσης, σαν δυαδικά σχήματα: φως-σκοτάδι, άρρεν-θήλυ, οριζόντιο-κάθετο, αρνητικό-θετικό. Το Χάος και ο Έρως έγιναν πυρήνες της ποιητικής σκέψης, η Φύση και η Νοσταλγία κυριάρχησαν ως θεματογραφία της ζωγραφικής, και η Μουσική θεωρήθηκε η εσώτατη αρμονία του σύμπαντος. Η καλλιτεχνική ιδιότητα συνδέθηκε με τη μοναχικότητα και τη μελαγχολία ως μορφές εσωτερικής μύησης.
Στον Ρομαντισμό η δημιουργική δύναμη και η ιδιοφυΐα ταυτίζονται. Η φαντασία είναι η ενέργεια μέσω της οποίας ο καλλιτέχνης μορφοποιεί το άπειρο, ενώ η ιδιοφυΐα είναι η ίδια η ύπαρξη που φέρει αυτή τη δύναμη. Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή του Isaiah Berlin για τη ρομαντική μορφή της ιδιοφυΐας, μέσα από την εικόνα του Μπετόβεν: «Η μορφή που δεσπόζει ως εικόνα του δέκατου ένατου αιώνα είναι η αναμαλλιασμένη μορφή του Μπετόβεν κλεισμένου μέσα στη σοφίτα του. Είναι ένας άνθρωπος που κάνει ότι του υπαγορεύει η ψυχή του. Είναι φτωχός, είναι αμαθής, είναι άξεστος. Έχει κακούς τρόπους, ελάχιστες γνώσεις και δεν παρουσιάζει ίσως τόσο μεγάλο ενδιαφέρον, εκτός από τον οίστρο εκείνον που τον ωθεί να προχωρήσει και να δράσει. Δεν είναι όμως ξεπουλημένος. Κάθεται στη σοφίτα του και δημιουργεί. Δημιουργεί ακολουθώντας το φως που φέγγει μέσα του, και αυτό είναι όλο κι όλο που πρέπει να κάνει ο άνθρωπος: αυτό είναι που κάνει τον άνθρωπο ήρωα» (Berlin, 2000, σ. 43)

Στην Αγγλία, οι John Constable (1776-1837) και Joseph Mallord William Turner (1775-1851) ανέπτυξαν την τοπιογραφία εστιάζοντας στη μεταβλητότητα του φωτός και της ατμόσφαιρας. Μέσα από την προσεκτική μελέτη του φυσικού χώρου, των μετεωρολογικών φαινομένων και των χρωματικών μεταπτώσεων απέδωσαν τη φύση ως άμεση αισθητηριακή εμπειρία. Ο Constable, βαθιά δεμένος με το αγγλικό αγροτικό τοπίο, αποτύπωσε με ακρίβεια τη μορφολογία της υπαίθρου, την κίνηση των νεφών και τη διάχυση του φωτός όπως φαίνεται στο έργο Wivenhoe Park, Essex (1816).
Ο Turner, ο αποκαλούμενος και «ζωγράφος του φωτός», απέδωσε με ευαισθησία τις ατμοσφαιρικές μεταβολές, την αχλύ και τη χρωματική δόνηση της θαλάσσιας επιφάνειας, όπως στο Sun Rising through Vapour (1807). Στο έργο των Άγγλων Ρομαντικών, η φύση εμφανίζεται ζωντανή και διαρκώς μεταβαλλόμενη πραγματικότητα, την οποία ο ζωγράφος επιχειρεί να αποδώσει με οπτική ευαισθησία και ακρίβεια.

Στη Γαλλία η ρομαντική διάθεση του Eugène Delacroix (1798-1863) και του Théodore Géricault (1791-1824) εκδηλώθηκε μέσα από τη ζωγραφική σκηνών εμπνευσμένων από ιστορικά γεγονότα της εποχής, από την πολιτική επικαιρότητα και από την απεικόνιση εξωτικών τόπων, που επισκέφτηκαν ή φαντάστηκαν υπό την έλξη της Ανατολής. Χαρακτηριστικά, στην Ελευθερία Οδηγεί τον Λαό (1830), ο Delacroix απέδωσε την εξέγερση του Ιουλίου 1830 ως σύγχρονο γεγονός, συνδυάζοντας την πολιτική πραγματικότητα με την αλληγορία, αφού η Ελευθερία εμφανίζεται συγχρόνως ως ιδεώδες και ως αισθησιακή λαϊκή μορφή. Αντίστοιχα, στη Σχεδία της Μέδουσας (1819) ο Géricault μετέτρεψε ένα πρόσφατο ναυάγιο που είχε συγκλονίσει τη γαλλική κοινή γνώμη σε εικόνα ακραίας ανθρώπινης δοκιμασίας, προσδίδοντας στην ιστορική ζωγραφική δραματική αμεσότητα και σφοδρό συναισθηματικό φορτίο.

Παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις τους, οι εθνικές εκφράσεις του Ρομαντισμού απέβλεπαν στην υπέρβαση της απλής αναπαράστασης του ορατού κόσμου και τη μετατροπή της τέχνης σε πεδίο εσωτερικής αλήθειας, συγκίνησης και πνευματικής αποκάλυψης. Υπό αυτή την έννοια, ο Ρομαντισμός διαμόρφωσε μια νέα αισθητική της φύσης και της ιστορίας προετοιμάζοντας το έδαφος για τις μεγάλες συμβολικές και υποκειμενικές αναζητήσεις της νεότερης τέχνης.

Γιάννης Κολοκοτρώνης
Καθηγητής Ιστορίας και Θεωρίας της Δυτικής Τέχνης – Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών / Δ.Π.Θ.
