Την όγδοη μέρα
Μέρες εφτά πορευόταν ανάμεσα σε πέτρες
και σε λόχμες που του έκρυβαν τον ορίζοντα.
Ματαίως αναρριχόταν σε κίονες ιωνικούς
ζητώντας μια σταγόνα αρχαίας δροσιάς.
Θώπευε στις ραβδώσεις το αέναο κύμα
μην και του έρθει το θαύμα.
Κι αυτομολούσαν από μπρος του μεσίστια
φεγγάρια και ήλιοι και στίχοι ανερμήνευτοι
ακόμα κι Εκείνη με τη λάμψη στα χέρια
και στα μάτια την όστρια.
Κι αφέθη, τον αφήσαν κι οι Μούσες.
Βγήκε με τα χέρια ψηλά σ’ ερημίας ταξίδι
ικέτης των χαμένων λέξεων
να συνάξει ό,τι του πήρε ο αγέρας
τις μορφές, τα φτερωτά του τα άλογα,
τις σιωπές των ανθρώπων.
Πια κατοικεί με δυο λέξεις που βρήκε
σε νοτισμένο λεξικό περασμένων αιώνων.
(Πάντα θα σου έρθουν οι λέξεις που γύρευες
αν γονατίσεις μπροστά στην άγια στιγμή τους).
Σ’ ένα νησί βραχώδες και άνυδρο
δαρμένος από εικόνες ο τόπος του.
Εκεί στη μακρινή την έσχατη Θούλη
τον βρήκε αργά ο καιρός
να ιερουργεί στον ναό Της
αυτόν, τον δυσσεβή μοναχό
τον ασκητή της όγδοης μέρας…
