You are currently viewing Γιάννης Σ. Παπαδάτος: Δημήτρης Σακισλίδης (Κείμενο) – Λυδία Χατζημάρκου (εικονογράφηση) : Το τρίτο κουδούνι. Εκδόσεις iwrite, σελ. 26, ISBN: 978-960-627-535-7

Γιάννης Σ. Παπαδάτος: Δημήτρης Σακισλίδης (Κείμενο) – Λυδία Χατζημάρκου (εικονογράφηση) : Το τρίτο κουδούνι. Εκδόσεις iwrite, σελ. 26, ISBN: 978-960-627-535-7

Στη λογοτεχνία για παιδιά υπάρχουν ελάχιστα βιβλία, γνώσεων ή λογοτεχνικά που αποτυπώνουν ως θέμα το φάσμα του αυτισμού. Στην πραγματικότητα το φάσμα  εμφανίζεται με μια μεγάλη γκάμα συμπεριφορών και ικανοτήτων που εκδηλώνονται σε κάθε παιδί το οποίο επεξεργάζεται διαφορετικά τα κοινωνικά ερεθίσματα. Για παράδειγμα μπορεί να παρουσιάζει δυσκολίες στην επικοινωνία ή να αντιλαμβάνεται τα ερεθίσματα με ένα ιδιαίτερο τρόπο. Πρέπει δε να τονιστεί ότι δεν σημαίνει απαραίτητα κάποιο πρόβλημα ή ανικανότητα, αλλά τον τρόπο που το συγκεκριμένο παιδί κατανοεί και αλληλεπιδρά με τους άλλους. Πρόκειται για ένα θέμα το οποίο τα τελευταία χρόνια έχει αναδειχτεί και επιστημονικά, αλλά και ως ένα καίριο ζήτημα που χρειάζεται γνώση για την ορθή αντιμετώπιση στο σχολείο. Ο συγγραφέας του βιβλίου είναι εκπαιδευτικός και δείχνει ότι δεν κατέχει, μόνο θεωρητικά, το θέμα, αλλά το παρουσιάζει με έναν όχι διδακτικό αλλά με έναν ευχάριστο λογοτεχνικό και, θα έλεγα, απολύτως ορθά ιδεολογικά τρόπο.

 

Στο εν λόγω βιβλίο ένας τελειόφοιτος μαθητής της Στ΄ τάξης του Δημοτικού, αναφέρεται σε στιγμές του ημερολογίου του, στις οποίες πρωταγωνιστεί ένας συμμαθητής του, ο Φώτης. Αφορμή είναι το θέμα έκθεσης που τους έβαλε ο δάσκαλός τους σχετικό με την αγαπημένη τους ανάμνηση από το σχολείο. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση παρουσιάζει την υποδειγματική πρακτική του σχολείου και σε γενικές γραμμές των συμμαθητών και συμμαθητριών του παιδιού, προκειμένου να μην διαταραχθεί ούτε η ατμόσφαιρα της τάξης και τα μαθήματα, αλλά ούτε και η ψυχοσυναισθηματική κατάσταση του μικρού ο οποίος προοδευτικά εγκλιματίζεται απόλυτα με τις διαφορές του και με την αποδοχή τους από τα άλλα παιδιά. Μάλιστα μέσα από συμπεριφορές της κοινότητας του σχολείου, στις οποίες υπερισχύει η κατανόηση, η φιλία και η αγάπη, του δίνεται η δυνατότητα να εκφραστεί ανάλογα με τις  δυνατότητές του.

Το ενδιαφέρον στην αφήγηση βρίσκεται στο ότι τα παιδιά παρατήρησαν την ιδιαίτερη συμπεριφορά του Φώτη, στο άκουσμα του κουδουνιού, σε μια θεατρική παράσταση, συνεργάστηκαν με τους εκπαιδευτικούς και την ίδια πρακτική την προσάρμοσαν στο σχολείο, με αποτέλεσμα να αισθάνονται όλοι χαρούμενοι: «…Η αντίδραση του Φώτη, όταν έφτασε η ώρα να βγούμε για διάλειμμα με το τρίτο κουδούνι, θα μου μείνει χαραγμένη στο μυαλό. Τα μάτια του ήταν σαν να έβγαζαν σπίθες. Πέρασε μια βδομάδα που το κάναμε αυτό το παιχνίδι και βλέπουμε τον φίλο μας να έρχεται στο σχολείο πρώτα από όλα ήρεμος και ανακουφισμένος. Γελάει περισσότερο. Ανυπομονεί και να μπούμε στην τάξη και να βγούμε από την τάξη. Το περίεργο είναι ότι εμείς το ξεκινήσαμε αυτό, για να χαρεί ο ίδιος, αλλά τελικά χαιρόμαστε και εμείς. Και πώς να μη χαρούμε, όταν βλέπουμε τόσο μεγάλη αλλαγή στον νέο μας συμμαθητή!…» (σ. 21).

Η αφήγηση είναι ζωντανή και ευχάριστη! Είναι δε παιδικότροπη και αυτό είναι από εκείνα τα προσόντα του βιβλίου τα οποία δύσκολα συναντώνται σε ιστορίες που έχουν γραφτεί προκειμένου να παρουσιάσουν ένα θέμα που άπτεται αποκλειστικά της παιδαγωγικής. Πέρα δε από τα όλα θετικά του βιβλίου σε εκείνο που υπερέχει από αρκετά βιβλία της ελληνικής λογοτεχνίας τα οποία αναφέρονται στο διαφορετικό και στην αποδοχή του, είναι ότι ο Φώτης δεν χρειάζεται να κάνει κάτι σπουδαίο, για να εντυπωσιάσει και που δεν μπορούν να το κάνουν οι άλλοι προκειμένου να γίνει αποδεκτός. Απλά ο δάσκαλος, οι μαθητές και οι μαθήτριες τον αποδέχονται εξαρχής, γιατί τον βλέπουν ως ένα μαθητή και συμμαθητή τους ίσον με εκείνους και τόσο διαφορετικό όπως διαφορετικός είναι ο καθένας και η καθεμιά τους. Στο τέλος, όταν αποκαλύπτεται ότι έχει ένα προσόν να τραγουδάει καλά, χαίρονται γι’ αυτό: «Θα είμαστε όλοι εκεί να τον χειροκροτήσουμε με το τρίτο κουδούνι…» (σ. 22).

Το βιβλίο έχει στο τέλος του ένα σταυρόλεξο που αναφέρεται στο κείμενο. Μια δραστηριότητα που  ίσως εμπλέξει και τον ενήλικο στην αναγνωστική διαδικασία. Κι είναι μια ζητούμενη συμπεριφορά, γιατί αποδεικνύεται ότι ο επαρκής αναγνώστης διαπαιδαγωγείται από τη μικρή ηλικία καλύτερα μέσα από μια ατμόσφαιρα συνανάγνωσης.

Κοντολογίς μιλάμε για ένα έξοχο βιβλίο το οποίο, με λογικά, πειστικά και προπάντων βήματα αγάπης, συνεισφέρει στην αποδοχή του διαφορετικού και που θα ήταν ευχής έργο αν το διάβαζαν όσοι και όσες εμπλέκονται στην αναγνωστική αλλά και στην εκπαιδευτική διαδικασία!

 

Γιάννης Σ. Παπαδάτος, συγγραφέας, κριτικός, τ. πανεπιστημιακός

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.