You are currently viewing Κατερίνα Χ. Παππά: Ζέτα Κουντούρη  Πρέπει να βιαστώ, εκδ. Κέδρος

Κατερίνα Χ. Παππά: Ζέτα Κουντούρη  Πρέπει να βιαστώ, εκδ. Κέδρος

Η πορεία ανακάλυψης του εαυτού, η τάση για ανεξαρτησία και αυτονομία, η επιθυμία κατάκτησης της ελευθερίας, οι διαπροσωπικές και οι οικογενειακές σχέσεις και τα προβλήματα που πηγάζουν από αυτές, καθώς  και το μόνιμο αίτημα των ηρώων και ηρωίδων των ιστοριών για αποδοχή και αγάπη είναι τα θέματα που προβάλλονται στο καινούριο βιβλίο με τίτλο «Πρέπει να βιαστώ» της Ζέτας Κουντούρη.

 

Το Πρέπει να βιαστώ, το πέμπτο με διηγήματα βιβλίο της Κουντούρη,  περιλαμβάνει δεκατρείς ιστορίες, άλλες λιγότερο και άλλες περισσότερο σύντομες, που η καθεμία για τους δικούς της λόγους αναστατώνει τον αναγνώστη κλονίζοντας την ουσιαστική ή επιφανειακή ισορροπία του.

 

Κυρίαρχη η παρουσία των γυναικών, εφόσον γυναίκες αφηγούνται την ιστορία τους στα επτά από τα δεκατρία, δύο έφηβες είναι οι  κεντρικές ηρωίδες άλλων δύο, ενώ σε  τέσσερα  παρακολουθούμε  την ανδρική φωνή.

 

Οι ενήλικες  γυναίκες που πλάθει η συγγραφέας, μεσοαστικής συνήθως καταγωγής, οικονομικά ανεξάρτητες και καλλιεργημένες, προερχόμενες οι περισσότερες από δυσλειτουργικές οικογένειες, όπου ο ανταγωνισμός χαρακτηρίζει τόσο την επικοινωνία μεταξύ των γονιών όσο και των αδελφών, διαψευσμένες  από σχέσεις ή γάμους παλεύουν για την ανεξαρτησία τους από σεβασμό  στον εαυτό και στις αρχές τους .

 

Στο Πρέπει να βιαστώ, το ομώνυμο με τον τίτλο του βιβλίου διήγημα, η ηρωίδα, συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων, σχεδιάζει με κάθε λεπτομέρεια τον φόνο του συζύγου της επειδή την απατά με μία νεαρότερη γυναίκα. Φαντάζεται τον χώρο, τον τρόπο της δολοφονίας, που επιθυμεί να είναι ανώδυνος για τον «άπιστο», την πορεία των δύο κοριτσιών τους σε περίπτωση που η αποκάλυψη της πράξης της οδηγήσει σε σύλληψη και φυλάκισή της, αναρωτιέται για την ηθικότητα ή ανηθικότητά  της υιοθετώντας σκηνοθετική σχεδόν  αποστασιοποίηση και  υποδόριο χιούμορ.

 

Είμαι περίπου σαράντα χρονών. Ο τρόπος που ζω μου έχει ήδη στείλει τα πρώτα δείγματα πως πρέπει να βιαστώ. Θέλω να πιστεύω ότι δεν είμαι κακός άνθρωπος, αλλά αυτό δεν σημαίνει τίποτα. Κανείς δεν μπορεί να είναι μόνο καλός ή μόνο κακός. Αποφάσισα να τον σκοτώσω και θα το κάνω. (σ.53-54)

 

Το διήγημα διαθέτει πυκνότητα και αληθοφάνεια και η ηρωίδα παρά την ενασχόλησή της με μία  αποτρόπαιη πράξη κερδίζει τη συμπάθειά μας, επειδή  δεν μαθαίνουμε ποτέ  αν τελικά την πραγματοποίησε ελπίζοντας  ότι ίσως  η ματαίωση και η οργή της   μετουσιώθηκαν  σε μία νουβέλα  ή ένα μυθιστόρημα.

 

Και στην Ασχήμια η αφηγήτρια είναι μία γυναίκα που διαλύει  τον γάμο της όταν της  αποκαλύπτονται οι ανήθικες δραστηριότητες του συζύγου της. Η ιδιαιτερότητα του διηγήματος εντοπίζεται στον ρόλο που παίζει η ασχήμια  στη ζωή του άνδρα, ο οποίος εμμονικός  με τη γυναικεία ομορφιά προσπαθεί ασυνείδητα ίσως   με αυτόν τον  τρόπο  να εξουδετερώσει τη δική του ψυχική ασχήμια. Η ζωή τού επιβάλλει βαρύ αντίτιμο, καθώς οι συνθήκες τον οδηγούν  σε δεύτερο γάμο με μία  «πολύ πολύ άσχημη» (σ.76)  γυναίκα.

 

Στην ιστορία,  που ανοίγει και κλείνει με το επίθετο «άσχημη» και το ουσιαστικό «ασχήμια», η  συγγραφέας δουλεύει με ευρηματικό  τρόπο μία πρωτότυπη  ιδέα και   με το τέλος που επιλέγει, κεντρίζει ακόμη περισσότερο  τον αναγνώστη. Μήπως η απέχθεια, που πληροφορούμαστε ότι τρέφουν   και τα  δύο παιδιά  του ζευγαριού προς   την ασχήμια,  λειτουργεί και ως προσήμανση για  τύχη ανάλογη με αυτήν του πατέρα τους;

 

Μία νεαρή γυναίκα, μικρότερη αδελφή της κεντρικής ηρωίδας,  είναι η αφηγήτρια και στο Πάρτι, η οποία εστιάζοντας σε ένα κωμικοτραγικό περιστατικό καταθέτει τα βιώματά της από την πατρική της οικογένεια. Γονείς που κατόρθωσαν να πλουτίσουν οργανώνουν ένα πάρτι για τα γενέθλια της μεγαλύτερης κόρης τους, η οποία είτε από επιθυμία  να δηλώσει   την αντίθεσή της στον βίο και την πολιτεία των γεννητόρων της, είτε  από έντονη τάση επίδειξης, είτε και από άλλους, εκτός από τους παραπάνω,  λόγους   προετοιμάζει με την παρέα της ληστεία στο ίδιο της το σπίτι.

 

Στο συγκεκριμένο διήγημα η καταστροφική πορεία της οικογένειας, η διαγραφή των χαρακτήρων, η πλοκή και το παράδοξο που ελλοχεύει δημιουργούν ένταση και παρασύρουν  τον αναγνώστη σε μυστηριώδη ατμόσφαιρα.

 

Το παράδοξο χαρακτηρίζει και το Τανγκό, το πιο σπαρακτικό διήγημα της συλλογής. Η δεκατετράχρονη ηρωίδα, απομονωμένη από το περιβάλλον που ταιριάζει στην ηλικία της και εγκαταλειμμένη ουσιαστικά από τους γονείς της,  πιστεύει ότι τις νύχτες χορεύει με έναν μακρινό συγγενή της μητέρας της του οποίου  το πορτρέτο έχει δει σε έναν πίνακα. Το κορίτσι βιώνει τρομακτική μοναξιά και ουσιαστική αδιαφορία από τους γονείς, που εκείνοι  αγνοούν ή αρνούνται να αποδεχτούν επενδύοντας ο καθένας σε έναν δικό του τρόπο ζωής.

 

Πριν φύγουν με ρώτησαν αν χρειαζόμουνα να μου φέρουν κάτι από το σπίτι. Κι έμειναν με το στόμα ανοιχτό, όταν το μόνο που τους ζήτησα ήταν το πορτρέτο του θείου του Ιάκωβου. Ήμουνα σίγουρη ότι, έπειτα από δύο τρία παθιασμένα τανγκό μαζί του, τη νύχτα που όλοι στο νοσοκομείο θα κοιμόντουσαν, θα ξαναγινόμουνα περδίκι. (σ. 46)

 

Η συγγραφέας οπλίζει την αφηγήτρια με καυστικό χιούμορ και  σαρκαστική διάθεση, ανάμεικτη με την αθωότητα της ηλικίας της,  ανακουφίζοντας τον αναγνώστη από την αγωνία που προξενεί η ιστορία της.

 

Οι ανδρικές φιγούρες που δημιουργεί η συγγραφέας στα τρία διηγήματα με τίτλους: Καμιά φορά θαρρείς κι ο διάβολος συνωμοτεί με τον Θεό, Το δωμάτιο 39, Ζήτημα τύχης κινούνται ανάμεσα στην ενοχή για κάποια επιλήψιμη πράξη τους και στην αδιαφορία ως τρόπο άμυνας. Οι προβληματικές σχέσεις με τις μητέρες τους στην περίοδο της εφηβείας, η αντιπαλότητα  με τον αδελφό ή άλλα μέλη της οικογένειας   επιβαρύνουν και καθορίζουν ως ένα σημείο  το παρόν τους.

 

Ο αφηγητής στην  Πολυπόθητη ελευθερία – το πιο χαριτωμένο και ανάλαφρο ίσως από τα διηγήματα – ένας    νέος ακόμη άνδρας, με δύο παιδιά, δικηγόρος στο επάγγελμα και κοινωνικά επιτυχημένος, ζητά διαζύγιο ύστερα από δεκαπέντε χρόνια συμβίωσης με την επίσης δικηγόρο γυναίκα του γιατί συνειδητοποιεί  ότι δεν έχει στόχους και η ζωή δεν του χαρίζει καμία απόλαυση. Η αναζήτηση και η ενδοσκόπηση δεν του προσφέρουν άμεσες, τουλάχιστον,  λύσεις, ώσπου πληροφορείται από την πρώην σύζυγό του  τον δεύτερο γάμο της. Και μόνο για την αντίδρασή του, λυτρωτική για τον ίδιο, τη γυναίκα και τα παιδιά τους, αξίζει να διαβάσει κανείς ολόκληρο το διήγημα.

 

Το βιβλίο ολοκληρώνεται με το πιο αφαιρετικό και μελαγχολικό από τα δεκατρία διηγήματα, Ροζ είναι το χρώμα, δημοσιευμένο για πρώτη φορά  στην παλαιότερη συλλογή της συγγραφέως, Η πρεμιέρα.

 

Οι χαρακτήρες που δημιουργεί η Ζέτα  Κουντούρη και τα θέματα του βιβλίου, αντλημένα όλα από την πραγματικότητα,  φέρνουν  στον νου την εύστοχη   κρίση του Ιβάν Γκολ που, παρότι υπερρεαλιστής,  σημείωνε  ότι η πραγματικότητα είναι η βάση της τέχνης.

 

Οι ήρωες και οι ηρωίδες της Κουντούρη πατούν και με τα δύο τους πόδια στη γη και προσπαθούν να κάνουν τη ζωή τους καλύτερη ανεξάρτητα από το αν οι επιλογές τους δεν οδηγούν πάντα στα επιθυμητά αποτελέσματα.

 

Η πεζογράφος προβάλλει την αναμέτρηση με τον εαυτό τους και τους άλλους, αναμέτρηση που μπορεί να  εκτείνεται από την αποδοκιμασία ως τον σαρκασμό, και    αντιμετωπίζει με κατανόηση τα πάθη και τις ρωγμές τους.

 

Ψάχνοντας για λύσεις ανασκαλεύουν το παρελθόν τους, αναβιώνουν σκηνές από την παιδική ή εφηβική τους ηλικία, τότε που η συμπεριφορά των γονιών  υπήρξε άστοχη ή ακατάλληλη,  και φέρνουν στο φως στιγμές και φερσίματα που τραυμάτισαν τους ίδιους ή ανθρώπους σημαντικούς για αυτούς χωρίς να καταφέρνουν, τις περισσότερες φορές, να οδηγηθούν σε ουσιαστικές αλλαγές.

 

Μετεωρίζονται ανάμεσα στο καλό και στο κακό επιθυμώντας να κλίνουν προς ό,τι θεωρείται ηθικό, αν και γνωρίζουν ότι πολύ εύκολα μπορεί να μετακινηθούν από τη μία στην άλλη κατάσταση.

 

Με γλώσσα καθημερινή και ζωντανή, σφιχτοδεμένη πρωτοπρόσωπη  αφήγηση χωρίς πλατειασμούς, η συγγραφέας με τα διηγήματα του παρόντος βιβλίου προβάλλει αθέατες ή λιγότερο εμφανείς πλευρές  προσώπων που μπορεί και να μην βρίσκονται πολύ μακριά από εμάς.

 

Αξίζει να μνημονεύσουμε και το πολύ ταιριαστό με τον τίτλο  εξώφυλλο από πίνακα της Ηρώς Νικοπούλου.

 

 

 

Κατερίνα Χ. Παππά

 

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.