Το βιβλίο ως εμπειρία, όχι απλώς ως ανάγνωση
Η Αγέραστος Ρόζα της Γεωργίας Καλαφάτη είναι από εκείνα τα βιβλία που δεν τα διαβάζεις απλώς· τα διαβαίνεις. Είναι μια συναισθηματική διαδρομή, όπου η ποιήτρια φωτίζει τις αντιφάσεις του ανθρώπινου ψυχισμού: τον τρόπο που ο χρόνος μας μεταμορφώνει, αλλά και τον τρόπο που επιμένουμε να στεκόμαστε απέναντί του. Μια αφήγηση που δεν περιορίζεται στην προσωπική εσωτερική πάλη, αλλά ανοίγει τον ορίζοντα σε μεγάλα ερωτήματα: Τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος; Τι σημαίνει να αλλάζεις; Πού βρίσκουμε νόημα όταν όλα γύρω μας ρέουν ή φυλλορροούν;
Η Καλαφάτη δεν καταγράφει απλώς γεγονότα: έναν έρωτα, την ασθένεια της μητέρας της, τους χώρους του νοσοκομείου, μια απώλεια, έναν χωρισμό, γεωγραφικές, αλλά και ψυχικές μετατοπίσεις. Αυτό που πραγματικά κάνει, είναι να δημιουργεί εσωτερικούς τόπους. Τόπους όπου ο αναγνώστης δεν παρακολουθεί απλώς, αλλά συμμετέχει, στον έρωτα, την απώλεια, τη μεταμόρφωση.
Μέσα από τις πέντε ενότητες του βιβλίου —Α’ Η εκ βράχου αυτοφυής, Β’ Η εξ’ ιδρώτος και δακρύων αυτοποτιζόμενη, Γ’ Η εκ πίστεως αυταναφλέγουσα, Δ’ Η εξ’ ανέμων καταμαδημένη και Ε’ Η στας αιθέρας εξιλεωμένη— γνωρίζουμε όχι μόνο τα γεγονότα, αλλά κυρίως την ψυχολογία των υποκειμένων, τις λεπτές τους ρωγμές, τα σημεία που φωτίζονται και εκείνα που παραμένουν σκιώδη.
Στο κέντρο του έργου βρίσκεται το ρόδο. Ένα σύμβολο που επανέρχεται διαρκώς.
Το ρόδο που ανθίζει και γίνεται αφηγητής.
Το ρόδο που υπενθυμίζει ότι η ομορφιά και η ευθραυστότητα δεν υπακούν στον χρόνο· απλώς υπάρχουν, με τον ατόφιο τρόπο της φύσης.
Συνδέεται με τη θηλυκή αρχή, τη δημιουργική ενέργεια, την άμυνα αλλά και την προσφορά. Ένα ρόδο που δεν μαραίνεται. Ένα ρόδο που επιστρέφει ξανά και ξανά, σαν μνήμη, σαν ανάσα, σαν εμπρόθετη δράση. Κάθε επανεμφάνισή του λειτουργεί σαν μια επανεξέταση: Τι άλλο μπορεί να σημαίνει; Τι άλλο μπορεί να μας δείξει;
Η γλώσσα της Καλαφάτη είναι ένα ξεχωριστό κεφάλαιο από μόνη της.
Πυκνή, λυρική, εξομολογητική, εικονοπλαστική —και πάντα βαθιά ανθρώπινη.
Άλλοτε ρομαντική, άλλοτε άγρια και αιχμηρή, διαμορφώνει έναν ρυθμό που μοιάζει με εσωτερική μουσική. Η ποιήτρια γράφει με μια γλώσσα που θα μπορούσε να είναι ψίθυρος ή προσευχή. Ο χρόνος παρουσιάζεται γραμμικά σαν ημερολόγιο, αλλά και θραυσματικά, ένα παρελθόν που εισβάλλει στο παρόν για να φωτίσει το μέλλον. Η αφήγηση δεν χαρίζεται στον αναγνώστη· ζητά να συντονιστεί μαζί της.
Η Γεωργία Καλαφάτη δεν εξωραΐζει, δεν εξιδανικεύει. Δεν κρύβεται και δεν επιτρέπει στον λόγο της να κρυφτεί. Αντίθετα, γράφει με μια καθαρή, σχεδόν γυμνή ειλικρίνεια, χρησιμοποιώντας «Τοτέμ», όπως το τριαντάφυλλο και οι καραμέλες τσάρλεστον, αλλά χωρίς ταμπού. Αυτή η ακεραιότητα στη γραφή της δημιουργεί έναν βαθύτερο ρυθμό: έναν παλμό που ο αναγνώστης αισθάνεται, όχι απλώς αντιλαμβάνεται.
Στο σύμπαν του βιβλίου, ο Έρωτας δεν είναι μόνο συναίσθημα· είναι αρχή του κόσμου.
Είναι επανάσταση, είναι πυρήνας γένεσης, είναι ο τόπος από όπου ξεκινούν όλα.
Η Καλαφάτη τον αντιμετωπίζει ως θεϊκή ενέργεια που συνδιαμορφώνει τον άνθρωπο. Ως κίνηση — κι όχι απλώς ως κατάσταση, ως Δημιουργό και δημιουργία.
Στο βιβλίο κυριαρχεί μια ατμόσφαιρα κατανυκτική.
Τα πρόσωπα, τα αντικείμενα, οι χώροι — όλα παρουσιάζονται σαν να έχουν αναδυθεί από μια μυσταγωγία. Αποκτούν μεταφυσικό βάθος, σαν να βλέπουμε την πνευματική τους διάσταση πέρα από την υλική πυκνότητα. Γίνονται τόποι ιεροί, τόποι όπου κάθε συναίσθημα βιώνεται χωρίς φειδώ, χωρίς όρια, με απόλυτη αλήθεια.
Η Αγέραστος Ρόζα είναι ένα βιβλίο όπου κάθε σκηνή μετατρέπεται σε τόπο ενθύμησης και αναδόμησης. Ένα βιβλίο που δεν περιορίζεται στην αφήγηση μιας ιστορίας, αλλά ανοίγει διάλογο με τον αναγνώστη. Μας προσκαλεί να δούμε τον χωροχρόνο αλλιώς. Τον εαυτό μας αλλιώς. Και, τελικά, να αναγνωρίσουμε ότι μέσα στις αλλαγές, την τρωτότητα και τις ρωγμές μας, βρίσκεται και η πιο αυθεντική μορφή της εσωτερικής ομορφιάς.
Συνοψίζοντας, η Αγέραστος Ρόζα δεν είναι μια απλή ποιητική συλλογή· είναι μια τροπικότητα, στην οποία το ανθρώπινο γίνεται ιερό.
Ένας τόπος όπου η απώλεια, η αλλαγή, η αγάπη, ο φόβος, η μετάβαση δεν είναι στιγμές — είναι τελετές. Και ο αναγνώστης, σχεδόν χωρίς να το καταλάβει, γίνεται προσκυνητής.
Η Κατερίνα Κοζή είναι ποιήτρια
