You are currently viewing Κατερίνα Θεοδωράτου: Ελένη Γούλα, Ονομάζομαι, Ενύπνιο, 2026 

Κατερίνα Θεοδωράτου: Ελένη Γούλα, Ονομάζομαι, Ενύπνιο, 2026 

Πρώτη στάση Μυκήνες

Δεν περιμένει ούτε λεπτό.

Στον Ισθμό

τραβάει κατά της ξαδέλφης της

-άλλη αράχνη αυτή, σόι πήγαινε το βασίλειο-

μαζί πλέξαν το σιδερένιο δίχτυ

ξόβεργες για τον νικητή

και το βραβείο που ’φερνε στο παλάτι.

Τώρα νεκρός στο μπάνιο του.

Έτσι θα πλήρωνε και ο δικός της

την εικοσάχρονη απουσία

στη δεξιά μεριά του κρεβατιού.

Έκλεψε το πατρόν εκδίκησης

αναχωρεί για την Ιθάκη.

Φωτεινή Βασιλοπούλου, 2021

 

«Θέλω για μάρτυρα ολόκληρη την κοινωνία.

Η ντροπή πρέπει να αλλάξει στρατόπεδο».

Gisele Pelicot, 2024

Το «Ονομάζομαι» είναι η τέταρτη «αυτόνομη» εκδοτική εμφάνιση της Ελένης Γούλα και σηματοδοτεί την πρώτη φορά που δοκιμάζεται στην πιο εκτεταμένη φόρμα της νουβέλας. Προηγήθηκαν οι συλλογές διηγημάτων Σοκολάτα και άλλες αμαρτίες το 2011 και το Όταν περάσει η εποχή των ταξιδιών… και έρθει ο καιρός των δέντρων το 2015 από τις εκδόσεις Μανδραγόρας, καθώς και το Θειάφι και άλλα δαιμόνια το 2021 από τις εκδόσεις Ενύπνιο, από όπου εκδόθηκε και το παρόν. Και στις τρεις συλλογές, παρότι αποτελούνταν από αυτοτελή και διακριτά μεταξύ τους αφηγήματα, εμφιλοχωρούσε η μαγική αίσθηση του ενιαίου· τα κείμενα διαβάζονταν με τη σειρά, με χαλαρούς αλλά εμφανείς μεταξύ τους αρμούς και ένα πάντα κοινό υπέδαφος -τη μνήμη στη Σοκολάτα, την Ελλάδα της Κρίσης στον Καιρό των δέντρων, ομοίως και στο Θειάφι, με την επιπλέον συνθήκη του πανδημικού εγκλεισμού- προετοιμάζοντας με έναν τρόπο το έδαφος για μια περισσότερο εκτεταμένη αφήγηση.

Μοιάζει με ενός είδους «προσωπικό στοίχημα» το Ονομάζομαι, και καταπιάνεται με το ευαίσθητο όσο και φλέγον θέμα της έμφυλης βίας, ψήγματα του οποίου, με μια προσεκτική ανάγνωση, ανιχνεύονται σε κάποια διηγήματα της Σοκολάτας. Αν θέλω να είμαι ακριβέστερη, θα πρέπει να πω ότι αυτό που προσεγγίζει η νουβέλα, ήδη από το εξώφυλλο και τον τίτλο, Ονομάζομαι, είναι η αθέατη πλευρά της, όχι η σκοτεινή αλλά η ημι-φωτισμένη: πιο συγκεκριμένα, ακριβώς εκείνη η διάστασή της που την κρατά στο ημίφως: η ντροπή και το αίσθημα προσωπικής ενοχής που κατέχει τα θύματά της, τα παραλύει και τα φιμώνει. Αυτή την ντροπή υποδηλώνει η φλουταρισμένη, «μισή» φωτογραφία γυναικείου προσώπου στο εξώφυλλο, αυτήν επιδιώκει να ξορκίσει η νουβέλα· εδώ, το «ανείπωτο», το εν κρυπτώ, το «εν οίκω» γίνεται «εν δήμω», εκτίθεται σε κοινή θέα μέσα σε ένα αστυνομικό τμήμα.Το Ονομάζομαι συνομιλεί εμβληματικά με την «των ονομάτων επίσκεψιν» κατά το ρητό, η οποία δεν είναι απλώς «αρχή σοφίας» αλλά πρωτίστως αρχή κάθαρσης και λύτρωσης: η ονοματοθεσία των πράξεων, η μετάβασή τους από τη νεφελώδη επικράτεια της αβεβαιότητας, της παρεξήγησης, της ενοχής και της συν-ενοχής στο στέρεο έδαφος της επίγνωσης, του οποίου στοιχειώδης συνθήκη είναι το γλωσσικό σημείο, η λέξη που πονάει, μα όταν προφέρεται, απομυθοποιείται και λυτρώνει.

Η νουβέλα είναι γραμμένη με την τεχνική του παστίς, ανθολογώντας, αφομοιώνοντας και ενσωματώνοντας ετερόκλιτα διακείμενα, από δημοσιογραφικά ρεπορτάζ, στοιχεία, καταγραφές, αναρτήσεις στο διαδίκτυο, tweets μέχρι αναφορές σε εμβληματικά έργα αυτοδικίας, όπως η παπαδιαμαντική Φόνισσα, ή η συνταρακτική Πηγή των Παρθένων του Μπέργκμαν. Το «συμβάν»-άξονας του αφηγηματικού ιστού, το τιμωρητικό«ξεγύμνωμα» και ο δημόσιος εξευτελισμός του κακοποιητή, καθώς και άλλα παράπλευρα συμβάντα, η αφύπνιση του θύματος, η εξομολόγηση, ο τελετουργικός ευνουχισμός του θύτη από την έως τότε συνένοχα σιωπηλή σύντροφό του, όλα μας παραδίδονται διαμεσολαβημένα από αφηγήσεις. Η τριτοπρόσωπη «δημοσιογραφική» καταγραφή εναλλάσσεται με την πρωτοπρόσωπη -γνώριμη στυλιστική επιλογή της συγγραφέα αυτή η εναλλαγή- τόσο από την κεντρική ηρωίδα, την καθηγήτρια και ιθύνοντα νου της διαπόμπευσης Γεωργία, όσο και από τα περιφερειακά πρόσωπα της ιστορίας, τα οποία ουσιαστικά «πρωταγωνιστούν» με τη σιωπή τους, ως βουβοί μάρτυρες που προσποιούνται ότι δεν βλέπουν ή ότι δεν τους αφορά. Στον συγκλονιστικό, θεατρικής δομής με εναλλασσόμενους μονολόγους «αγώνα λόγων» που επιτελείται μέσα στο Γραφείο των καθηγητών, εκδιπλώνονται και αναπτύσσονται όλες οι πτυχές της επιθετικής επιχειρηματολογίας ενοχοποίησης του θύματος: Ο αντιδραστικός, συντηρητικός καθηγητής που μιλά για σεξουαλικά αφυπνισμένα κορίτσια που προκαλούν και κατά βάθος επιδιώκουν την παρενόχληση ή/και τον βιασμό· η μετριοπαθής διευθύντρια που προτείνει ψυχραιμία και συγκάλυψη του περιστατικού, με απόσπαση της «υπόλογης» στο Γραφείο μέχρι να καταλαγιάσει ο θόρυβος για να μην εκτεθεί το σχολείο εν όψει προφανώς και αξιολόγησης· η τάχα μου συναινετική και ανθρωπίστρια θεολόγος, που μιλά για χριστιανική αγάπη και «συγχώρεση» και καταδικάζει την αυτοδικία ως εκδίκηση· η νεαρή αναπληρώτρια, η μόνη που συντάσσεται με παρρησία στο πλευρό της Γεωργίας, αρθρώνοντας το αυτονόητο· η μετριοπαθής φωνή των «ίσων αποστάσεων» του μαθηματικού, που «κατανοεί» την απονενοημένη κίνηση αλλά επιθυμεί και τη βέλτιστη πρακτική  προς όφελος του σχολείου και των παιδιών -ενώ στην πραγματικότητα επιχειρεί να εργαλειοποιήσει το συμβάν προς όφελός του και στην υπηρεσία των πολιτικών του φιλοδοξιών για συμμετοχή στα Κοινά του Δήμου.

Ο τρόπος που σταδιακά μας αποκαλύπτεται το κυρίως γεγονός, αποσπασματικά και διαμεσολαβημένα μέσα από αφηγήσεις και μαρτυρίες, εκτός από υφολογική επιλογή που αποτρέπει τον αναγνωστικό εφησυχασμό και μας καλεί να ανασυνθέσουμε τα συμβάντα, συντηρώντας και αναζωπυρώνοντας πολλαπλά το ενδιαφέρον, λειτουργεί και ως υπόμνηση της σημασίας της μαρτυρίας: η ιδιάζουσα φύση των σεξουαλικών εγκλημάτων είναι ότι μόνο διαμεσολαβημένα και υποφωτισμένα μπορούν να κοινοποιηθούν: ένα οικονομικό έγκλημα, μία ληστεία, ένας φόνος ξεκαθαρίσματος λογαριασμών μπορούν να έχουν μάρτυρες, ένας βιασμός όχι. Αυτός επιτελείται εν κρυπτώ και παραβύστω, και μέχρι πρόσφατα μπορούσε να ακυρωθεί μέσω γάμου μεταξύ θύματος και θύτη. Ακούγεται απίστευτο, αλλά η φρικιαστική αυτή νομική τροπολογία άλλαξε μόλις το 2018, όταν στη μικρή, ηλιόλουστή μας χώρα επιτρέπαμε ακόμα θεσμικά τους ανήλικους γάμους, όταν ο Νόμος προέβλεπε το εξής:[1]

Κλείνοντας την παρέκβαση, επιστρέφω στον έως πρόσφατα αυστηρώς ιδιωτικό χαρακτήρα των σεξουαλικών εγκλημάτων, με πρόσχημα την «προστασία» του θύματος. Από τι; Από την κοινωνική κατακραυγή; Μα αυτή θα έπρεπε να πλήττει τον θύτη. Από τον Νόμο; Μα αυτός θα έπρεπε να διώκει και να καταδικάζει τον θύτη. Από τον ίδιο τον θύτη; Μα αυτός θα έπρεπε να είναι στο στόχαστρο και στο μικροσκόπιο του Νόμου. Από το τραύμα; Μα αυτό έχει ήδη συντελεστεί. Από την ντροπή; Μα αυτή θα έπρεπε ήδη να έχει αλλάξει στρατόπεδο, όπως μας επισημαίνει η ιστορικής σημασίας δήλωση της Gisele Pelicot, η οποία είχε χαρακτηριστεί γενναία, ηρωική, ακόμα και υπερβατική, ενώ θα έπρεπε να είναι απλώς αυτονόητη.

Εγώ σε πιστεύω, αδελφή μου, έλεγε το εμβληματικό σλόγκαν στις πρόσφατες εκδηλώσεις και διαδηλώσεις κατά της έμφυλης βίας. Ένα σλόγκαν που λοιδορήθηκε, παρωδήθηκε, σατιρίστηκε, υποτιμήθηκε όσο κανένα. Κι όμως, πέρα από τη συναισθηματική του φόρτιση, η έμπρακτη σημασία του είναι άκρως ορθολογική: Χρειάζεται ένα μίνιμουμ κοινής κοινωνικής εμπιστοσύνης για να συσταθεί το έγκλημα. Στα υπόλοιπα αδικήματα υπάρχει, σε περιπτώσεις καταγγελίας για όποια σωματική ή ηθική βλάβη, ο φερόμενος ως «αδικούμενος» περιβάλλεται από την προστασία του Νόμου και την κοινωνική συμπάθεια. Στη σεξουαλική κακοποίηση ωστόσο, μεγεθύνεται και προβάλλεται το «τεκμήριο της αθωότητας», πολύτιμο βέβαια εργαλείο δικανικού ορθολογισμού και ουμανισμού, που ωστόσο, ακριβώς το «εργαλείο», εργαλειοποιείται περαιτέρω και αξιοποιείται υπέρ του θύτη. Η γυναικεία μαρτυρία, όταν δεν υποτιμάται ως «υπερβολική», ή προϊόν υστερίας, τεμαχίζεται στην προκρούστεια κλίνη της ηθικής αυτουργίας. Προτού ο ανεκδιήγητος εισαγγελέας στην πρόσφατη δίκη ηθοποιού για κατά συρροήν κακοποιήσεις φτάσει να πει «Ο κατηγορούμενος έχει τρελαθεί, έχει ορμές, βιολογικά πράγματα» το είχε ήδη προφέρει μια ολόκληρη κοινωνία μεταξύ τυρού και αχλάδος, διακωμωδώντας τη γνωστή δήλωση ότι «το ελληνικό θέατρο είναι ένα τεράστιο κρεβάτι». Προτού ο ίδιος ο Υπουργός Δικαιοσύνης κατακεραυνώσει παντοιοτρόπως την ιστορικής σημασίας αγόρευση της Εισαγγελέα στη δίκη των δολοφόνων της Ελένης Τοπαλούδη ως αδικαιολόγητα συναισθηματική και μεροληπτική, μία ολόκληρη κοινωνία αναρωτιόταν, (κακόπιστα ή καλόπιστα, πραγματικά δεν ξέρω τι είναι χειρότερο) «Τι έκανε νύχτα με δύο άντρες;»Από τη φρικαλεότητα του «τα ήθελε» ως την δήθεν προστατευτική συγκατάβαση του «δεν πρόσεχες κι εσύ, βρε κοπέλα μου;» η απόσταση είναι μικρότερη από όσο φανταζόμαστε: Στην πραγματικότητα δεν υφίσταται καν, είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος: του αρχαίου -αλλά ακόμα σε ισχύ- εκείνου νομίσματος που αποτιμά την ανδρική σεξουαλικότητα ως φυσική δύναμη, κάτι σαν τα ηφαίστεια και τους σεισμούς -ποιος θα καταδίκαζε τον Εγκέλαδο;- και τη γυναικεία ως ντροπή.

Αυτό το αίσθημα της ντροπής που επικολλάται σαν στίγμα πάνω στη γυναίκα από την πρώτη της περίοδο -ίσως και από πρωτύτερα- ως τον θάνατό της, συνοδεύοντας την ενεργή σεξουαλική της δραστηριότητα αλλά και την όποια βία υφίσταται, είναι στο συγγραφικό στόχαστρο της Γούλα. Θέτει ενώπιόν μας όλα τα στερεότυπα που πλαισιώνουν και ενισχύουν το αφήγημα της πατριαρχίας, σε όλη τη γυμνότητα, τον παραλογισμό, την υποκρισία και την πονηρία τους: Στο επίκεντρο της πλοκής τεχνηέντως εδράζει το γεγονός· ποιο γεγονός; Της κακοποίησης; Για αυτό θα είχε νόημα να ανοίξει μια δημόσια συζήτηση. Όχι, το γεγονός είναι η πράξη αυτοδικίας της Γεωργίας, το συμβολικό ξεγύμνωμα του κακοποιητή, το οποίο απηχεί στο σχολείο όπου εργάζεται, και η διαχείρισή του είναι ποικιλότροπη, άλλοτε καταγγελτική, ενίοτε, όπως προαναφέρθηκε και αλληλέγγυα· κανείς ωστόσο δεν φαίνεται να φρίττει με το κυρίως γεγονός της συστηματικής κακοποίησης και να αναλαμβάνει δράση, αντίθετα όλοι, καθείς με τον τρόπο του και με το δικό του μερίδιο εθελοτύφλωσης, στέκεται στην αυτοδικία.

Παράπλευρα διαμεσολαβημένα αφηγήματα φτάνουν στη Γεωργία και με τη σειρά τους και σε εμάς, ένα από αυτά είναι και εκείνο το θλιβερό και παμπάλαιο στερεότυπο της «άπλυτης φεμινίστριας», όπως και το εκ πρώτης όψεως λογικοφανές Γιατί δεν έφευγε;καθώς και το Γιατί δεν το κατήγγειλες; που αρθρώνεται από τον σύζυγό της. Η απάντηση σε όλα αυτά, και ειδικά στο τελευταίο, δίνεται στις υποσημειώσεις της συγγραφέα: «Το περιπολικό, κυρία μου, δεν είναι ταξί», ήταν η θεσμική απόκριση στην έκκληση για βοήθεια από κατά συρροή κακοποιημένη γυναίκα, που, τι ειρωνεία! λίγα λεπτά αργότερα δολοφονήθηκε στο κατώφλι του αστυνομικού τμήματος όπου είχε προσφύγει. Ώστε η μόνη λύση είναι η αυτοδικία; Αυτό υπαινίσσεται η Ελένη Γούλα; Ίσως, αλλά δεν το υπαινίσσεται η συγγραφέας, το κραυγάζει η πραγματικότητα. Μία πραγματικότητα που γράφεται παράλληλα με τη νουβέλα της -και την προλαβαίνει.

Και αυτό αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του κειμένου, που του προσδίδει την προστιθέμενη αξία του επίκαιρου και του επείγοντος: είναι ένα βιβλίο που ξαναγράφεται και επανεγγράφεται την ίδια στιγμή που γράφεται: ένα αφήγημα εν δυνάμει, ανοιχτό σε νέες εγγραφές και ιστορήματα, μία καίρια προσθήκη σε έναν διάλογο που έχει ανοίξει και δεν θα κλείσει μέχρι να ανοίξει και το τελευταίο κλειστό στόμα, μέχρι να πέσει φως σε όλες τις σκιές, μέχρι η ντροπή και ο φόβος να αλλάξουν οριστικά στρατόπεδο. Μέχρι, παραφράζοντας τα ακροτελεύτια λόγια της συγγραφέα, μία ανθισμένη ροδοδάφνη να κεράσει σε όλους –και κυρίως σε όλες– το άρωμά της.

 

 

[1]Πρόκειται για τον Ν. 3896/2010 (ΦΕΚ Α’ 44) (Άρ. 337-339) – «Εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης».Η συγκεκριμένη πληροφορία καθώς και το κείμενο του νόμου αντλήθηκαν από τον φορέα «Το μωβ» και τον δικτυακό του τόπο tomov.gr. Συγκεκριμένα από την ομιλία της Σίσσυς Βωβού, μέλους του Μωβ, στο θέατρο Σταθμός, μετά την παράσταση του έργου Γάμος του Μάριου Ποντίκα, στις 24-2-20. Περισσότερα εδώ: https://tomov.gr/2020/02/25/na-pantreyteis-to-viasti-soy/
Κατερίνα Θεοδωράτου – Θεατρολόγος

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.