Η ΣΦΡΑΓΙΔΑ
«Πού πάμε μετά;»
«Αν έχετε πληρώσει τη συνδρομή, από δω, αν όχι, εκεί» και του έδειξα τον κοντό κύριο που στεκόταν όρθιος, με την πλάτη γυρισμένη σ’ εμάς, στα δεξιά της πόρτας. Ο συνάδελφος έφυγε προς τα κει. Είχα ήδη πληρώσει τη συνδρομή μου, εγώ πήγαινα, λοιπόν, ευθεία και στην κάλπη – στην εφορευτική επιτροπή, δηλαδή, κι από κει στην κάλπη –, για να προλάβω και το μάθημα. Μπροστά μου όμως, σ’ ένα άλλο θρανίο, χώρια απ’ την εφορευτική, στεκόταν άλλος συνάδελφος με χαρτιά και στιλό. «Συλλέγουμε υπογραφές για ν’ αλλάξουμε το καταστατικό, να ψηφίζουμε ανά δύο χρόνια». Μάλιστα. Το έχουν κάνει κι άλλα σωματεία; ρώτησα. Κάτι άρχισε να λέει με ύφος. Υπέγραψα και κατευθύνθηκα στην κάλπη.
Ψήφισα, πήρα την ταυτότητα από την εφορευτική και πέρασα να πάρω την καινούργια κάρτα μέλους, από τον συνάδελφο εκεί στα δεξιά της πόρτας. Χαιρέτισα, τα τυπικά κι εδώ. Είπα το όνομα, ο συνάδελφος έκανε τον έλεγχο και μου έδωσε την κάρτα. «Βάζεις τη φωτογραφία μόνος σου» είπε. Η κάρτα ήταν ήδη σφραγισμένη. Μα δε θα φαίνεται πως η φωτογραφία δεν έχει σφραγίδα; σκέφτηκα. Το είπα του συνάδελφου. Κανείς δεν έχει κάνει παράπονο ως τώρα, απάντησε. «Έχω μαζί μου φωτογραφία», είπα, «αν γίνεται να την κολλήσουμε σε μια ασφράγιστη κάρτα και να βάλουμε σφραγίδα από πάνω. Επειδή την χρησιμοποιώ συχνά», συνέχισα παρακλητικά, πίσω μου ήδη σχηματιζόταν ουρά, «δεν θέλω να δίνω δικαιώματα για υποψίες κι εκνευρισμούς». Ο συνάδελφος έγνεψε με συγκατάβαση και μ’ έστειλε στα άλλα μέλη της διοίκησης – αυτός, πράγματι, δεν είχε ούτε σφραγίδα, ούτε ασφράγιστες κάρτες, ούτε κόλλα και σχετική ύλη. Χαμογέλασα εγκάρδια, χαιρέτισα κι έφυγα.
Το μάθημα άρχιζε σε πέντε λεπτά. Ήθελα περίπου εφτά λεπτά γρήγορο περπάτημα για να φτάσω, αν έφευγα τώρα. Βασίστηκα στον καλό χαρακτήρα και την κατανόηση του παιδιού και σκεπτόμενος ότι δεν θα καθυστερήσω πολύ, έτρεξα να βρω τον Μπάμπη – όλα τα μέλη του ΔΣ, που ήταν εκ νέου υποψήφιοι, κάπου εκεί γύρω ήταν.
Πράγματι, ο Μπάμπης ήταν στο πρώτο πηγαδάκι βγαίνοντας απ’ την αίθουσα ψηφοφορίας. Μιλούσε και χειρονομούσε με το άνετο ύφος του έμπειρου σ’ αυτά ανθρώπου. Μπήκα σφήνα, έγνεψα σ’ όλους – και όλες – ένα χαμόγελο και στράφηκα στον Μπάμπη. Αυτός, μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία μου, σταμάτησε, πέρασε το χέρι του στον ώμο μου και με χτύπησε φιλικά: «Εντάξει;» «Ναι, ναι… Να σου πω, γίνεται να κολλήσουμε τη φωτογραφία πάνω σε μια ασφράγιστη κάρτα και να τη σφραγίσουμε», του είπα, σχεδόν με μια ανάσα και του έδειξα. «Επειδή τη χρησιμοποιώ συχνά, δεν θέλω να δίνω δικαιώματα» επανέλαβα. Το βλέμμα του ήταν εξεταστικό, όσο του τα έλεγα αυτά – η αλήθεια είναι πως κι εγώ ένιωθα άβολα, σχεδόν το ένιωθα όλο αυτό ως μια ιδιοτροπία δικιά μου· αφού, όπως είπε ο προηγούμενος συνάδελφος, κανείς δεν έχει κάνει παράπονο, άρα κανείς δεν είχε αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα – ούτε εγώ δηλαδή, ως τώρα, όταν μου ξανάτυχε, μόνο κάποια βλέμματα λίγο επίμονα, που για λίγο σε αμφισβητούσαν… «Πάμε να βρούμε τον Τίτο, αυτός έχει τη σφραγίδα», είπε βγάζοντάς με από την αμηχανία μου. Συγκατάνευσα μ’ ένα χαμόγελο και τον ακολούθησα.
Ο Τίτος, ο πρόεδρος, ήταν λίγο πιο πέρα, μπροστά από το τραπεζάκι του συνδυασμού. Μπήκαμε πάλι σφήνα, ο Μπάμπης του ζήτησε μια ασφράγιστη κάρτα και τη σφραγίδα, αυτός μου ανταπέδωσε το χαμόγελο και τον χαιρετισμό κι έβγαλε από την τσάντα του ένα πακέτο πιασμένο με λαστιχάκι λάτεξ, τράβηξε μια κάρτα, έριξε το πακέτο μέσα κι έβγαλε τη σφραγίδα. «Συρραπτικό έχουμε;» ρώτησε ο Μπάμπης. «Όχι εδώ» είπε ο άλλος ψάχνοντας και στην τσάντα και ρίχνοντας ένα ερωτηματικό βλέμμα στους καθήμενους «αλλά μπορεί να έχει, έχει τα κλειδιά του γραφείου του διευθυντή ο Μπουλβάρος. Πηγαίνετε κι ελάτε να τη σφραγίσουμε».
«Πάμε» είπε ο Μπάμπης και με τράβηξε. «Να σου πω» τον έκοψα, μόλις απομακρυνθήκαμε λίγα βήματα, «δεν επείγει. Να σου τη φέρω αύριο έτοιμη να τη σφραγίσεις. Θέλω να την πλαστικοποιήσω και τα μεταλλικά κλιπ δεν περνάνε απ’ το μηχάνημα». Ήταν επείγον εκείνη τη στιγμή να φύγω, σφαίρα, για να προλάβω τσίμα τσίμα το μάθημα. «Πάμε να τελειώσουμε τώρα τη δουλειά» επέμεινε ο Μπάμπης «γιατί τη σφραγίδα την κρατάει ο πρόεδρος και δεν την κουβαλάει μαζί του. Κι αφού γίνεται να τελειώσουμε τώρα τη δουλειά γιατί να το αναβάλουμε;» «Από αύριο μπορεί να είσαι εσύ πρόεδρος» του είπα με τόνο θριαμβικό κι αισιόδοξο – εξάλλου, μόλις τον είχα ψηφίσει – «και μετά, σου είπα, δεν θέλω συρραπτικό, γιατί θα μου σκιστεί ή …» Μου έδειξε ένα χαμόγελο αποδοχής και σαν κατανόησης. Δεν είπε κάτι, η έκφραση στην όψη του, η εξωτερίκευση, η έκφραση μιας έκλαμψης – παρατήρηση-ζύγιασμα, σμίξιμο φρυδιών, ελαφρώς κάμψη των βλεφάρων, ελαφρώς ανασήκωμα και τράβηγμα του σώματος προς τα πίσω. Σαν να σου λέει Κρίμα… Αυτό ακριβώς, κατανόηση… Κι εσύ να νιώθεις σαν να σε έχουν κάνει τσακωτό και να σε διαπομπεύουν – πού ήταν κρυμμένοι όλοι αυτοί…; Όμως το μάθημα…
Μ’ έπιασε απαλά από το μπράτσο, λίγο πάνω απ’ τον αγκώνα, με τα δυο χέρια, και με τράβηξε σιγά από την αδράνειά μου πάλι. Ακολούθησα τη φορά, απρόθυμα αλλά δεν το ’δειξα. Θα ’πρεπε να τηλεφωνήσω, να δικαιολογηθώ, ότι θ’ αργήσω λίγο, γιατί…, γιατί… Η παραίτηση με ρούφηξε. Άσ’ τα όλα.
Βρήκαμε τον Μπουλβάρο σ’ ένα άλλο πηγαδάκι, λίγο πιο πέρα. Ο Μπάμπης με παρέδωσε εξηγώντας του στα γρήγορα. Ο άλλος ευχαρίστως με πήρε, «έχω τα κλειδιά τού γραφείου του διευθυντή, σίγουρα κάτι θα βρούμε» είπε. Ακολούθησα χωρίς να πω τίποτα. Ήταν ένα μικρό γραφείο στο ισόγειο, μια από τις ίδιες πόρτες που είχα δει άπειρες φορές. Στάθηκα στην πόρτα, δεν μπήκα μέσα, τον παρακολουθούσα καθώς έψαχνε και μου μίλαγε ήρεμα, ότι του μύρισε κλεισούρα, ότι η επιφάνεια του επίπλου ήταν «καθαρή», δοκίμαζε τα συρτάρια, τα οποία ήταν κεντρικά κλειδωμένα. «Σταθήκαμε άτυχοι», είπε τελικά. «Δεν πειράζει», απάντησα, «δεν επείγει, θα την φτιάξω στο σπίτι και θα τη δώσω του Μπάμπη να τη σφραγίσει». «Εντάξει» είπε, «κρίμα που δεν μπορέσαμε να τελειώσουμε τη δουλειά».
Κίνησα βιαστικά και παρακαλούσα μέσα μου να μη βρω κανέναν. Έσκυψα το κεφάλι κι ούτε κοιτούσα δεξιά αριστερά, για να δώσω την εικόνα ανθρώπου που βιάζεται, οπότε άσ’ τον να πάει στη δουλειά του. Μόλις έφτασα στα σκαλιά, άκουσα να με φωνάζουν. Ο Μπάμπης, είχε προωθηθεί ως εδώ. «Όλα εντάξει;» είπε και μου έδειξε ένα χαμόγελο ικανοποίησης. «Όχι» είπα ανταποδίδοντας συγκρατημένα. «Είχε κλειδωμένα τα συρτάρια και δε βρήκαμε κόλλα. Θα την ετοιμάσω εγώ και θα στη δώσω μέσα στη βδομάδα για να τη σφραγίσεις. Όλα εντάξει, Μπάμπη, δεν υπάρχει βιασύνη». «Δεν είναι αυτό» είπε λυπηρά, «πρέπει να τελειώνουμε τις δουλειές ενώ μπορούμε. Κάτσε να…» «Δε γίνεται, Μπάμπη μου, βιάζομαι κι έχω ήδη αργήσει» του είπα κι έφυγα χτυπώντας τον στον ώμο αντί χαιρετισμού.
Όσο κι αν βιαζόμουν ήξερα ότι το μάθημα το είχα χάσει – είχαν περάσει ήδη είκοσι λεπτά κι ακόμη είχα κάνα δεκάλεπτο περπάτημα. Μόλις απομακρύνθηκα λίγο, έβγαλα το τηλέφωνο και κάλεσα. Καμία απάντηση. Κάλεσα στο σταθερό. Βγήκε η μητέρα του παιδιού. Της εξήγησα τι έτυχε, γιατί καθυστέρησα. Αυτή κατανοούσε απολύτως, αλλά ο μικρός είχε βγει, και να βρούμε κάποια μέρα να αναπληρώσουμε. Φυσικά. Χαιρέτισα αφού ζήτησα συγνώμη άλλη μια φορά κι έκλεισα. Δεν υπήρχε πλέον βιασύνη· είχα περίπου μια ώρα για σκότωμα.
Τα αποτελέσματα κοινοποιήθηκαν το επόμενο πρωί. Θρίαμβος για τα προηγούμενα σχήματα, ενισχύθηκαν χωρίς ν’ αλλάξουν οι συσχετισμοί. Σε μεγάλο βαθμό αναμενόμενο. Όσο για την κάρτα, την ετοίμασα το ίδιο βράδυ, μόλις γύρισα στο σπίτι. Έκοψα με προσοχή τη φωτογραφία, επάλειψα με κόλλα όλη την πίσω επιφάνεια και την κόλλησα με τέλεια ακρίβεια στο πλαίσιο της φωτογραφίας. Έλειπε μόνο η σφραγίδα· μόλις θα γινόταν κι αυτό θα την περνούσα κι ένα προστατευτικό πλαστικό κάλυμμα· ως τότε με προσοχή στο πορτοφόλι, να μη σκιστεί, να μην τσαλακωθεί, να μην ξεκολλήσει η φωτογραφία.
Ήταν Παρασκευή. Λόγω και του φόρτου εργασίας, ούτε που μου πέρασε από τον νου να αναζητήσω τον Μπάμπη (το θυμήθηκα αργά το απόγευμα, σαν μια υπόμνηση για την ερχόμενη εβδομάδα). Το πέρασα στην ατζέντα: Τετάρτη, 13/11, βρες τον Μπάμπη για την κάρτα. Μεσοβδόμαδα, θα είχαν περάσει και οι πρώτες ημέρες της επανεκλογής, θα είχαν μπει σε μια ρουτίνα, ορθός και πρέπων υπολογισμός.
Την Τετάρτη, 13/11, δεν πρόλαβα να περάσω από τον Μπάμπη. Σημείωσα ξανά την Πέμπτη, 14/11. Ο Μπάμπης απουσίαζε. Σημείωμα με ερωτηματικό για Παρασκευή και πάλι για Δευτέρα, 18/11. Ούτε τη μία κατάφερα να πάω ούτε την άλλη. Την Τρίτη, 19/11, πέρασα και μου είπαν ότι ο Μπάμπης τις Τρίτες τρέχει για δουλειές του σωματείου (το ίδιο και τις Πέμπτες). Κάπως έτσι πέρασε κι εκείνη και η επόμενη εβδομάδα.
Σχεδόν το είχα ξεχάσει, είχε μπει ο Δεκέμβρης και είχαμε φτάσει στα μέσα του. Ένα απόγευμα πέτυχα τον Μπάμπη τυχαία στο σχόλασμα, στην εξωτερική πύλη. Ήταν μαζί με μια συναδέλφισσά του, δεν την γνώριζα. Εγώ μόλις είχα κατέβει, μαζί με τη Βίβιαν, μια φίλη συναδέλφισσα, τα εξωτερικά σκαλιά – τη δικιά μας είσοδο. Περπατούσαν αργά και συζητούσαν. Η όψη του έδειχνε σοβαρή, σχεδόν σκυθρωπή. Μόλις τον είδα τινάχτηκα, εξήγησα στη φίλη και βιάστηκα να τον προλάβω.
Χαιρέτισα από κοντά. Βγήκε απ’ τις σκέψεις του, μάλλον, απότομα. «Να σου δώσω την κάρτα», του θύμισα, «σφράγισέ την και μου την φέρνεις αύριο ή όποτε μπορέσεις». Μπήκε αμέσως σε φάση. «Αύριο δεν θα βρίσκομαι στην υπηρεσία» μου είπε «κι από βδομάδα θα χρειαστεί να λείψω για κάποιο διάστημα εκτός». «Α, καλά» έκανα. «Πότε θα μπορέσεις; Αν γίνεται να προλάβουμε τις γιορτές…». Με κοίταζε με το ίδιο στοχαστικό βλέμμα κατανόησης. «Άκου τι θα κάνουμε» είπε. «Θα μου δώσεις την κάρτα και θα την δώσω εγώ στη φίλη του Τίτου, εργάζεται μαζί μας. Και πετάγεται αυτή κάποια στιγμή και σ’ τη δίνει». Έγνεψα ναι κι έβγαλα και του έδωσα την κάρτα. Αυτός, βάζοντάς την στο πορτοφόλι του, σαν κάτι να θυμήθηκε, έβγαλε και μου έδειξε τη δική του. «Εγώ αυτήν χρησιμοποιώ» είπε κι άφησε τη φράση μετέωρη. Η φωτογραφία ήταν κομμένη σε μικρό τραπέζιο (όχι τετράγωνο) σχήμα και ήταν πιασμένη με μεταλλικό συρραπτικό. Έβαλε την κάρτα πάλι στο πορτοφόλι του και πίσω στο παλτό. «Λοιπόν, εντάξει. Θα τα ξαναπούμε» είπε παίρνοντας την κοπέλα από το μπράτσο, συνεχίζοντας τη συζήτησή τους. (Αργότερα έμαθα πως την κοπέλα την υποχρέωναν, ξαφνικά και χωρίς πειστικές εξηγήσεις, να πηγαίνει για τρεις μέρες την εβδομάδα σε περιφερειακό σχολείο.)
Παρασκευή, 19/12, ήμουν σε μία από τις αίθουσες του σχολείου. Είχα δίωρο συνεχόμενο μάθημα και είχα παραμείνει εκεί κατά τη διάρκεια του διαλείμματος· τέλος εβδομάδας και τα αποθέματα ψυχικής αντοχής είχαν φτάσει στο ναδίρ. Πλησίαζε μεσημέρι. Τσιμπολογούσα ανόρεχτα ένα σάντουιτς, όταν είδα τη Βίβιαν να έρχεται σ’ εμένα. Ένα φιλικό πρόσωπο σαν να φώτισε τη θολούρα μου· χάρηκα. «Πώς είσαι;» είπε. «Δεν ήρθες μέσα στο διάλειμμα». «Είμαι εδώ και για την επόμενη ώρα· προτιμώ να μείνω εδώ παρά να έρθω εκεί στη βαβούρα». «Σε καταλαβαίνω απόλυτα. Αφήσανε αυτό πάνω στο γραφείο σου» είπε δίνοντάς μου την κάρτα. «Κάποια από τον κάτω όροφο». Η φίλη του Τίτου. Όπως είχε υποσχεθεί ο Μπάμπης. Πήρα την κάρτα και την περιεργάστηκα. Το κυκλικό σχήμα μπλε μελανιού, αλλού έντονο, αλλού διακεκομμένο, στο χαρτόνι και στη φωτογραφία.
Προσπαθούσα να διακρίνω τα γράμματα, έτσι σαν άσκηση εγρήγορσης, για να ξεθολώσει το μυαλό μου. Και τότε το παρατήρησα: τεμνόμενοι κύκλοι, ναι φαινόταν καθαρά, ένας, δύο, τρεις, τέσσερεις. Τέσσερεις μπλε κύκλοι που σε σημεία εφάπτονταν και τέμνονταν. Τέσσερεις σφραγίδες αποτυπωμένες στο χαρτί και στη φωτογραφία. Φαντάστηκα τη σκηνή…
Όλη η ένταση της ημέρας, των ημερών, της εβδομάδας, των εβδομάδων κατά τη διάρκεια των οποίων σκοτίστηκα με την κάρτα αυτή, η ένταση των μηνών, των χρόνων που σαν αρουραίοι ροκάνισαν το σώμα και την ψυχή μου σ’ αυτή την υπηρεσία, χύθηκε, με πλημμύρισε στη θέα των τεμνόμενων αυτών μπλε κύκλων. Ένα τρανταχτό, σαρκαστικό γέλιο μου βγήκε αυθόρμητα. Τα παιδιά που είχαν παραμείνει μέσα στην αίθουσα, μαζεμένα γύρω και πάνω από το καλοριφέρ στο βάθος, με κοίταξαν περίεργα. Ζήτησα συγνώμη. «Τι σου ήρθε πάλι;» είπε σιγά η Βίβιαν, γελώντας με απορία.
Κωνσταντίνος Μπέης
