You are currently viewing Κωνσταντίνος Μπέης: Σοφοκλέους, Αντιγόνη, στ. 332-375/6 («Ωδή στον Άνθρωπο»)

Κωνσταντίνος Μπέης: Σοφοκλέους, Αντιγόνη, στ. 332-375/6 («Ωδή στον Άνθρωπο»)

Σοφοκλέους, Αντιγόνη, στ. 332-375/6 («Ωδή στον Άνθρωπο»)[1]

 

πολλὰ τὰ δεινὰ κοὐδὲν ἀν-

θρώπου δεινότερον πέλει·

τοῦτο καὶ πολιοῦ πέραν

πόντου χειμερίωι νότωι335

χωρεῖ, περιβρυχίοισιν

περῶν ὑπ’ οἴδμασιν, θεῶν

τε τὰν ὑπερτάταν, Γᾶν

ἄφθιτον, ἀκαμάταν ἀποτρύεται,

ἰλλομένων ἀρότρων ἔτος εἰς ἔτος, 340

ἱππείωι γένει πολεύων.

 

κουφονόων τε φῦλον ὀρ-

νίθων ἀμφιβαλὼν ἄγει

καὶ θηρῶν ἀγρίων ἔθνη

πόντου τ’ εἰναλίαν φύσιν.              345

σπείραισι δικτυοκλώστοις

περιφραδὴς ἀνήρ· κρατεῖ

δὲ μηχαναῖς ἀγραύλου

θηρὸς ὀρεσσιβάτα, λασιαύχενά θ’

ἵππον ὑπαγάγετ’ ἀμφίλοφον ζυγὸν 350

οὔρειόν τ’ ἀκμῆτα ταῦρον.

Πολλά τα θάματα, κανένα

σαν τον άνθρωπο θάμα δεν βρίσκεις.

Τούτος του αφρισμένου πόντου

πέρασμα, μες στους νοτιάδες του χειμώνα,

βρίσκει, μέσ’ απ’ τις σπηλιάδες

τρυπώνει των κυμάτων· και των θεών

την υπερτάτη όλων, Γη

την άκοπη, αμείωτη, αποψιλώνει,

με κυλιόμενα άροτρα από έτος σ’ έτος,

δαμάζοντας τα γένη των αλόγων.

 

Τα κουφιοκέφαλα πτηνά και

τ’ άγρια τα θηρία σε βρόχους

σέρνει σπειροειδείς· θαλάσσια

πλάσματα, του πόντου το ενάλιο άνθος,

αγρεύει, πλάσμα περιφραδές,

στριφτόνους· κυριαρχεί με μηχανές

παγίδες στήνει στα όρη,

τον βαθυχαίτη ίππο και του βουνού τ’ αγρίμι

καθυποτάσσει, και περνά ζυγόδιπλόν

στον ορεσίβιο ακμαίο ταύρο.

 

343: ἄγει Ω: ἀγρεῖNauck (ἀγρεύειschol.)
350: ὑπαγάγετ’ Griffith: ἄξεται Ω: ἕξετ’ orἕξεται Φ: ὀχμάζεταιSchöne
351: ἀκμῆτα Φ:ἀδμῆτα Ω

 

 

καὶ φθέγμα καὶ ἀνεμόεν

φρόνημα καὶ ἀστυνόμους

ὀργὰς ἐδιδάξατο, καὶ δυσαύλων

πάγων ὑπαίθρεια καὶ 355

δύσομβρα φεύγειν βέλη,

παντοπόρος·ἄπορος ἐπ’ οὐδὲν ἔρχεται

τὸ μέλλον· Ἅιδα μόνον

φεῦξιν οὐκ ἐπάξεται,

νόσων δ’ ἀμηχάνων φυγὰ ς360

ξυμπέφρασται.

 

σοφόν τι τὸ μηχανόεν

τέχνας ὑπὲρἐλπίδ ’ἔχων

τοτὲ μὲν κακὸν, ἄλλοτ’ ἐπ’ ἐσθλὸν ἕρπει.

νόμους γεραίρων χθονός 370

θεῶν τ’ ἔνορκον δίκαν

ὑψίπολις· ἄπολις ὅτωι τὸ μὴ καλὸν

ξύνεστι τόλμας χάριν.

μήτ’ ἐμοὶ παρέστιος

γένοιτο μήτ’ ἴσον φρονῶν 375

ὃς τάδ’ ἔρδει.

Και γλώσσα κι αιθέριο

στοχασμό και τάξη έννομη

δίδαξε. Πώς την αφιλόξενη ύπαιθρο

να κτίζει και πώς τα βέλη

των θυελλών να αποφεύγει,

παντοτεχνίτης· άτεχνος δεν έρχεται

στο μέλλον, του Άδη μόνο

διαφυγή δεν θα ποριστεί,

αλλά τις νόσους να διαφεύγει

μπόρεσε.

 

Σοφά και εντέχνως

παρ’ ελπίδα επινοεί

κι άλλοτε στο κακό άλλοτε στο καλό

πηγαίνει. Νόμους του τόπου

σαν τιμά και των θεών τη δίκη,

πρωτοπολίτης· άπατρις όποιος τολμά

να σμίγει με το αντίκαλο.

Μακριά απ’ την εστία,

μακριά από τον νου, όποιος τέτοια

έπραξε.

 

Ερμηνευτικό σημείωμα[2]

 

Το πρώτο στάσιμον της Αντιγόνης του Σοφοκλή (διδάχθηκε στα Μεγάλα Διονύσια το 442/441) – δεύτερο χορικό μετά την είσοδο του Χορού (Πάροδος) –, με αφορμή την προηγηθείσα γνωστοποίηση της μυστηριώδους ταφής του Πολυνείκη, υμνεί την ανθρώπινη επινοητικότητα, το ανθρώπινο δαιμόνιο. Πρόκειται για το πιο διάσημο, ίσως, χορικό άσμα της αρχαίας τραγωδίας, γνωστό και ως «Ωδή στον Άνθρωπο» (βλ. Brown, 1987, 153-157· Griffith, 1999, 179-190). Ο Griffith σημειώνει σχετικά (ό.π., 179-181):

[…] Ο λόγος είναι σε όλο το χορικό τόσο γενικός ώστε οι νεότεροι κριτικοί διαφωνούν ριζικά στην ερμηνεία, ενώ υπάρχει ομοφωνία ως προς το ότι πρόκειται για υψηλή ποίηση. Η θεώρηση του «Ανθρώπου» (333 ἄνθρωπος, 347 ἀνήρ) από τους Γέροντες είναι θετική, αρνητική, μικτή ή ουδέτερη; (Ή για να το θέσουμε αλλιώς, πώς πρέπει να μεταφράσουμε τη λέξη-κλειδί του αρχικού στίχου, δεινά: «θαύματα» (“wonderful”), «φοβερά» (“terrible”), «παράξενα» (“strange”), ή «απίστευτα» (“extraordinary”);) Και ποιο είναι το αληθινό νόημα των στίχων 368-371, που είναι η γέφυρα με το συγκεκριμένο συγκείμενο (πρβλ. 374 ἐμοί, 376 ὅςτάδ’ ἔρδει); Τι και ποιον [ή ποιαν] πρέπει να έχουμε στον νου, όταν ο Χορός λέει «Νόμους του τόπου σαν τιμά και των θεών τη δίκη» (368-9), κι αντίστοιχα παρακάτω, «τολμά να…» (373 ξύνεστι τόλμας…);

Ορισμένοι θεωρούν ότι η προοπτική στο χορικό υπερβαίνει εκείνη των Γερόντων της Θήβας, ότι πρόκειται για τις απόψεις του ίδιου του Σοφοκλή· ή ακόμη ότι το χορικό το είχε συνθέσει ο Σοφοκλής ως ένα αυτοτελές έργο, μια λυρική σύνθεση tourdeforce για την ανθρώπινη κατάσταση, που δεν έχει ιδιαίτερη σχέση με τη συγκεκριμένη τραγωδία (έτσι ο Brown, 1987). Αλλά δεν είναι ανάγκη να καταφύγουμε σε αντίστοιχα απεγνωσμένες κριτικές ακροβασίες. Μπορούμε, εξάλλου, να διαβάσουμε την ωδή (όπως πολλές άλλες στις τραγωδίες) από μια διπλή προοπτική, τόσο ως μια προσπάθεια της ομάδας αυτής των Θηβαίων γερόντων να κατανοήσουν όσα μόλις έχουν δει κι ακούσει, όσο και ως μια περίπλοκη κι ανοιχτή λογική / γλωσσική δομή, μέσω της οποίας ο Σοφοκλής μας δίνει τη δυνατότητα να διερευνήσουμε ευρύτερα θέματα που εγείρονται από τη συγκεκριμένη κατάσταση. Στη χορική ποιητική παράδοση, το κοινό ήταν συνηθισμένο να χρησιμοποιεί το λογικό και τη φαντασία για να κάνει τις απαραίτητες συνδέσεις μεταξύ υπαινικτικών μύθων, ή αξιωματικών (free-standing) ηθικών γενικεύσεων, και της συγκεκριμένης περίστασης της παράστασης. Ώστε, εν προκειμένω, οι ειρωνείες και τα παράδοξα που αναφαίνονται, όσον αφορά διαφορετικούς «δημιουργούς» (‘authors’) και διαφορετικά κοινά της ωδής, καθώς και οι σαρωτικές θεωρήσεις που είναι ανοιχτές στην ερμηνεία, με κανέναν τρόπο δεν μας απομακρύνουν από την άμεση δραματική περίσταση και λειτουργία.

Στη σκηνή που προηγήθηκε (Α΄Επεισόδιον), η απορία και ο φόβος των Γερόντων του Χορού ήταν εμφανή, κι αυτά τα ανάμικτα συναισθήματα εξακολουθούν να δίνουν τον τόνο στην περιγραφή του «Ανθρώπου» και των επιτευγμάτων του σ’ όλη την ωδή. Βλέπουν τον «Άνθρωπο» ως ηθικά διττό, ικανό αλλά με ελαττώματα. Με το ξύνεστι τόλμας… (373) εννοούν συγκεκριμένα την ευφυή αλλά παράνομη επιτέλεση ταφής του νεκρού Πολυνείκη (πρβλ. 248 ὁ τολμήσας τάδε, 59 νόμου βίᾳ, 287 νόμους διασκεδῶν)· και φοβούνται πως όποιος το έπραξε αυτό (375· πρβλ. 262, 302, 321) μπορεί να προκαλέσει καταστροφή στον ίδιο και στη Θήβα (372 ἄπολις). Αυτό, μπορούμε να πούμε, είναι και το «επιφανειακό» νόημα του χορικού – αυτό που οι Γέροντες θέλουν (intend) να πουν.

Όμως, αν το εξετάσουμε από την ευνοϊκότερη οπτική γωνία των αναγνωστ(ρι)ών / θεατ(ρι)ών, πολλά απ’ όσα λένε οι Γέροντες παίρνουν τελείως διαφορετική σημασία (ακόμη κι αν συμμεριζόμαστε την δική τους οπτική γωνία, τουλάχιστον κατά διαστήματα): μπορούμε να δούμε πράγματα που αυτοί δεν βλέπουν. Γνωρίζουμε ποιος [=ποια] επιτέλεσε την ταφή, και γιατί – το τόλμημα που κατόρθωσε ήταν απόδειξη όχι μόνο της ανθρώπινης ευφυΐας, αλλά και ευσέβειας και θάρρους (ή κι ακόμη τύχης ή θεϊκής εύνοιας· πρβλ. 278-9)· και δεν είχε πρόθεση να ανατρέψει την έννομη τάξη, τους «νόμους του τόπου», όσο να τους τηρήσει εμπράκτως (23-4, 74-7· πρβλ. 454-7). Αντιθέτως, η εικόνα του ζηλωτή εκπολιτιστή (κυνηγός, δαμαστής, χτίστης, δάσκαλος), μπορεί να μας θυμίσει (αν όχι και στους Γέροντες) τον Κρέοντα, τῳ όντι «πρωτοπολίτη» (368-70· πρβλ. 1160-71) δια της αφοσίωσης στους νόμους και τους θεούς της πόλης (367-9, πρβλ. 175-83, 285-8, 510 κ.ε.). Πρβλ. Goheen 1951: 54-6, Segal 1964.

Η ωδή παρουσιάζει εξίσου ενδιαφέρον κι ως ένα ντοκουμέντο της «ιστορίας των ιδεών». Συνιστά ένα από τα πρωιμότερα δείγματα του διαρκούς ενδιαφέροντος των αρχαίων Ελλήνων για την εξέλιξη των ανθρώπινων κοινωνιών καθώς και για την αντίθεση μεταξύ φύσης (φύσις) και πολιτισμού (νόμος), κεντρικά θέματα για τα νέα επιστημονικά, ανθρωπολογικά, και πολιτικά ρεύματα των μέσων του 5ου αιώνα. Αν και η ωδή δεν παρουσιάζει μια συνεχή εξελικτική αφήγηση, όπως στον Πρωταγόρα του Πλάτωνα, 320c-322d, ή στον Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου 442-506 (πρβλ. Guthrie 1971: 60-68, 79-84, A. T. Cole, Democritus and the sources of Greek anthropology (APAMonogr 25, 1967)), δίνει όμως έναν παρόμοιο αναλυτικό κατάλογο των ανθρώπινων επιτευγμάτων, που διακρίνει τα ανώτερα στάδια τού πολιτισμού από τη ζωή των θηρίων και κορυφώνεται στον πολιτικό βίο, τη δικαιοσύνη, και τον νόμο (370 νόμους, 371 δίκαν, 372 ὑψίπολις, ἄπολις). Εδώ, εμφανέστερα απ’ ό,τι στις άλλες σχετικές αναφορές, η ηθικά διττή / αμφίπλευρη (ambiguous) σημασία της τεχνολογίας (ειδικά στ. 362-63 τὸ μηχανόεν τέχνας) και της ανθρώπινης επινοητικότητας εν γένει, τονίζεται εμφατικά: ο πολιτισμός παρουσιάζεται ως μια επιθετική / αρπακτική διαδικασία καθυπόταξης της φύσης (338-39, 343, 347). Ώστε, ενώ τα «θά(ύ)ματα» της αρχιτεκτονικής, της ιατρικής, της γλώσσας και του νόμου αναγνωρίζονται, εξίσου αναγνωρίζεται κι η «φοβερή» παρόρμηση του ανθρώπου για κυριαρχία και για εξώθηση πέραν των παραδεδεγμένων ορίων: οὐδὲν ἀνθρώπου δεινότερον. Βλ. ακόμη, ειδ. Benardete 1975, Burton 1980: 95-104, Segal 1964, 1981: 152-66.

 

Βιβλιογραφική αναφορά

Brown, A. (επιμ.) (1987). Sophocles: Antigone. (1987). Εισαγωγή – Κριτικό υπόμνημα – (αγγλική) μετάφραση – Σχόλια:  Andrew Brown. Warminster: Aris &Phillips.
Griffith, M. (επιμ.) (1999). Sophocles: Antigone. (1999). Εισαγωγή – Κριτικό υπόμνημα – Σχόλια: Mark Griffith. Κέιμπριτζ: Cambridge University Press.

 

[1] Το πρωτότυπο κείμενο είναι από την κριτική-ερμηνευτική έκδοση του Griffith (1999, Cambridge University Press)
[2] Το μεγαλύτερο μέρος του Σημειώματος αποτελεί μετάφραση του σχετικού αποσπάσματος της κριτικής-ερμηνευτικής έκδοσης του Griffith (1999, CambridgeUniversityPress). Έχω αφαιρέσει μόνο ενδοκειμενικές παραπομπές (στα Σχόλια ή την Εισαγωγή της έκδοσης).

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.