Τι είναι “αναβίωση”; Ξαναζωντάνεμα, θα λέγαμε στα ελληνικά μιας διαλέκτου της λαϊκής αγοράς. Την ανάσταση του Λαζάρου δεν τη λέμε αναβίωση. Αυτό το λέμε θαύμα. Ένα τέτοιο λοιπόν θαύμα επίκειται στο φετεινό Αργολικό περίφημο θέατρο, όπου «θα αναβιωθεί η Μήδεια για μία μοναδική παράσταση, εξήντα πέντε χρόνια μετά τη θρυλική παραγωγή του 1961 με τη Μαρία Κάλλας στον ομώνυμο ρόλο, σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή, σκηνικά και κοστούμια Γιάννη Τσαρούχη και χορογραφία Μαρίας Χορς», λέει και συνεχίζει η είδηση: «…εξερευνά την έννοια της όπερας του μέλλοντος μέσα από τη μήτρα του παρελθόντος, … επιλέγει να αναβιώσει τη Μήδεια του 1961 με τα υλικά τού σήμερα. Μέσα από τα βιβλία σκηνοθεσίας του Μινωτή, τα σχέδια του Τσαρούχη, καθώς και το πλούσιο φωτογραφικό υλικό που σώζεται από τις θρυλικές παραστάσεις της Κάλλας στην Επίδαυρο, επιχειρείται μια ανασύνθεση της παράστασης, όπως την εμπνεύστηκαν και την παρουσίασαν οι μυθικοί εκείνοι καλλιτέχνες που σφράγισαν τον ελληνικό πολιτισμό..» Το «όπως την εμπνεύστηκαν» δεν κείται πολύ μακράν του μακρόν, αφού τα τετράδια του Μινωτή, τα σχέδια του Τσαρούχη και οι φωτογραφίες θα μπουν στο θεωρητικό μικροσκόπιο των νέων δημιουργών, αλλά το «όπως την παρουσίασαν» αγγίζει το θαύμα του Λαζάρου.
Δηλαδή, φαντάζομαι θα κατασκευαστεί ένα αντίγραφο του σκηνικού, με διαφορετικά βέβαια υλικά από το πρωτότυπο, η μουσική είναι η ίδια, γιατί στην όπερα τα μουσικά έργα είναι ίδια διακόσια-τριακόσια χρόνια, εκτελεσμένο όμως από σύγχρονους μουσικούς ερήμην του πνεύματος της σκηνοθεσίας του τότε σκηνοθέτη (που όταν πήγε η Βουγιουκλάκη στην Επίδαυρο, ως πρωταγωνίστρια, είπε το αμίμητο «Η Επίδαυρος δεν είναι η πηγή της Κανάθου, όπου ανακτούν οι πρωταγωνίστριες την παρθενία τους»), η μιζανπλάς θα ανακτηθεί από φωτογραφικά κυρίως ντοκουμέντα, πιθανόν με τη βοήθεια της Τεχνητής Νοημοσύνης, την Μαρία Κάλλας θα υποδυθεί Ιταλίδα καλλιτέχνις (όπως πχ η Παπουτσάκη υποδύθηκε τη Βουγιουκλάκη, που είπαμε παραπάνω), περί χορογραφίας δεν αναφέρεται τίποτα, δεν γίνεται λόγος για να μη σηκωθεί η Μαρία Χορς από τον τάφο και τους πάρει στο κυνήγι. Σέβομαι τους εμπλεκόμενους καλλιτέχνες, εκτιμώ το καλλιτεχνικό παρελθόν τους (μερικοί είναι και φίλοι μου) και καταλαβαίνω την αποτόλμηση, να «αναβιώσουν» μια παράσταση των Κάλλας-Μινωτή-Τσαρούχη-Χορς. Δουλειά είναι, φαντάζομαι θα πληρωθούν ικανοποιητικά, και δεν είναι λίγο η σύνδεση του ονόματός μας με τον συγκεκριμένο θεατρικό χώρο. Όμως, οι περισσότεροι εξ αυτών, ξέρουν πολύ καλά, ότι η παράσταση δεν είναι μόνο όψη και τεχνικές προδιαγραφές, είναι κυρίως «αίσθησις» (όπως εκείνη του Καβάφη η «αγαπημένη αίσθησις»), συγχρωτισμός πνευμάτων και περιρρέουσας ατμόσφαιρας. Η «μυθική» εκείνη παράσταση, για να γίνει μυθική είχε ένα σωρό λεπτομέρειες (ιστορικές, αισθητικές, κοινωνικές κλπ κλπ) που την κατέστησαν μυθική. Λεπτομέρειες, που είναι αδύνατον να ανακτηθούν. Ακόμη, το κυριώτερο, το κοινό του τότε και του τώρα είναι αλλαντάλλα. Εκείνο το κοινό πήγαινε τότε εκεί, στα πρώτα χρόνια του Φεστιβάλ, σχεδόν με τα πόδια, για να δει Μεγάλους Καλλιτέχνες, να αναμετρώνται με τις ιερές πέτρες, ενώ το σύγχρονο κοινό θα σπεύσει, για να πει μετά ότι πήγε ή να λέει πριν ότι θα πάει, γιατί προφανώς η παράσταση θα είναι προκαταβολικά σολντάουτ.
Εν κατακλείδι, αν απλώς έλεγαν, ότι θα ανεβάσουν την παράσταση, με τα σχέδια του Τσαρούχη, τα τετράδια του Μινωτή, ζωντανεύοντας φωτογραφίες από την παράσταση, για να τιμήσουν εκείνους τους ξεχωριστούς καλλιτέχνες, δεν θα είχα καμία αντίρρηση. Αλλά «αναβίωση» είναι μεγάλο πράγμα. Το έχουμε κάνει με επιτυχία, όχι με τέτοια χρονική απόσταση και κυρίως με πολλούς συνεργάτες που είχαν δημιουργήσει το πρωτότυπο και γνωρίζω τη δυσκολία και το μέγεθος της ευθύνης.
Δεύτερο θαύμα:
«Ο νεαρός σκηνοθέτης από τη Θεσσαλονίκη αναμετριέται με την αισχύλεια τραγωδία. … Ο Χρ. Θ. εργάζεται πάνω στο αντιπολεμικό έργο των Περσών, συνεχίζοντας έτσι τη νοητή πορεία που έχει σχηματίσει τα τελευταία χρόνια με έργα πολιτικά φορτισμένα και ιδιαίτερα επίκαιρα (Σ’ εσάς που με ακούτε/Λούλα Αναγνωστάκη, Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου/Εντουάρ Λουί, Συνέδριο για το Ιράν/Ιβάν Βιριπάγεφ, κ.ά.).
Σε αυτό το καλλιτεχνικό εγχείρημα συναντάμε στο επίκεντρο τον άνθρωπο και την απώλεια. Τα ονόματα ανθρώπων, για τα οποία με τόση εμμονή ρωτάει ο Χορός τον αγγελιοφόρο, δεν είναι μόνο περσικά, αλλά είναι ονόματα ανθρώπων που χάθηκαν και χάνονται κάθε λεπτό στο σήμερα. Εικοσιπέντε ηθοποιοί, που παραμένουν διαρκώς επί σκηνής, συνθέτουν έναν Χορό-πρωταγωνιστή, που με μόνα εργαλεία τον λόγο, την κίνηση και τη μουσική, εκφράζει το συλλογικό τραύμα μιας μουδιασμένης κοινωνίας.»
Παραγωγή Marossoulis Productions. Συμπαραγωγή Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου
Πριν 20 χρόνια μάς εμφάνιζαν σαν μοντέρνα, αντιγράφοντας αυτά που έκαναν στην Ευρώπη πριν 40 χρόνια . Σήμερα μας εμφανίζουν σαν μοντέρνα, αντιγράφοντας αυτά που κάναμε εδώ στην Ελλάδα πριν 30-40 χρόνια.
Τρίτο θαύμα (παρολίγο να γράψω τρίτο τραύμα):
«Μια σύγχρονη παραβολή με έντονο πολιτικό πρόσημο. Ένα έργο διφυές. Μια διαρκής αιώρηση ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, στο παιχνίδι και τον εφιάλτη, στη συντριπτική τραγωδία και την απροσδόκητη κωμικότητα.
Ο Άδμητος θα σωθεί από τον θάνατο μόνο εάν κάποιος άλλος δεχτεί να πεθάνει στη θέση του. Η Άλκηστις, η σύζυγός του, προσφέρει τον εαυτό της ως αντάλλαγμα. Η θυσία της εκτυλίσσεται δημόσια, μπροστά στα μάτια των πολιτών, ως μια προδιαγεγραμμένη δολοφονία – μια πράξη που σήμερα διαβάζεται αναπόφευκτα ως γυναικοκτονία, νομιμοποιημένη από την κοινωνική και πολιτική τάξη.
Η Άλκηστις ενορχηστρώνεται από τον Δ.Κ. ως σκηνικό πείραμα, όπου η μουσική, ο ήχος, η κίνηση και η ακροβασία του θεατρικού ύφους συνυπάρχουν οργανικά, δημιουργώντας έναν κόσμο ρευστό, οριακό και διαρκώς μεταβαλλόμενο. Με μια σπουδαία ομάδα ηθοποιών και συντελεστών, η παράσταση γίνεται ένα σκηνικό επιχείρημα που δεν αφηγείται απλώς τον μύθο, αλλά θέτει καίρια ερωτήματα για την εξουσία, το φύλο, τη θυσία και την ευθύνη της κοινωνίας απέναντι στον θάνατο της ομώνυμης –και όχι μόνο– ηρωίδας.»
Τέταρτο θαύμα (παρολίγο να γράψω Τέταρτο Κουδούνι, κύριε Σαρηγιάννη):
«Νίκος Καραθάνος. Μια επίσκεψη στο έργο του Αριστοφάνη.» Θα έφτανε και μόνο αυτό, αλλά έχει κι άλλο: «Διασκευή – Πρωτότυπο κείμενο – Τραγούδια Φοίβος Δεληβοριάς». Φαντάζομαι μετά το τηλεοπτικό ντεμπούτο «Στη μάντρα με τα Νούμερα» ή πώς το λέγανε, οι Θεατρικές Παραγωγές Τεχνηχώρος, σε Συμπαραγωγή Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, σκέφτηκαν να διορθώσουν και τον Αριστοφάνη. Αν τα αστεία του Αριστοφάνη «διορθωθούν» με το κρύο χιούμορ των Νούμερων, θα γελάσουμε πολύ λίγο.
Έχει κι άλλα θαύματα παρακάτω, αλλά μην τα πολυλογούμε:
«Στο ανέβασμα της Ελ. Ευθ., οι Τρωάδες δεν είναι μόνο τα όμορφα, υγιή κορμιά των προνομιούχων γυναικών της βασιλικής οικογένειας που αναμένουν την τελική διαλογή. Τα σώματά τους αναμειγνύονται με άλλα σώματα –ανήλικα, ανάπηρα, ηλικιωμένα– που ούτε πριν τον πόλεμο αποφάσιζαν για τον εαυτό τους και που συνήθως δεν έχουν το προνόμιο της αφήγησης. Σώματα που το σύστημα αγνοεί επιδεικτικά, που η εξουσία επιλέγει με ποιον τρόπο θα διαχειριστεί ή θα αφανίσει. Σε αυτό, άλλωστε, ο πόλεμος είναι ‘δίκαιος’: εξισώνει πάντα το πολύ με το λίγο και με το καθόλου.
Κι αν όλα αυτά τα δέρματα, οι ψυχές, τα βλέμματα, οι μήτρες, οι μνήμες μπορούν να ιδωθούν συμβολικά ως οι (από πάντα) καταπιεσμένες αυτού του κόσμου, μπορούν αυτά τα υποκείμενα να ξανακερδίσουν το δικαίωμα της επιλογής; Πώς; Κραυγάζοντας το μίσος; Θρηνώντας ή γελώντας μέσα στο χάος και το αδιέξοδο; Υπάρχει άραγε τρόπος οι ηρωίδες να επαναοικειοποιηθούν τα σώματά τους;»
Αντιγράφω από άλλου, για την ίδια παράσταση: «Ένα σύνολο 22 ερμηνευτριών και ερμηνευτών κάθε ηλικίας, με και χωρίς αναπηρία, ζωντανεύει το ανθρωποκεντρικό και βαθιά αντιπολεμικό έργο. Η παράσταση επικεντρώνεται στο γυναικείο σώμα, ως παγκόσμιο σύμβολο της ανθρώπινης τραγωδίας και στην αδυναμία του να παραμείνει ανέπαφο μέσα στις συνέπειες του πολέμου, ενώ ζωντανή μουσική συνοδεύει τη δράση επί σκηνής»
Δεν μπορώ να εξηγήσω τις διαφορετικές πληροφορίες από την ίδια υποτίθεται Πηγή.
Παρακάτω έχει και Αντιγόνη (Εμπνευσμένο από το έργο του Σοφοκλή), που λένε ότι:
«Δεν παρουσιάζουμε απλώς ξανά την Αντιγόνη. Την απογυμνώνουμε στην ουσία της. Όχι μόνο τα λόγια, αλλά και το βάρος τους. Όχι μόνο τη σύγκρουση, αλλά και το κόστος της.»
Εδώ προφανώς κάποιος μετέφρασε στα ελληνικά από μια γλώσσα που δεν καταλάβαινε.
«Η παράσταση, με τη συμμετοχή της καλλιτεχνικής ομάδας winter guests και σημαντικών συνεργατών από το Tanztheater Wuppertal της Pina Bausch, προσεγγίζει την Αντιγόνη ως μια βαθιά ανθρώπινη και ριζοσπαστική επανερμηνεία, συνδέοντας την ποίηση της κίνησης με τον λόγο και τον προφορικό λόγο. Μέσα από βίαιες και λυρικές σκηνές, το έργο θέτει το διαχρονικό ερώτημα για το νόημα της ηθικής και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, όταν οι νόμοι και η δικαιοσύνη δεν συμβαδίζουν.»
Εδώ θέλει ίσως έναν νομικό, να τους εξηγήσει την έννοια του Δικαίου, που εννοεί ο Σοφοκλής.
Συνεχίζει η πληροφόρηση από την Πηγή:
«Όπως επισημαίνει ο ίδιος ο Όγεν, “η δική μας Αντιγόνη δεν είναι απλώς μια σκηνική παρουσίαση του κειμένου του Σοφοκλή, αλλά μια τολμηρή επανερμηνεία της διαχρονικής τραγωδίας του, μέσα από τη σωματική ποίηση του Tanztheater, σε διάλογο με τον προφορικό λόγο και τον σύγχρονο χορό”.
Περισσότερο από μια αναδιήγηση, είναι μια εκ νέου ανακάλυψη των ιδεών του έργου μέσα από την κίνηση, τον λόγο και τις καταστάσεις. Η παράσταση φωτίζει τη βαθιά ανθρώπινη έκφραση, φέρνοντάς την αντιμέτωπη με τα άλυτα διλήμματα του έργου: το καθήκον, την αξιοπρέπεια, την ηθική και την πολυπλοκότητα της εξουσίας.
Σε μια εποχή όπου το λάθος χαρακτηρίζεται κακό και το σωστό απορρίπτεται ως ηθικολογία, πού βρίσκεται ο Θεός μέσα σε όλο αυτό το χάος; Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και η ταπεινότητα διακυβεύονται σε έναν αγώνα για τον σεβασμό των ανθρώπινων νόμων.
Μέσα από ουρλιαχτά ανέμων και κραυγές πουλιών, μέσα από απελπισμένο πένθος και βίαιη τυραννία, οι σκηνές του έργου εκσφενδονίζουν τη σημασία τους πίσω στα σύγχρονα διλήμματά μας. Απαιτητική και καθηλωτική, πολιτική χωρίς διδακτισμό και λυρική χωρίς στολίδια, η Αντιγόνη θέτει το επιτακτικό ερώτημα: τί σημαίνει να ενεργείς όταν ο νόμος και η δικαιοσύνη δεν συμβαδίζουν.»
Καταλάβατε; Εγώ, όχι ακριβώς.
«Παραγωγή winter guests • Συμπαραγωγή Fondazione Teatro di Roma, The Norwegian Opera and Ballet, Centro Servizi Culturali Santa Chiara • Εκτέλεση παραγωγής Essar Gabriel • Υπεύθυνοι παραγωγής Ornella Salloum, Syv mil / Tora De Zwart Rørholt, Ingrid Saltvik Faanes (για την ομάδα winter guests) • Με την υποστήριξη Arts Council Norway City of Bergen • Ευγενική παραχώρηση χώρου προβών Pina Bausch Zentrum.»
Αυτά τα τελευταία για να ψαρώσουμε με τα ξένα ονόματα με “να-τα-γαλόνια”.
Ακολουθούν το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, που παρουσιάζει μια σκηνοθεσία του καλλιτεχνικού διευθυντή του και ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου, που παρουσιάζει σε σκηνοθεσία σκηνοθέτη από την Ελλάδα, «ένα από τα πιο αινιγματικά έργα της αρχαίας δραματουργίας. Το έργο κινείται στο μεταίχμιο μεταξύ τραγικού και κωμικού, μύθου και ρεαλισμού, θέτοντας στο επίκεντρο την ταυτότητα και το ανήκειν. …Η παράσταση μετατρέπει τη σκηνή σε έναν πολυπρισματικό χώρο αναστοχασμού, όπου η ταυτότητα παραμένει ανοιχτή, ρευστή και αγωνιώδης, φωτίζοντας τα σύγχρονα διλήμματα του ανήκειν.»
Καταλάβατε; Εγώ, πάλι όχι.
Συμπερασματικά: όλες οι παραγωγές παράγονται από διάφορους οργανισμούς, σε “συμπαραγωγή” με το Φεστιβάλ. «Για τις 10 και 11 Ιουλίου δεν υπάρχει ακόμα κάποια ανακοινώσιμη παραγωγή. Θα υπάρξουν νεότερα σύντομα.» Προφανώς δεν κατέληξαν ακόμη οι διαπραγματεύσεις, για μια οικονομική ή άλλου είδους συμφωνία του διευθυντή με κάποιον ιδιώτη εγχώριο ή ξένο παραγωγό.
Να σημειωθεί ότι:
«Το πλήρες πρόγραμμα στο Αρχαίο Θέατρο αναπτύσσεται εξ ολοκλήρου μέσα και από τις τρεις σε διαδοχή εκδόσεις του (2026 / 2027 / 2028) – οι οποίες και ορίζουν μαζί μιαν ολότητα – εδώ, έχουμε την ευκαιρία να έρθουμε σε επαφή με την πρώτη εκδοχή του.
Κάθε έκδοση είναι αυθύπαρκτη, λειτουργεί αυτόνομα ως ενότητα, ενώ ταυτόχρονα επαναπροσδιορίζεται από τη διαδοχή, τη διάδραση και την πληρότητα των υπολοίπων.
Στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου παρουσιάζονται σύγχρονες δραματουργίες και νέες, πολύπτυχες προσεγγίσεις του Αρχαίου Δράματος, με σκοπό τη γονιμοποίησή του μέσα από τη συνάντηση με άλλες παραστατικές μορφές και τέχνες, ενισχύοντας τη διαχρονική του ουσία στο ταραγμένο παρόν και τη δυναμική του στη διεθνή σκηνή.
Στην Επίδαυρο, ένα πεδίο συνάντησης, το κοινό θα έχει την ευκαιρία να έρθει σε επαφή με ιδιαίτερες αναγνώσεις Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών, σε γνωστά αλλά και ορισμένα σπανίως παρουσιαζόμενα έργα. Διαφορετικά πεδία των παραστατικών τεχνών – όπως το θέατρο, ο χορός και η όπερα – συνυφαίνουν το φετινό πρόγραμμα, με στόχο την ανάδειξη της διαχρονικής αξίας και της δυναμικής της αρχαίας δραματουργίας.
Το φετινό πρόγραμμα της Επιδαύρου περιλαμβάνει και πλαισιώνεται από κάποιες επιπλέον δράσεις, οι οποίες θα παρουσιαστούν σε μεταγενέστερο χρόνο.»
Ένα σχόλιο για τον τρόπο που χειρίζονται τη γλώσσα και τα νοήματα οι κειμενογράφοι της ανακοίνωσης του προγράμματος: Θυμίζουν έντονα τον τρόπο των νεοφυών υπουργών και των κειμενογράφων του πρωθυπουργού, με ολίγη από διαφημίσεις κινητής τηλεφωνίας, τραπεζικων κειμένων αύξησης μετοχικού κεφαλαίου, μεγάλων κατασκευαστικών της πράσινης ανάπτυξης και θεατρικών υπέρ-οργανισμών.
Ακόμη και το λεξιλόγιο έχει αντιγραφεί από τα βαρύγδουπα άνευ νοήματος που κυκλοφορούν στα μεταμοντέρνα κείμενα, όπως: Του μέλλοντος μέσα από τη μήτρα του παρελθόντος, συναντάμε στο επίκεντρο τον άνθρωπο και την απώλεια, Μια σύγχρονη παραβολή με έντονο πολιτικό πρόσημο, διαρκής αιώρηση, διαβάζεται αναπόφευκτα ως γυναικοκτονία, αναμειγνύονται με άλλα σώματα –ανήλικα, ανάπηρα, ηλικιωμένα– , δεν έχουν το προνόμιο της αφήγησης, το σύστημα αγνοεί επιδεικτικά, εξισώνει πάντα το πολύ με το λίγο και με το καθόλου, τα δέρματα, οι ψυχές, τα βλέμματα, οι μήτρες, οι μνήμες, οι ηρωίδες να επαναοικειοποιηθούν τα σώματά τους, κάθε ηλικίας με και χωρίς αναπηρία, το ανθρωποκεντρικό και βαθιά αντιπολεμικό έργο, στο γυναικείο σώμα ως παγκόσμιο σύμβολο της ανθρώπινης τραγωδίας, Την απογυμνώνουμε στην ουσία της, Όχι μόνο τα λόγια, αλλά και το βάρος τους, Όχι μόνο τη σύγκρουση, αλλά και το κόστος της, Την ποίηση της κίνησης με τον λόγο και τον προφορικό λόγο, τολμηρή επανερμηνεία της διαχρονικής τραγωδίας, κλπ
Να τελειώσω, δανειζόμενος το φινάλε από το άρθρο μου στο Περί Ου, τον Ιουλίο του 2019, με τίτλο “Το δράμα του Αρχαίου Δράματος” και όπως διαπίστωσα, τα ίδια συμβαίνουν τότε και τώρα. Δεν πά’ ν’ αλλάζουμε διευθυντές! Οι διευθυντές αλλάζουν, το Πνεύμα μένει. Αντικείμενο ψυχιατρικής έρευνας, ή απλές διαπλοκές. Τα γράφουμε, αλλά και που τα γράφουμε, οι αρμόδιοι ξέρετε πού τα γράφουν.
Έγραφα, λοιπόν, πριν από επτά χρόνια (7 χρόνια φαγούρα, που λένε):
Βεβαίως οι εποχές αλλάζουν, η κοινωνία εξελίσσεται, η τεχνολογία προσφέρει νέες δυνατότητες, αλλά το Αρχαίο Δράμα είναι ένα θεατρικό είδος που υπερβαίνει τον χώρο και τον χρόνο. Έχει δοκιμαστεί σε διαφορετικές εποχές και τόπους, έχει ψυχαγωγήσει γενιές και γενιές, έχει διδάξει συγγραφείς του θεάτρου, έχει εμπνεύσει παντός είδους καλλιτέχνες και εντέλει δεν έχει να φοβηθεί καμία κακοποίηση από όπου κι αν προέρχεται.
Όμως με πιάνει μια θλίψη, μετά από πραγματικά μοναδικά κατορθώματα της περασμένης μόλις γενιάς, να μην προσπαθήσουμε να πάμε τη σκυτάλη λίγο παρακάτω, αλλά να έχουμε σηκώσει μια πλαστική γυαλιστερή σημαία ευκαιρίας και να την κουνάμε, για να μας προσέξουν οι ηλεκτρονικοί κονδυλοφόροι της ιλουστρασιόν καταναλωτικής κοινωνίας της σύγχρονης Ελλάδας.
Κάθε χρόνο ελπίζω ότι κάτι θα συμβεί και θα εμφανιστεί Μίμηση Πράξεως Σπουδαίας και Τελείας και όχι Μιμήσεις παραστάσεων άλλης εποχής, άλλης χώρας, άλλων καλλιτεχνών, όπως συνήθως συμβαίνει στον δύσμοιρο αυτόν τόπο.
Άλλα ήθελα να γράψω.
Αλλά η αλληλουχία των φράσεων οδήγησε από άλλα μονοπάτια σε άλλες περιοχές, όπως ακριβώς συμβαίνει και με το Αρχαίο Δράμα.
Μπορεί να σε οδηγήσει κι εκεί που δεν ήθελες να πας.
Μπορεί να σε οδηγήσει παντού, μέσα ή έξω.
Υ. Γ. 1. Αναζήτησα το ανακοινωθέν Επιδαύρειο πρόγραμμα σε γνωστά σάιτ εφημερίδων. Σε ένα πολύ γνωστό δεν υπήρχε καθόλου, σε άλλο για να το διαβάσεις ήθελε εγγραφή στους συνδρομητές κλπ. Το ότι η Επίδαυρος δεν είναι πια είδηση, ενώ έχουμε στην Αθηνα 1500 παραστάσεις ετησίως και αντίστοιχα καμιά χιλιάδα “σκηνοθέτες” και τρεις-τέσσερις χιλιάδες “ηθοποιούς”, είναι αποτέλεσμα του τρόπου διαχείρισης της Επιδαύρου από όλους τους εμπλεκόμενους τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια.
Υ. Γ. 2. Κάποιοι καλωσόρισαν τη νέα διεύθυνση με ελπίδες. Προφανώς δεν πήραν χαμπάρι τι συνέβη, αν συνέβη, στην τελευταία εγχώρια Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης.
[Οι φωτογραφίες, ανέκδοτες, από το αρχείο μου: “ΔΙΟΝΥΣΟΣ” του Μωρίς Μπεζάρ, στην Επίδαυρο, 16 Ιουνίου 1985, Camera ΝΙΚΟΝ F, με φακούς Νikor 105mm & Νikor 300mm]
ΚΖΚ, 5.2.2026





