Τις λέξεις τις γδύνω από τα πέπλα τους
κι ύστερα, γυμνές, τις απλώνω στο χαρτί
Να μην κρύβουν τίποτα
να λένε την αλήθεια
Όπως κάνει το φεγγάρι όταν απλώνεται
στα μαλλιά της μοναξιάς
Παίρνω και δίνω φωνήεντα και σύμφωνα
βογκητά και αναστεναγμούς
που γίνονται φθόγγοι κι ύστερα λέξεις
και μιλάνε για τον έρωτα, τον θάνατο,
τη ζωή, τον Θεό
Σου γράφω κι εσένα
όσο μπορώ πιο τακτικά
μα δεν είναι στο χέρι μου
Αυτές αποφασίζουν πότε θα έρθουν
πότε θα απλωθούν να γίνουν ποίημα
Παιδί της υπακοής εγώ
περιμένω υπομονετικά να γεμίσουν
τα μάτια μου γράμματα
Έτσι που να μην μπορώ να δω
πέρα απ’ αυτά
πέρα απ’ τις λέξεις που περιμένουν
να γίνουν στίχοι
να γίνουν πέρασμα
Περιμένουν να κάνουν έρωτα με το φως,
να γδάρουν τη μοναξιά να πονέσει,
να ξεγυμνώνουν το τίποτα
και να ντυθούν τον χρόνο για να περιγράψουν
το άχρονο την ώρα που γίνεται στιγμή
Ώσπου να έρθουν
περιπλανιέμαι στα καταφύγια
μήπως βρω σπαραγμένα παρελθόντα
– δικά μου –
να τους δώσω κάτι από φως…

Πολύ μου άρεσε .