You are currently viewing Λένη Ζάχαρη: Νίκος Μυλόπουλος «Στων μηρών τις παλιές προφητείες», Εκδόσεις Παρέμβαση ISBN 978-618-5816-39-1

Λένη Ζάχαρη: Νίκος Μυλόπουλος «Στων μηρών τις παλιές προφητείες», Εκδόσεις Παρέμβαση ISBN 978-618-5816-39-1

«Στων μηρών τις παλιές προφητείες»,  ονομάζεται η τελευταία ποιητική συλλογή του Νίκου Μυλόπουλου. Ο τίτλος της συλλογής προέρχεται από το ποίημα «Παιχνίδια ταξιδιών» και μας παραπέμπει στην ερωτική συνεύρεση αλλά και στην απουσία και στην αγάπη.
Ο Μυλόπουλος ωστόσο δημιουργεί μια ποίηση που αψηφά την εύκολη κατηγοριοποίηση, αναμειγνύοντας στοιχεία ερωτικής ποίησης με έντονο κοινωνικό σχολιασμό ενώ ταυτόχρονα καταθέτει τις προσωπικές του αγωνίες. Το αποτέλεσμα είναι τόσο επίκαιρο όσο και διαχρονικό.
Ο Έρωτας ξεχωρίζει με την πρώτη ματιά στην ποίηση του Μυλόπουλου. Απευθύνεται σ’ ένα Εσύ για το οποίο το συναίσθημα είναι έντονο και η σαρκική επαφή μετουσιώνεται σε ποίηση: «Ανεμπόδιστα αγκαλιάζω τα τρυφηλά σου περάσματα/ Εκτοξεύονται απ’ τις πλάτες σου ζεστά τριαντάφυλλα […] Ανατριχιαστική φαντασίωση/ Τη στάθμη ανεβάζει ποταμίσιου έρωτα/ Χέρια πλωτά/ Ταξιδεύουν κατά μήκος των υγρών μας σωμάτων/ Ανεβάζοντας την έκσταση στο απόγειο» (Κιτρινίζουν τα φύλλα κάποιες νύχτες).
Δεν είναι μόνο ο έρωτας που δίνει ενέργεια στον ποιητή: «Το φιλί σου καταργεί τις ενοχές» (Απομίμηση σιωπής), είναι και το κοινωνικό γίγνεσθαι που τον κάνει να αντιδρά και να γράφει: «Στολίζοντας με λίγο φως ενεστώτα/ Του κόσμου την περιστρεφόμενη μαυρίλα/ Βαθειά η ανάγκη του χάους/ Σιωπή του ουρανού. (Κιτρινίζουν τα φύλλα κάποιες νύχτες) ή «Χορηγοί είμαστε θραύσης ονείρων/ Θιασώτες στιγμών/ Που με λεπίδα άλιωτη ξύνουμε ελάχιστη απ’ τη σκουριά του κόσμου».
Ο κόσμος για τον ποιητή είναι χάος κι η μόνη του ελπίδα είναι ο έρωτας κι η αγάπη για το Άλλο πρόσωπο. Ο Έρωτας που έχει μια διάσταση μεταφυσική όπως φαίνεται ακόμη κι απ’ τον τίτλο. Είναι ο αρχέγονος θεός που βρίσκεται στον αντίποδα του θανάτου. Ο ποιητής συγκερνά με επιτυχία τον ενδιάθετο ερωτικό οίστρο με μια φιλοσοφική ενατένιση του κόσμου και της ανθρώπινης ύπαρξης σε συνδυασμό με το αιώνιο ζήτημα του χρόνου, με την ασάφεια και τον συμβολισμό που ανέκαθεν τον χαρακτηρίζει, με το μυστήριο της ζωής και του θανάτου – Έρωτας, Θάνατος οι δύο αρχέγονοι θεοί.
«Με βήμα αδιάφορο κι ελαφρύ ένδυμα περιπάτου
Εκδράμουν οι λεπτοδείκτες
Αδιαφορώντας πλήρως για τον κοσμικό χρόνο
Κυματιστή η ανάσα των επιζώντων κληρονόμων
Μνήμη ιδρώνει στιγμές ολοζώντανων μύθων
Τα δάκτυλα απ’ την ατέλειωτη έξαψη τρέμουν
Καθώς παγιδευμένα ασθμαίνουν στα ανθρώπινα ναρκοπέδια
Ενώ τα χείλη που άλλοτε σκόρπιζαν πνοές
Τώρα καταπίνουν χαμένα χαμόγελα και φυσαλίδες του τίποτα.
Μόνο κάποιοι ελάχιστοι ανθίζουν ακόμη σε βράχια απρόσιτα
Ανάμεσα στην αληθινή ζωή και τη δίδυμη χυδαιότητα
Μιας παρακαταθήκης που εξελίσσεται εύθραυστα
Σε τρυφερότητα ανοιχτή κλειστών παραθύρων.

Στης οσμής σου τ’ ανεπαίσθητα χνάρια χαμένος
Ξεχνώ για λίγο την καταγωγή των ονείρων
Το ανέφικτο πολεμώντας με μικρές αυταπάτες.»
(Άγνωστος Παραλήπτης)

Το πέρασμα του χρόνου δρα καταλυτικά στη σχέση του ποιητικού υποκειμένου με το «Εσύ», με το Άλλο πρόσωπο. «Ο χρόνος τρέχει κίτρινα φύλλα/ Ηλιοφώτιστα σώματα σε πρώτο επίπεδο προοιωνίζουν/ Δαχτυλική των ενστίκτων επέλαση/ Στων πληγών το εύθραυστο παραλήρημα.»(Ιχνηλάτες Τυχαιότητας), «Οι ράγες του χρόνου διαστέλλονται[…] Η ζωή παρενθέσεις ανοίγει/ Μα ο χρόνος φεύγει απαρατήρητος.» (Αγιοσύνη)
«Κάθε στιγμή ελέγχω τα αόρατα νήματα/ Ώστε να μην ανήκω σε μία αλλά σε δύο ζωές/ Με τα μαργαριτάρια και τους ανθούς/ Έρμαια της βδελυγμίας των σκώρων/ Και τη ματαιότητα να ασφυκτιά/ Στριμωγμένη στις λευκές γωνίες των ονείρων.» (Θνητές Νύχτες)
Εκείνο που τρομάζει το ποιητικό υποκείμενο είναι η Απουσία: «Το ανάγλυφο αποτύπωμά σου αναζητώντας/ Σε ακρυλικά χάνομαι ανάμεσα και γήινους καμβάδες» (Αλλαγή Πλεύσης), «Βιώνοντας χειμώνες δυσαρέσκειας σε εξισώσεις σκότους/ Άνοιγα στα κτήματά σου λακκούβες σκεπασμένες γυαλί/ Για να βλέπω μέσα σου τα’ αλλεπάλληλα ναυάγια/ Όταν χιόνι με σκέπαζε στη ζοφερή σου απουσία/ Η μόνη υπαρκτή βεβαιότητα που χάριν αυτής/ Σε κάποια πτυσσόμενα όνειρα εξακολουθώ να υπάρχω» ( Οι Δρόμοι Με Το Κόκκινο Χρώμα).
Καταλυτική στην ποίηση του Μυλόπουλου είναι η σιωπή. Σιωπή μετά την ερωτική συνεύρεση, «Ύστερα συμβολικές συζητήσεις σιωπής» (Κιτρινίζουν τα φύλλα κάποιες Νύχτες), «Ανάβουμε φραστικά πυροτεχνήματα σιωπής κι ο αέρας παγώνει» (Σμίξη). Μπορεί να γίνεται δώρο ερωτικό «Με κερνάς τριλογία σιωπής» ( Απομίμηση Σιωπής) ή η δήλωση της απουσίας «Και το ασύμμετρο της σιωπής σου κυανό λογοπαίγνιο» (Οι Δρόμοι Με Το Κόκκινο Χρώμα) ή δήλωση της μοναξιάς και ταυτόχρονα της σημασίας της «Η μοναξιά αινιγματική και εύθραυστη φίλη/ Είναι κι αυτή ένα είδος χρήσιμης σιωπής» (Παιχνίδια Ταξιδιών). Η σιωπή, που για τους αρχαίους Έλληνες ήταν η ύψιστη αρετή, είναι μια δυναμική μορφή επικοινωνίας και ενδοσκόπησης πολύ πιο ισχυρή από τις λέξεις γι’ αυτό και «χρήσιμη». Δεν πρόκειται για αδυναμία ή αδιαφορία, αλλά για ένα σύνθετο φαινόμενο που συνδέει την εσωτερική με την εξωτερική πραγματικότητα κι αυτό είναι σημαντικό για τον στοχασμό του ποιητή που δεν μένει στην επιφάνεια των πραγμάτων.
Μέσα στην ποίηση του Μυλόπουλου συναντάμε έννοιες όπως η ματαιότητα που συνδέεται με τον χρόνο, χρόνο βιωματικό, καταλυτικό, που αποτυπώνει το εφήμερο, τη νοσταλγία αλλά και τη στιγμή που μένει στην αιωνιότητα. Αυτή που νικά τον χρόνο είναι η ποίηση καθιστώντας το παρελθόν παρόν. Αυτό συμβαίνει με τον ποιητή, το βίωμά του γίνεται παρόν μέσω της ποίησης.
Επιτυγχάνει με τον λυρισμό που τον διακρίνει να μας συγκινήσει, χωρίς η ποίησή του να γίνεται μελοδραματική. Μας επικοινωνεί τα βιώματά του μέσω της εικονοπλαστικής του ικανότητας. Συνθέτει εικαστικά τα βιώματά του σε εικόνες ιδιαίτερης γλαφυρότητας και αμεσότητας μετατρέποντας εμάς τους αναγνώστες από θεατές σε σιωπηλούς μετόχους στη σκέψη, τη συγκίνηση και τη δράση κάθε στιγμής. Μετατρέπει έτσι τον δικό του, τον προσωπικό, τον πιο μύχιο ερωτικό του κόσμο όχι απλά σε κάτι γνώριμο αλλά σε κάτι εντυπωσιακά οικείο. Σ’ αυτό συντελεί και η χρήση συμβόλων πάντα με μέτρο.
Το ύφος του Μυλόπουλου είναι προσωπικό, είναι πλούσιο σε σχήματα λόγου, χρησιμοποιεί αναπάντεχες λέξεις και εκφράσεις πολλές φορές αντιποιητικές: «ανορεξία των άστρων», «ατελέσφορου πάγου», «η μέρα ανθίζει κιγκλιδώματα», «τα χείλη πυροβολούν τα ομώνυμα», γρατζουνιές στον ουρανό», κ.α. μεταφορές, προσωποποιήσεις και παρομοιώσεις που μετατρέπει σε υπέροχη ποίηση με έντονο το στοιχείο του υπερρεαλισμού. Η ποίησή του είναι δυναμική, οι στίχοι του έχουν ένταση είτε μιλάει για τον έρωτα είτε κάνει υπαινιγμούς για την κοινωνία. Να επισημάνουμε ως προς τη μορφή των ποιημάτων ότι στο τέλος τους μοιάζει να υπάρχει ξεχωριστά από ένας έως πέντε στίχοι σαν συμπέρασμα του ποιήματος χωρίς αυτό να λειτουργεί αρνητικά για το ποίημα. Η συλλογή του εν προκειμένω έχει συνοχή και τα ποιήματα έχουν κοινά θέματα και μοιάζουν με αφηγήσεις ιστοριών δύο ανθρώπων ερωτευμένων μέσα σ’ έναν κόσμο που ολοένα αλλάζει. Δίνει μια άλλη οπτική στην ερωτική ποίηση με την έντονα στοχαστική και φιλοσοφική διάσταση των ποιημάτων του.

 

 

 

Λένη Ζάχαρη

 

Λένη Ζάχαρη

Η Λένη Ζάχαρη γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Πειραιά. Σπούδασε Θεολογία και Ιστορία στο ΕΚΠΑ. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή "Να με λες Ελένη", από τις εκδόσεις Λέμβος. Αρθρογραφεί στο Περί ου.

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.