i
Μικρός θαυμαστής των αστεριών,
απλώνω τα χέρια προσδοκώντας
ν’ αγκαλιάσω τον Αλντεμπαράν.
Χιλιάδες άνθρωποι περπατούν στους δρόμους.
ii
Μουσεία συνειδήσεων οι εκκλησιές
αν και ποτέ δεν ήταν των πολλών αλλά των λίγων,
εκείνων που κατ’ επανάληψη
γονάτισαν και σηκωθήκανε ξανά.
iii
Ο ουρανός με βροντές και αστραπές
Ανοίγει διάπλατα τις πόρτες του για ‘κείνους
Που ανατριχιάζουνε οι ραχοκοκαλιές τους
στα δοξαστικά.
Ο Σείριος και τ’ άλλα παιδιά των αγγέλων.
ανοίγματα φτερών και ψυχές που η Σελήνη
δεν κατάφερε να μαγέψει,
σηματωροί στα πλάτη και στα μήκη
ομολογούν αιώνες τώρα
πράγματα ανομολόγητα,
παράλογα για τα πλήθη του Ιπποδρόμου.
Πάλι στις εκκλησίες θα κρυφτούν
ζητώντας εξηγήσεις.
iv
Με τα δάχτυλα ψαύω το σκοτάδι,
κι ακούω “Αλληλούια” να έρχεται από τη θάλασσα.
Κάπου στα μεσάνυχτα ανεβαίνουν
φλόγες στον ουρανό και χρυσές κορδέλες,
με μιαν ατσαλάκωτη ευθύτητα
χαράζουν τον ορίζοντα και ψιθυρίζουν.
v
Σε ψάχνω
με τα μάτια, την ακοή, τα χέρια,
με τις αισθήσεις σε εγρήγορση.
Με την καρδιά σε βρίσκω.
Κρύβεται ακόμα ο Έρωτας ο παιχνιδιάρης
το απ’ αιώνων μυστικό,
αυτό που την ομορφιά των αστεριών φτιάχνει,
τη φορά των ανέμων ορίζει.
