Η ποίηση συχνά γεννιέται εκεί όπου ο άνθρωπος αισθάνεται ότι ο κόσμος στενεύει γύρω του. Στη νέα του ποιητική συλλογή “Υπό καθεστώς ομηρίας”, που εκδόθηκε το 2025 και κυκλοφορεί από τις Μετρονόμος Εκδόσεις, ο Δημήτρης Μπαλτάς επιχειρεί να φωτίσει ακριβώς αυτή την αίσθηση εγκλωβισμού που διατρέχει τη σύγχρονη εμπειρία. Αποτελεί την έκτη ποιητική συλλογή του δημιουργού. Η έκδοση περιλαμβάνει 33 ποιήματα, με εικαστικό εξωφύλλου της ζωγράφου Αγγελικής Μουρτά. Το εξώφυλλο της ποιητικής συλλογής λειτουργεί σαν μια σιωπηλή προμετωπίδα της ποιητικής εμπειρίας που ακολουθεί. Οι κυματιστές πινελιές σε πράσινους και βαθύ μπλε τόνους δημιουργούν ένα ασταθές τοπίο όπου το σκοτεινό και το φωτεινό συνυπάρχουν, υπαινισσόμενα την ατμόσφαιρα της «ομηρίας» αλλά και μια πιθανή χαραμάδα φωτός. Με λόγο λιτό και στοχαστικό, τα ποιήματα κινούνται ανάμεσα στη σιωπή και την εξομολόγηση, αναζητώντας μικρές χαραμάδες ελευθερίας μέσα σε έναν κόσμο που συχνά μοιάζει ασφυκτικός. Με αφορμή αυτή τη νέα ποιητική κατάθεση, συνομιλώ με τον ποιητή Δημήτρη Μπαλτά για τη γλώσσα, τη μνήμη, τον χρόνο και τη θέση της ποίησης σε μια εποχή όπου η ελευθερία μοιάζει άλλοτε εύθραυστη και άλλοτε βαθιά εσωτερική υπόθεση.

– Ο τίτλος «Υπό καθεστώς ομηρίας» είναι ιδιαίτερα ισχυρός. Ποια μορφή «ομηρίας» εννοείτε περισσότερο: κοινωνική, υπαρξιακή ή προσωπική;
-Αρχικά, να σας ευχαριστήσω για τη σημερινή μας κουβέντα και για την όμορφη φιλοξενία. Σχετικά με την ομηρία, θεωρώ ότι αυτές οι τρεις διαστάσεις είναι σε μεγάλο βαθμό αξεδιάλυτες και αλληλοεπιδρούν μεταξύ τους, καθώς ο άνθρωπος δεν μπορεί να απεμπολήσει την κοινωνική του ταυτότητα, όσο κι αν δεν επιθυμεί να επηρεάζεται απ’ ό,τι συμβαίνει γύρω του. Έτσι, η υπαρξιακή αγωνία άμεσα επηρεάζεται από το κοινωνικό γίγνεσθαι και οι συνέπειες αυτής της επιρροής συχνά εμφανίζονται και, ίσως, διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της ψυχοσυναισθηματικής του υπόστασης ή των διαπροσωπικών του σχέσεων.
-Πιστεύετε ότι η ποίηση πρέπει να είναι δυσπρόσιτη ή να επικοινωνεί άμεσα με τον αναγνώστη;
-Σίγουρα πρέπει να επικοινωνεί άμεσα με τον αναγνώστη, πρέπει να του δείχνει ότι τον αφορά, για να μπορέσει να τον κερδίσει. Απορρίπτω ξεκάθαρα το δόγμα «η τέχνη για την τέχνη» και προσπαθώ με την ποίησή μου να υπηρετώ το δόγμα «η τέχνη για τον άνθρωπο». Η ποίηση οφείλει να καταπιάνεται με όσα αντιμετωπίζει ο σύγχρονος άνθρωπος, έτσι που και ο ίδιος να νιώθει οικεία και να βρει ενδιαφέρον σε αυτήν.
-Πιστεύετε ότι η ποίηση μπορεί να αλλάξει τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο;
-Σε μεγάλο βαθμό, ναι. Η ποίηση δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, δεν μπορεί να καθορίσει το πολιτικοοικονομικό σύστημα, να ανεβάσει ή να κατεβάσει κυβερνήσεις. Μπορεί όμως να λειτουργήσει ως πολύτιμο εφαλτήριο για αφύπνιση, σκέψη και δράση. Και αυτό συμπληρώνει απόλυτα την απάντηση στην αμέσως προηγούμενη ερώτηση: η ποίηση πρέπει να βρίσκεται σε άμεσο διάλογο με τον κόσμο.
-Σε περιόδους κρίσης, η ποίηση γίνεται πιο αναγκαία ή πιο περιθωριακή;
-Αν το δούμε ρεαλιστικά, θαρρώ πως γίνεται πιο περιθωριακή, καθώς υπάρχει η αντίληψη ότι η ποίηση δεν είναι χρήσιμη ή και χρηστική στην καθημερινότητα. Ο σύγχρονος άνθρωπος ενδέχεται να πιστεύει ότι το να γράφει κανείς ποίηση είναι μια περιττή πολυτέλεια, ειδικά σε καιρούς χαλεπούς. Η αλήθεια είναι ότι αυτήν την αντίληψη έχουν ενισχύσει τόσο οι ποιητές με την έμφυτη εσωστρέφεια τους όσο και το εκπαιδευτικό σύστημα με τον τρόπο, τον οποίο διδάσκει την ποίηση στους μαθητές, δημιουργώντας τους την πεποίθηση ότι οι ποιητές είναι άνθρωποι απομονωμένοι από και αδιάφοροι για το κοινωνικό σύνολο, ενώ δεν είναι έτσι. Η ποίηση θα έπρεπε σε εποχές ταραχώδεις και επικίνδυνες να καθίσταται όλο και περισσότερο αναγκαία και η φωνή των ποιητών να δυναμώνει.
-Πώς βλέπετε τη σημερινή ελληνική ποιητική σκηνή;
-Υπάρχει δυσανάλογα μεγάλη, για τα ελληνικά δεδομένα, ποιητική παραγωγή. Σχεδόν όσοι διαβάζουν ποίηση, γράφουν και εκδίδουν. Σίγουρα υπάρχουν πολλές αξιόλογες και σημαντικές ποιητικές φωνές σήμερα. Ωστόσο, στις περισσότερες περιπτώσεις δεν εισακούονται αυτές οι φωνές, όσο οι «έχοντες» τη δύναμη να εισακουστούν. Είναι γνωστό ότι στην ποιητική συντεχνία πρωτοστατούν ο εγωτισμός, η ματαιοδοξία, η ζηλοφθονία κι ένας αδικαιολόγητος ανταγωνισμός. Εντούτοις, μπορεί κανείς με υπομονή να γνωρίσει αληθινά φωτεινούς ανθρώπους, των οποίων η αξιοπρέπεια και το ήθος επικυρώνουν την ποιητική τους ταυτότητα.
-Τι ρόλο παίζει η μνήμη στη γραφή σας;
-Θα έλεγα κομβικό ρόλο, καθώς ένας ποιητής πρέπει να είναι ιδιαίτερα παρατηρητικός. Εικόνες, ήχους, πρόσωπα, χρώματα, συγκυρίες, που κάποιος άλλος, ενδεχομένως, δεν πρόσεχε, ο ποιητής θα τα αξιοποιήσει με την έννοια ότι ακούσια μπορεί να τον εμπνεύσουν. Έτσι, η μνήμη του πρέπει να είναι ιδιαίτερα οξυμμένη, ώστε να μπορεί να αναβιώνει την εμπειρία και να την καταθέτει στο χαρτί. Από την άλλη, η καταφυγή στη μνήμη, δηλαδή στο παρελθόν, σίγουρα μπολιάζει και τη δική μου ποίηση με αλλοτινά συναισθήματα ή σκέψεις, που μπορεί να άργησαν αλλά εν τέλει πυροδότησαν τη γραφή μου.
-Ο ποιητής γράφει για να εξηγήσει τον κόσμο ή για να τον αντέξει;
-Για να τον αντέξει. Νομίζω ότι η επιστήμη προσπαθεί να εξηγήσει τον κόσμο. Η ποίηση, και κάθε άλλη τέχνη, επιχειρούν να καταστήσουν περισσότερο προσιτό τον κόσμο στα μάτια πρώτα του ποιητή και ύστερα του αναγνώστη. Ο ποιητής προσπαθεί να χωρέσει στον κόσμο, να τον περπατήσει με τη δύναμη των λέξεων. Δεν τον ενδιαφέρει να βγάλει συμπεράσματα, να αποδεχτεί τετελεσμένα. Δεν υιοθετεί θέσφατα ούτε συμβιβάζεται με μια μονοδιάστατη αντίληψη για τον κόσμο. Ακόμα κι όταν θέλει να δραπετεύσει, επί της ουσίας μαρτυρά τον μόχθο του ν’ αντέξει τον κόσμο. Προσπαθεί να πιαστεί απ’ τους στίχους και να βρει απάγκιο στο κενό μεταξύ των λέξεων. Ενδόμυχα, ίσως, επιχειρεί να αλλάξει τον κόσμο.
-Αν η ποίηση ήταν μια μορφή αντίστασης, απέναντι σε τι θα αντιστεκόταν;
-Απέναντι σε καθετί που θέλει να τη στραγγαλίσει. Απέναντι σε κάθε μορφή ανελευθερίας, απέναντι σε οποιονδήποτε και οτιδήποτε απειλεί θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, με πρωταρχικό το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης του ανθρώπου και των λαών. Προσωπικά, θεωρώ ότι η ποίηση είναι πράξη αντίστασης.
Στο ποίημα «Δυο κόσμοι» της συλλογής «Υπό το καθεστώς ομηρίας» διακρίνετε δύο αντίθετες ηθικές στάσεις: εκείνους που αγωνίζονται για «ψωμί και δίκιο» και εκείνους που σιωπούν ή συμβιβάζονται.
-Πιστεύετε ότι η ποίηση μπορεί ακόμη να λειτουργήσει ως χώρος αντίστασης και ηθικής στάσης;
-Βεβαίως, η ποίηση αντανακλά τις απόψεις του δημιουργού της, είναι άμεσα συνδεδεμένη με την προσωπικότητά του και τις αντιλήψεις του. Και οι θιασώτες μιας ποίησης μετέχουν και παίζουν ενεργό ρόλο στην επιδραστικότητα αυτής της ποίησης. Σημειωτέον ότι δεν μπορούμε πάντοτε να αντιστοιχίσουμε με ασφάλεια τον δημιουργό με το έργο του. Δεν μπορούμε, δηλαδή, να γνωρίζουμε πόσο συνεπής απέναντι στο έργο του και τις απόψεις που αυτό εκφράζει στέκεται ο κάθε ποιητής. Εντούτοις, η πρόσληψη ενός ποιητικού έργου από τον αναγνώστη μπορεί να γονιμοποιήσει την ηθική και πνευματική κρίση.
-Στο ποίημα «Ράβε-ξήλωνε» γράφετε: «Αλλά τι να σου κάνουν και οι στίχοι
όταν η μοναξιά έχει ξηλώσει τα πιο αγνά, τα πιο τρυφερά σου όνειρα;»
-Πόσο μπορεί τελικά η ποίηση να «μαντάρει» τις πληγές της μοναξιάς και πού βρίσκονται, κατά τη γνώμη σας, τα όριά της;
-Η ποίηση μπορεί να σου δείξει τον δρόμο για την προσωπική σου Ιθάκη αλλά δεν μπορεί να γίνει η ίδια η Ιθάκη σου. Από κει και πέρα τόσο ο ποιητής όσο και ο αναγνώστης – γιατί πάντοτε ο ποιητής οφείλει να έχει στον νου και τον κάθε πιθανό ή και απίθανο αναγνώστη – θα φανεί κατά πόσο στάθηκαν ακέραιοι ή κατά πόσο λαβώθηκαν. Και θα φανεί από την πορεία που διέσχισαν.
-Στο ποίημα «Πραμάτεια» χρησιμοποιείτε τη λέξη «ξεπουλάμε», που παραπέμπει σε ένα είδος εσωτερικού παζαριού. Πιστεύετε ότι στη σύγχρονη εποχή η αξιοπρέπεια συχνά «ξεπουλιέται» απέναντι στο κέρδος; Είναι το ποίημα μια αναφορά στην εμπορευματοποίηση των συναισθημάτων και των ανθρώπινων σχέσεων;
-Ασφαλώς. Το ποίημα αυτό αποτελεί μια πικρή διαπίστωση της πρόσκαιρης και ευκαιριακής αγοραπωλησίας συναισθημάτων στον σύγχρονο κόσμο. Οι επιλογές του καθενός πολλές φορές βάζουν στο ζύγι την αξιοπρέπειά του και σήμερα, τουλάχιστον, η αξιοπρέπεια πουλιέται πολύ φτηνά. Θέλω να πιστεύω ότι δεν ήταν πάντα έτσι τα πράγματα, αλλά η επιδερμικότητα και η υποκρισία όλο και κερδίζουν έδαφος στις διαπροσωπικές σχέσεις.
-Στο ποίημα “Ελεύθερα” γράφετε: «Να ’χα φτερά και εγώ να πετούσα ελεύθερα, να γλίτωνα τυπικότητες και υποχρεώσεις… να δραπέτευα». Πόσο εφικτή είναι τελικά αυτή η «δραπέτευση» από τις κοινωνικές συμβάσεις; Είναι η επιθυμία της φυγής μια ουτοπία ή μια βαθιά ανθρώπινη ανάγκη;
-Είναι μια βαθιά ανθρώπινη ανάγκη και, συγχρόνως, ιδιαίτερα απαιτητική στην πραγμάτωσή της. Αυτό που έχει αξία, νομίζω, είναι οι μικρές νίκες στην καθημερινότητά μας που μας επιτρέπουν να δραπετεύουμε, έστω και για λίγο, απ’ ό,τι μας εγκλωβίζει. Δεν χρειάζεται να μας μαγεύουν τα μεγάλα και εντυπωσιακά πυροτεχνήματα. Αλλά οι μικρές στιγμές που νιώθουμε όμορφα με τον εαυτό μας επειδή καταφέραμε, έστω και κάτι μικρό, που μας επιτρέπει να ξεφύγουμε από την οποιαδήποτε συμβατικότητα, είναι πολύτιμες. Η αλλαγή της μεγάλης εικόνας, πιστεύω, ότι ξεκινά με τις μικρές αλλαγές, που καμιά φορά τις θεωρούμε ασήμαντες ή εύκολες, πριν καν τις επιχειρήσουμε.
-Στο ποίημα «Εν απορία» παρομοιάζετε την ειρήνη με την ποίηση, γράφοντας ότι «δεν πουλάει». Θεωρείτε ότι τόσο η ποίηση όσο και η ειρήνη υποτιμώνται σε έναν κόσμο που κυριαρχείται από την οικονομική λογική του κέρδους;
-Είναι ιδιαίτερα επίκαιρη η ερώτησή σας, καθώς ακριβώς αυτή τη στιγμή που μιλάμε βλέπουμε ότι στον παγκόσμιο χάρτη το ζητούμενο είναι η ειρήνη και το δεδομένο είναι ο πόλεμος. Ο πόλεμος κρατά τα ηνία απέναντι σε μια ειρήνη φοβισμένη. Η ειρήνη είναι όμηρος του πολέμου. Και όπως ακριβώς το κέρδος στον χώρο του βιβλίου δεν προκύπτει από την πώληση της ποίησης, έτσι και το κέρδος στον κόσμο μας δεν το φέρνει η ειρήνη, αλλά το εμπόριο όπλων και τα ιμπεριαλιστικά σχέδια του πλανητάρχη. Αλλά βέβαια αυτό δεν είναι κάτι νέο, είναι το κατεξοχήν χαρακτηριστικό του οικονομικού συστήματος που μας ηγεμονεύει.
-Στο ποίημα «Ο δάσκαλος» ο εμπνευσμένος εκπαιδευτικός μοιάζει σχεδόν ανατρεπτικός μέσα σε ένα σύστημα που ευνοεί τη συμμόρφωση. Είναι τελικά η δημιουργικότητα στην εκπαίδευση μια μορφή «επικίνδυνης ελευθερίας»; Η μορφή αυτού του δασκάλου θυμίζει έντονα τον ιδεαλισμό της ταινίας Dead Poets Society. Ή κάνω λάθος;
-Η επισήμανσή σας με χαροποιεί ιδιαίτερα, καθώς πρόκειται για μια εξαιρετική ταινία και η συσχέτιση αυτή είναι τιμητική για μένα. Και, πράγματι, το εκπαιδευτικό σύστημα, όσο πρωτοποριακό και καινοτόμο κι αν θέλει να εμβαπτίζεται, παραμένει στη βάση του συστημικό. Επομένως, οτιδήποτε αμφισβητεί το πολιτικό και οικονομικό σύστημα, θεωρείται casus belli.
-Στο ποίημα «Ασυμπτωματικός» η ιδεολογική μεταμόρφωση του ήρωα συμβαίνει «εν κρυπτώ», χωρίς εμφανή σημάδια. Πιστεύετε ότι σήμερα, στην Ελλάδα, πολλοί νιώθουν πως οι ιδεολογίες τελείωσαν και ότι όλα πλέον καθορίζονται από το χρήμα;
-Ναι και δεν τους αδικώ. Σε μια εποχή που το χρήμα έχει θεοποιηθεί και αποτελεί το εισιτήριο για κάθε είδους επιτυχία, εύλογα η ιδεολογία πνέει τα λοίσθια. Και, δυστυχώς, αυτό είναι και το πιο σημαντικό σύμπτωμα της απουσίας ταξικής συνείδησης. Όταν κανείς δεν έχει ισχυρά ηθικά και κοινωνικά ερείσματα, εύκολα παρασύρεται στη νόρμα της εποχής του.
-Σήμερα, αρκετοί εκδοτικοί οίκοι, συνήθως μικροί αλλά ουσιαστικοί όπως ο “Μετρονόμος”, συνεχίζουν να εκδίδουν ποίηση παρά το περιορισμένο κοινό και τις οικονομικές δυσκολίες. Θα λέγατε ότι πρόκειται για ρομαντισμό ή υπάρχει πραγματική πίστη στη δύναμη της ποίησης να επηρεάζει τον κόσμο;
-Εν πολλοίς νομίζω ότι οι δύο διαστάσεις που αναφέρεται επικαλύπτονται. Δηλαδή η ρομαντική προσέγγιση θέλει την ποίηση να έχει περισπούδαστο ρόλο στην εποχή μας με την πίστη ότι μπορεί να αποτελέσει καταφύγιο σε καιρούς δύσκολους και ρευστούς. Βεβαίως, οι μικροί εκδοτικοί οίκοι που αγαπούν και στηρίζουν την ποίηση νιώθουν μια ηθική και συναισθηματική ανάταση και, συγχρόνως, προσπαθούν – επειδή δεν παύουν να είναι επιχειρήσεις άρα και να ενδιαφέρονται για το κέρδος, ως βασικό ζητούμενο για τη μακροημέρευσή τους – να ισοσκελίσουν το τίμημα προσθέτοντας στον κατάλογό τους και τίτλους περισσότερο εμπορικούς.
-Και τελικά, ποιος είναι ο πραγματικός «όμηρος» σε αυτή τη συλλογή: ο άνθρωπος ή ο χρόνος;
-Θα έλεγα ότι είναι ο άνθρωπος που επιμένει να κυνηγά τον χρόνο έχοντας, παράλληλα, επίγνωση της ματαιότητας αυτής του της προσπάθειας.

Η συζήτηση με τον Δημήτρη Μπαλτά αποκαλύπτει ότι η ποίηση, ακόμη και όταν μιλά για εγκλωβισμούς, δεν παύει να αναζητά διέξοδο. Στη συλλογή “Υπό καθεστώς ομηρίας”, ο λόγος λειτουργεί σαν μια λεπτή ρωγμή μέσα από την οποία περνά το φως. Μια υπενθύμιση ότι, ακόμη και μέσα στις πιο στενές συνθήκες, ο άνθρωπος διατηρεί την ανάγκη και την ικανότητα να ονειρεύεται, να θυμάται και να αντιστέκεται. Ίσως τελικά η ποίηση να μην καταργεί τα δεσμά της πραγματικότητας. Μπορεί όμως να μας διδάξει πώς να τα κοιτάζουμε αλλιώς. Και αυτό, συχνά, είναι ήδη μια μορφή ελευθερίας. Καλοτάξιδη να είναι!
