You are currently viewing Μάγδα Παπαδημητρίου – Σαμοθράκη: Συνομιλώντας για το “Κορίτσι διαμάντι” Ο Γιώργος Πολίτης με τη Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη

Μάγδα Παπαδημητρίου – Σαμοθράκη: Συνομιλώντας για το “Κορίτσι διαμάντι” Ο Γιώργος Πολίτης με τη Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη

Το όγδοο βιβλίο του Γιώργου Σ. Πολίτη, «Κορίτσι-Διαμάντι» που κυκλοφόρησε στις προθήκες των βιβλιοπωλείων στα τέλη του προηγούμενου μήνα, μας μεταφέρει στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, από τη δεκαετία του ’60 έως τη δεκαετία του ’80, φωτίζοντας την εμμονή της κοινωνίας με την εικόνα και το φαίνεσθαι. Σε ένα περιβάλλον όπου η βιτρίνα υπερισχύει της ουσίας, η μυθοπλαστική ιστορία καθρεφτίζει με ρεαλισμό την αγωνιώδη προσπάθεια της αστικής τάξης να διατηρήσει «καθαρή» την εικόνα της, την ώρα που πίσω της υποβόσκει μια σκληρότερη πραγματικότητα. Στο κέντρο του μυθιστορήματος βρίσκεται η Ερατώ, μια γυναίκα που από νεαρή ηλικία μαγνητίζεται από ένα ζευγάρι πράσινα μάτια και περνά τη ζωή της αναμετρώμενη με τις επιλογές και τα ένστικτά της. Η διαδρομή της αναδεικνύει τη δύναμη της αγάπης, το κόστος της αξιοπρέπειας, τη σημασία της συγχώρεσης και της προσφοράς.
Τη συναντάμε στα σαράντα πέντε της χρόνια, καθισμένη στο περβάζι της ταράτσας στο Νέο Ηράκλειο, να κοιτάζει τη ζωή της με σκεπτικισμό, καθώς ακόμη και το «τίποτα» αποκτά σταδιακά νόημα. Η αφήγηση διερευνά τη ζωή και τον θάνατο, την εσωτερική πάλη και τη σχέση με το παρελθόν. Οι χαρακτήρες-πρωτεύοντες και δευτερεύοντες- δεν λειτουργούν απλά ως πρόσωπα της πλοκής αλλά αποτελούν φορείς κοινωνικών στάσεων και πιέσεων. Οι γονεϊκές φιγούρες, οι σύντροφοι και το κοινωνικό περιβάλλον εγγράφονται στη μνήμη της ηρωίδας ως καθρέφτες και αντίβαρα, αποκαλύπτοντας τις ρωγμές και τις αντιφάσεις της.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει το μεταναστευτικό στοιχείο μέσα από την ιστορία του αγαπημένου της Σουαχίλ. Διασχίζοντας τον Έβρο και φτάνοντας στην Αθήνα ρακένδυτος, έχοντας παραδώσει τα χρήματά του στους διακινητές, γίνεται ζωντανή αντανάκλαση των εννοιών της επιβίωσης, της αδικίας και της κοινωνικής εξάρτησης. Η δική του ιστορία λειτουργεί ως ηθικός και κοινωνικός αντίλαλος στην εσωτερική αναζήτηση της Ερατώς, συνδέοντας την προσωπική πάλη με τις ευρύτερες κοινωνικές ανισότητες.
Ο τίτλος είναι βαθιά συμβολικός: το «κορίτσι» παραπέμπει στην αθωότητα και την πρώτη επιθυμία, ενώ το «διαμάντι» υποδηλώνει την ανθεκτικότητα, τις σκληρές γωνίες και τις ρωγμές που δημιουργεί η πίεση. Ένα διαμάντι λάμπει επειδή έχει δοκιμαστεί. Το ερώτημα που τίθεται είναι υπαρξιακό: μπορεί να σπάσει χωρίς να χάσει την αξία του;
Στο «Κορίτσι-Διαμάντι», ο καθρέφτης λειτουργεί ως κεντρικό σύμβολο αυτογνωσίας και ψυχικής αντανάκλασης. Η Ερατώ, κοιτάζοντάς τον, αναμετράται με τις επιλογές, τις σιωπές και τις ρωγμές της, αντιπαραθέτοντας την εσωτερική της πραγματικότητα με τις κοινωνικές προσδοκίες. Όπως το διαμάντι του τίτλου, έτσι και ο καθρέφτης δείχνει ότι η αξία δεν χάνεται μέσα από τα σπασίματα, οι ρωγμές αναδεικνύουν την αλήθεια και το βάθος της προσωπικότητας, καθιστώντας τον καθρέφτη όχι μόνο αντικείμενο, αλλά μεταφορά της ίδιας της ανάγνωσης.
Η εικαστική σύνθεση του εξωφύλλου από τη Βίκυ Αυδή ενισχύει το μυθιστόρημα. Η μοναχική γυναικεία φιγούρα, καθισμένη στο γείσο της ταράτσας, ανάμεσα σε γεωμετρικά αστικά τοπία και αντιθέσεις θερμών-ψυχρών τόνων, ενσαρκώνει την απομόνωση και την εσωτερική ένταση. Η εικόνα συνομιλεί με το ψυχολογικό βάθος της ηρωίδας, αναδεικνύοντας την αστική μοναξιά αλλά και την εσωτερική της λάμψη.
«Θέλω να ζήσω, μάνα. Θα γυρίσω νωρίς, σ’ το υπόσχομαι. Τι λες, να πάω;»
Θυμάμαι πώς περίμενα την απάντηση της μάνας μου, τότε που ήμουν έφηβη, μαγνητισμένη από τα υπέροχα πράσινα μάτια της. Εκείνα τα μάτια που κατάφερναν να υπνωτίζουν κάθε μου βούληση και με έκαναν να υποτάσσομαι σε θελήσεις που δε με αντιπροσώπευαν. Τώρα που σας μιλάω, έχω συμπληρώσει ήδη σαράντα πέντε χρόνια ζωής. Κάθομαι στο περβάζι της ταράτσας του πατρικού μου σπιτιού στο Νέο Ηράκλειο, κουνώντας τα πόδια μου στο κενό και χλευάζοντας όλους τους λόγους που θα έκαναν τη ζωή μου να δείχνει όμορφη. Θα μπορούσα, αν ήθελα, να ουρλιάξω ή να κάνω τη μεγαλύτερη απρέπεια που περνάει από το μυαλό σας, επειδή είναι πραγματικά απίστευτα τα δικαιώματα που αποκτά κάποια η οποία έχει αποφασίσει να δώσει τέλος στη ζωή της.
Κατανόηση ζητάω από σας και αποδοχή, τώρα που το τίποτα φαντάζει να αποκτά νοήματα μεστά. Για να τo πετύχω όμως, θα πρέπει να γυρίσω πολλά χρόνια πίσω…”
Οι συνεχείς ανατροπές του έργου δεν λειτουργούν ως απλά τεχνάσματα πλοκής. Κάθε αποκάλυψη μεταβάλλει την οπτική του αναγνώστη, οδηγώντας σε επαναξιολόγηση σχέσεων και αποδόμηση βεβαιοτήτων. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση καθιστά τον αναγνώστη μάρτυρα μιας συνείδησης που δοκιμάζεται και επαναπροσδιορίζεται. Η μεστή γραφή, το βαθύ ψυχογράφημα και ο ασταμάτητος ρυθμός καθιστούν το «Κορίτσι-Διαμάντι» ένα μυθιστόρημα που διαβάζεται απνευστί και αφήνει επίμονα ερωτήματα: Πόσα σπασίματα αντέχει ένας άνθρωπος πριν χάσει τον εαυτό του; Και μήπως τελικά η αξία δεν μειώνεται από τις ρωγμές, αλλά αποκαλύπτεται μέσα από αυτές;
Η επικείμενη συνέντευξη με τον συγγραφέα προσφέρει την ευκαιρία να διερευνηθούν οι αφηγηματικές επιλογές, ο συμβολισμός, η λειτουργία των χαρακτήρων και ο τρόπος με τον οποίο ένα λογοτεχνικό έργο μπορεί να αγγίξει, να προβληματίσει και να φωτίσει την ανθρώπινη εμπειρία.


-Στο “Κορίτσι-Διαμάντι” αποδομείτε την κοινωνική βιτρίνα και εκθέτετε τις ρωγμές πίσω από το “καθώς πρέπει”. Πιστεύετε ότι η σύγχρονη κοινωνία έχει αλλάξει ουσιαστικά ή απλώς έχει τελειοποιήσει τους μηχανισμούς απόκρυψης;
Οι κοινωνικοί θεσμοί δύσκολα αλλάζουν. Θα έλεγα ότι εκσυγχρονίζονται και φαίνονται αλλιώτικοι μα στο βάθος τους παραμένουν ίδιοι. Κάποια στερεότυπα, ναι, αυτά έχουν αλλάξει. Οι ηθικές άλλωστε ποτέ δεν ήταν σταθερές. Πάντα ακολουθούσαν την πρόοδο και το ανάλογο με τις γεωγραφικές συντεταγμένες, ρεύμα… οι ανάγκες όμως των ανθρώπων πολύ δύσκολα αλλάζουν. Και σήμερα (όπως και παλαιότερα) όλοι προωθούν μια εικόνα αλλιώτικη από την πραγματική τους. Δείτε τις αλλοιωμένες φωτογραφίες στα social…. Τότε, τα χρόνια εκείνα προέβαλαν την οικογένεια ως σύνολο στην κοινωνία, σήμερα προβάλλεται το άτομο…
-Στη σελίδα 67 διαβάζουμε “Η Ερατώ θα παντρευτεί αυτόν που θα της πω εγώ και θα περάσει ζωή χαρισάμενη” Η φράση διατυπώνεται ως βεβαιότητα, σχεδόν ως δικαίωμα. Θεωρείτε ότι η μορφή που τη λέει πιστεύει πραγματικά πως προστατεύει την Ερατώ ή συνειδητά ασκεί έλεγχο;
Τα πράγματα την εποχή εκείνη ήταν κάπως μπερδεμένα. Η επιβολή θεωρείτο χρέος των γονιών. Το παιδί μπορεί να ήθελε αλλά αν η επιθυμία του δεν συνέπιπτε με εκείνη των γονιών απορριπτόταν με συνοπτικές διαδικασίες. Οπότε η μάνα της Ερατώς ασκούσε δικαίωμα και υποχρέωση ταυτόχρονα. Δικαίωμα επιβολής στο παιδί της και υποχρέωση να τη βάλει στη σωστή πορεία.
-Στη σελίδα 345 διαβάζουμε  “Τελικά η ζωή θα μπορούσε να είναι ακόμη πιο όμορφη”. Θεωρείτε ότι αυτό εξαρτάται από τις προσωπικές μας επιλογές ή από το κοινωνικό περιβάλλον που συχνά αποφασίζει για εμάς;
Κυρίως από τις προσωπικές μας επιλογές. Το κοινωνικό περιβάλλον πάντα θα υπάρχει και πάντα θα αντιστέκεται σε κάθε τι νεωτεριστικό μιας και ορίζεται από τη συντηρητική πλειοψηφία. Η πλειοψηφία άλλωστε δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετική καθόσον οδηγείται από τις βασικές ανθρώπινες ανάγκες. Μια από αυτές είναι η σιγουριά, τα μικρά βήματα στα γνωστά μέρη… η ασφάλεια που υπερνικά τον φόβο του άγνωστου…
-Σε μια εποχή όπου η ταχύτητα της οθόνης κυριαρχεί και ο χρόνος για ανάγνωση συρρικνώνεται, ανησυχείτε ότι χάνουμε την ικανότητα της βαθιάς σκέψης που καλλιεργεί το βιβλίο; Πού πάμε ως κοινωνία;
Κανείς δεν μπορεί να πει όχι στην εξέλιξη. Αυτή έχει και τα καλά και τα κακά της. Ναι σήμερα ο κόσμος διαβάζει λιγότερο και δείχνει να τα ξέρει όλα. Μάλλον το δεύτερο τροφοδοτεί το πρώτο. Δεν θα έλεγα ότι οι άνθρωποι γνωρίζουν λιγότερα σήμερα απλά ξέρουν εκείνα που τους χρειάζονται με τη διαφορά πως η τεχνολογία τους αναγκάζει να χρειάζονται λιγότερα… Αν κάποιος μπορεί να ευτυχίσει γνωρίζοντας λίγα κανείς δεν θα μπορεί να του πει τίποτα από την στιγμή που εκπληρώνει τον σκοπό του. Μπορεί όμως να σταθεί επάξια σε μια κοινωνία που η ανάλυσή της απαιτεί όλο και περισσότερες γνώσεις ώστε να κρίνει κάποιος σωστά;
-Καλοτάξιδο να είναι το «Κορίτσι-Διαμάντι», Γιώργο Πολίτη. Εύχομαι οι σελίδες του να αγγίξουν αναγνώστες που θα αναγνωρίσουν μέσα τους τις ίδιες ρωγμές και την ίδια ανάγκη για φως. Γιατί τα βιβλία που μιλούν με ειλικρίνεια στην ψυχή, πάντα βρίσκουν τον δρόμο τους.

 

Ο Γιώργος Σ. Πολίτης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1960, σπούδασε αρχιτεκτονική εσωτερικών χώρων και ζωγραφική και έχει παρακολουθήσει σεμινάρια φιλοσοφίας, ψυχολογίας και πολιτικής οικονομίας. Είναι συγγραφέας μυθιστορημάτων και θεατρικών έργων: πέρα από το Κορίτσι‑Διαμάντι, έχουν εκδοθεί από τον Ψυχογιό άλλα βιβλία του, όπως Το Προξενιό της Ιουλίας, Το Τελευταίο Φιλί και Ο Επισκέπτης.

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.