Τα τελευταία χρόνια η βιβλιογραφία για το έργο του Γιάννη Σκαρίμπα εμπλουτίζεται διαρκώς με εκδόσεις μελετών, που το φωτίζουν πολύπλευρα και το καθιστούν προσιτότερο στο ευρύ αναγνωστικό κοινό. Εκδίδονται μελέτες και γράφονται άρθρα που λειτουργούν ως κίνητρο για εμβάθυνση στα κείμενά του και αποκαλύπτουν πτυχές της προσωπικότητάς του.
Στη σχετική βιβλιογραφία πρόσφατα προστέθηκε ένα ακόμη βιβλίο της Σούλας Παπαγεωργοπούλου, γνωστής και έγκριτης μελετήτριας του Σκαρίμπα, με τίτλο Γιάννης Σκαρίμπας, Αχ, ναι. Πυρ, γυνή και θάλασσα, το ξέρω (2025).
Η ενασχόλησή της με το σκαριμπικό έργο έχει την αφετηρία της στην εκπόνηση της διδακτορικής διατριβής της με τίτλο «Ανέκδοτα και αθησαύριστα κείμενα του Γιάννη Σκαρίμπα», που εκδόθηκε το 1995. Έκτοτε, για το έργο του Σκαρίμπα εξέδωσε αρκετά βιβλία, όπως: Για τον Γιάννη Σκαρίμπα. 8 κείμενα και 1 συνέντευξη με την Τασία Σελέκου-Τσόπανου (2006), «Λαμπρό το διήγημά σας…». Τα πρώτα συγγραφικά βήματα του Γιάννη Σκαρίμπα (2014), Ο Γιάννης Σκαρίμπας αλληλογραφεί «στις πλάνες μου κανένας δε με φτάνει» (2017), Μια «Πατρίδα» για τον Σκαρίμπα (2019), Εφημερίδα «Πατρίς», 1957 (Επίτιμος Διευθυντής: Γιάννης Σκαρίμπας). Η Χαλκίδα αγκαλιάζει τον κυπριακό αγώνα (2019), «…που να μην έσωνα να ξέρω αλφαβήτες…». Ο Σκαρίμπας και οι άλλοι. Ο Γιάννης Σκαρίμπας ως κριτικός (2021), Ένας υπέροχος σκαριμπικός κόσμος (2022).
Η σπουδαιότητα των μελετών αυτών της Σούλας Παπαγεωργοπούλου έχει τη βάση της σε τρία δεδομένα. Το πρώτο δεδομένο είναι ότι εντρύφησε στην πνευματική πορεία του δημιουργού σε όλες τις χρονικές φάσεις και οι εργασίες της αποτελούν βοήθημα για κάθε αναγνώστη που επιθυμεί να καταπιαστεί με τον σκαριμπικό λόγο. Το δεύτερο δεδομένο είναι ότι ο «ιδαλγός της Χαλκίδας» την τιμούσε με τη φιλία του και της εμπιστεύθηκε σημειώσεις από το έργο του και σχετικά σχόλια στις συχνές συζητήσεις τους. Το τρίτο δεδομένο είναι ότι η Σούλα Παπαγεωργοπούλου μελέτησε σε βάθος τις σχετικές μελέτες αλλά και όλο το έργο του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου, ενός άλλου σημαντικού εκπροσώπου της πνευματικής Χαλκίδας αλλά και των ελληνικών Γραμμάτων γενικότερα.
Το τελευταίο της, λοιπόν, βιβλίο Γιάννης Σκαρίμπας, Αχ, ναι. Πυρ, γυνή και θάλασσα, το ξέρω, που κυκλοφόρησε το 2025 από τις εκδόσεις «Κοράλλι», βοηθά τον απλό αναγνώστη να κατανοήσει καλύτερα τα έργα του Σκαρίμπα.
Το αναφέρει και η ίδια στον πρόλογο του βιβλίου: «Θεωρώ ότι ο καλύτερος τρόπος για να συνειδητοποιήσει κάποιος την αξία ενός λογοτέχνη –αν, βεβαίως, δικαιούται να χαρακτηρίζεται σημαντικός– δεν είναι να τον ανατέμνει σε χειρουργικό τραπέζι, αναζητώντας τις «πράξεις και τις παραλείψεις» του. Οπωσδήποτε οι επιστημονικές–φιλολογικές αναλύσεις για την αξιολόγηση του έργου ενός δημιουργού είναι απαραίτητες. Ωστόσο, πώς ο απλός αναγνώστης, που δεν κατανοεί τους όρους και τις μεθόδους της φιλολογίας, θα αισθανθεί την πληρότητα που προσφέρουν τα κείμενα των μεγάλων λογοτεχνών;»
Και ο απλός Χαλκιδαίος αναγνώστης δικαιούται περισσότερο από κάθε άλλον να αισθανθεί την πληρότητα των κειμένων του Γιάννη Σκαρίμπα, αφού η Χαλκίδα υπήρξε γι’ αυτόν ό,τι υπήρξε η Αλεξάνδρεια για τον Καβάφη, η Σκιάθος για τον Παπαδιαμάντη, η Πρέβεζα για τον Καρυωτάκη. (Το υπογραμμίζει η συγγραφέας στον πρόλογο του προηγούμενου βιβλίου της Ένας υπέροχος σκαριμπικός κόσμος). Υπενθυμίζω απόσπασμα επιστολής την οποία ο Σκαρίμπας απέστειλε στις 8.3.1937, δηλαδή πριν από 89 χρόνια, προς την εφημερίδα «Πανευβοϊκόν Βήμα»:
Τα βιβλία μου όλα, τα πεζά μου, οι στίχοι μου οι συζητήσεις μου, τα άρθρα μου, όλα-όλα, από τη Χαλκίδα μιλούν και εμπνέονται, εν ονόματί της κινάνε. Δεν της εχάρισα τίποτε, παρά από την ομορφιά της πήρα και είπα, την άφθαστη. Σφυράει αυτή –σαν μέσ’ από κούφιο καλάμι– στο είναι μου κι οι άλλοι νομίζουν πως είμαι εγώ που τραγουδώ τους σκοπούς της! Δικά της, απ’ τα δικά της, της πρόσφερα…
Την καριέρα μου (την κοινωνική), την υγεία μου, και όπως θάταν μοιραίο κι επόμενο, την οικογένειά μου, κι αυτήν, τάπαιξα, όλα αυτά, στην αγάπη της. Μα τι αξία μπορεί νάχουν αυτά –όπως είναι φευγαλέα κι εγκόσμια- μπρος στην αστραπή της γητειάς της; Της οφείλω τα πάντα και την ευγνωμοσύνη μου ακόμα. Παροδικός, μικρός κι αδύναμος θα περάσω όπως θα περάσουμε όλοι. Αυτή όμως θεμελιωμένη μέσ’ στους αιώνες κι’ αθάνατη θα γράψει ίσως κάποια στιγμή και για μένα: “Έκαμε και ο Σκαρίμπας το χρέος του“.
Στο βιβλίο της η Σούλα Παπαγεωργοπούλου τονίζει με έμφαση την πρόσδεση και την απεριόριστη αγάπη του Σκαρίμπα για τη Χαλκίδα, παρά την ανιαρή καθημερινή βιοποριστική εργασία του και παρά την περιορισμένη πνευματική ζωή που υπήρχε στην πόλη. Μας θυμίζει μάλιστα στίχους από το ποίημά του «Αλλαγή επαγγέλματος».
[…] Κι ήμουν εγώ. Τη γης εδώ όπου δουλειά και κρότοι
εμένα η υπηρεσία μου στο τελωνείον ήτον:
διασαφήσεις να ιστορνώ δι’ «εν κιβώτιον» ότι
«εκ ξύλου –ήτανε–κοινού» μ’ «εν τούτοις και ουχ ήττον!»
Κι ήρθες εσύ! Και να η ζωή ξεφεύγει του σκοπού της,
για σένα ο Μάης τώρ’ ανθεί, κισσοί κρεμάν στους τοίχους
κι εγώ χωρίς κιβώτιον και δίχως πια «εν τούτοις…»
μνέσκω τα τσαλιμάκια σου να κάνω φως και στίχους
Μας θυμίζει στίχους και από άλλα ποιήματά του στα οποία αναφέρεται ευθέως στη Χαλκίδα ποίημα:
[…] Να τρέμει
ζαγάρι εντός μου– η Χαλκίδα και τα όρη.
Κι εκεί να τόχουν συνεπάρει οι ανέμοι
μετέωρο –μες στις αχλές του– το βαπόρι…
«Το εισιτήριο»
Στα σβηστά και στ’ αμίλητα να πηγαίνω. Θα τρέμει
η Χαλκίδα –κατάρατη– ένα μάτσο πληγές,
ήσαν χρώμα τα σπίτια της, ζουγραφιές οι ανέμοι
και οι δρόμοι μπογιές!
«Έρωτας ζωγράφος»
Τέλος, η συγγραφέας επιλέγει χαρακτηριστικά αποσπάσματα και από πεζά του, στα οποία, επίσης, ο δημιουργός εκφράζει την αθεράπευτη αγάπη για τη Χαλκίδα.
Πάγαινα κ’ η νύχτα άσπριζε∙ άσπριζε μάτια μου ο δρόμος, άσπριζαν τα σπίτια. Αχ! Τι γλυκά που είναι στη Χαλκιδα με φεγγάρι. Καθώς πηγαίνεις φέγγει ο τόπος∙ λάμπουν τ’ αστέρια τ’ ουρανού∙ τα κύματα της θάλασσας. Κοιτάς τα σπίτια και ξέρεις πως κοιμώνται μέσ’ στις κάμαρές των οι άνθρωποι. Κάθεσαι και σκέπτεσαι με ησυχία τη ζωή σου. Α! είναι πολύ ωραία στη Χαλκίδα με φεγγάρι.
«Η Χρυσόμυγα της βρώμας»
Προφανώς η Σούλα Παπαγεωργοπούλου σε αναγνώριση της μεγάλης αγάπης τού Σκαρίμπα για τη Χαλκίδα, με τα βιβλία της δεν αναδεικνύει μόνο το έργο του αλλά ανταποδίδει το χρέος της Χαλκίδας προς τον σπουδαίο αυτόν πνευματικό άνθρωπο.
Ο τίτλος «Αχ ναι. Πυρ, γυνή και θάλασσα, το ξέρω» είναι φράση που ειπώθηκε από τον Σκαρίμπα για να δηλώσει τους παράγοντες που τον καθιέρωσαν ως δημιουργό. Όντως τα κείμενά του είναι έμφορτα από εικόνες της θάλασσας και από την παρουσία της γυναίκας. Θάλασσα και γυναίκα απλώνονται ως φωτιά και μετασχηματίζονται σε ποιήματα ευαισθησίας και νοσταλγίας.
Στην πρώτη ενότητα του βιβλίου, η συγγραφέας αναφέρεται στην εξέχουσα θέση που έχει η γυναίκα στο έργο του και στην έμπνευση που αντλούσε από την παρουσία της στη ζωή του Ένα μικρό απόσπασμα από το μυθιστόρημα Μαριάμπας είναι αρκετά ενδεικτικό της έντασης με τον οποίο ζούσε τον έρωτά του προς τη Φιγιέττα Πνευματικού, που τον εξωτερίκευε μάλιστα, όταν, το 1934, έγραφε τον Μαριάμπα.
Αχ κοίτα-κοίτα!. Κοίτα χέρι, κοίτα πόδι, κοίτα πάτημα!. Είναι σαν να τη φέρνουν τα ψέματα, τα παραμύθια κι’ η πλάνη!.
Το ίδιο έτος όμως η Φιγιέττα πέθανε και έκτοτε έγινε ιδέα και πρότυπο ερωμένης. Στο έργο του, βεβαίως, αναφέρονται και άλλα γυναικεία ονόματα, όπως Μύριαμ Χόπκινς Λάι, Νανά Κελαδή, Σιωπία, Μαίρη Δεπάνου, Αγγέλα, Κάι Τσου, Ουλαλούμ, Αναμπέλα-Λη, Ραχέλα, Έλυζε Μαίηλυ, Μαριώ, Αγγέλω, Ταμάρα, Λίζα Μπράουν. Δεν παραλείπει, όμως, να μνημονεύει τη μοναδική Φιγιέττα, επισημαίνει η Σούλα Παπαγεωργοπούλου και για του λόγου το αληθές παραθέτει ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημα Το Βατερλώ δυο γελοίων.
Άρχισα άλλη μια φορά την ψαχούλα. Τράβηξα όξω την πίπα μου, ένα ψεύτικο αυγό και δυο χάντρες. Και πάλι του παπά κειο το κάδρο. Συνέχεια ένα κόκκαλο πιάνου. Ύστερα έν’ αντρίκειο γάντι υποκίτρινο, καμένο –από τσιγάρο– αψηλά του! […]. Και τράβηξα ένα χαρτί απ’ την τσέπα. Ήταν ένα παλιό τηλεγράφημα. Το κείμενο έλεγε: «Σύμφωνοι». Υπογραφή λέω: «Φιγιέττα…».
Όμως, η εξιδανίκευση της ερωμένης δεν υφίσταται από τη στιγμή που αυτή ανταποκρίνεται. Ο Σκαρίμπας δεν αρκείται, δεν επαναπαύεται, δεν ικανοποιείται με την κατάκτηση. Προχωρεί σε εκ νέου αναζήτηση του έρωτα, γιατί αρέσκεται πάντοτε στο να δημιουργεί όνειρα και να αρχίζει μια αδιάκοπη προσπάθεια, έναν ατέρμονο αγώνα για την εκπλήρωσή τους. Φθάνει σε έναν σταθμό αλλά γι αυτόν αποτελεί πάντα αφετηρία για νέα ταξίδια με τον νου και τη φαντασία.
Στη δεύτερη ενότητα, η συγγραφέας αναλύει το τρίτο κατά τον Σκαρίμπα, «κακό», τη θάλασσα. Είναι ο χώρος στον οποίο ο ποιητής επιβιβασμένος σε ένα παράξενο καράβι πρόκειται να ανοιχτεί σε θάλασσες ονειρικές, να φθάσει σε μέρη που βρίσκονται πέρα από τα όρια του κόσμου – στα χάη.Το καράβι αυτό, «με δίχως κατάρτια με δίχως πανιά», «γέρνει επικίντυνα προς το δεξί του πλευρό με τα όκια γλαρά προς τα χάη», αλλά θα τον ταξιδέψει σε έναν άλλον κόσμο, τελείως διαφορετικό.
Ο Σκαρίμπας,ωστόσο,ταξίδευε μόνο με τη φαντασία του. Δεν ταξίδεψε σχεδόν καθόλου επισημαίνει η συγγραφέας και παραπέμπει σε όσα γράφει ο Μενέλαος Λουντέμης στο βιβλίο του Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους.
Παράξενος πολύ ο κυρ-Γιάννης. Είχε ένα στρογγυλό κεφάλι με μεγάλο, βασανισμένο κούτελο και σφιχτό μπόι. Καθόταν στο γραφείο του με τις φορτωτικές μπροστά του, κι έγραφε βιβλία. Σκέπαζε με το ’να του χέρι το στόμα του∙ και με τ’ άλλο χυμούσε με το μολύβι πάνω στα χαρτιά και τα γιόμιζε λόγια. Ύστερα τραβούσε μια βαθιά ρουφηξιά απ’ το τσιγάρο του κι έκλεινε τα μάτια∙ μα ξάφνου τα ξανάνοιγε σαν να τον ξυπνούσαν με τσιμπιά κι ξαναχυνόταν στα χαρτιά.
Παρά ταύτα όμως γνώριζε καλά τη ναυτική ζωή και τις ασχολίες που συνδέονται με αυτή. Οι σχετικές γνώσεις του οφείλονται και στο ότι υπηρέτησε ως τελωνοφύλακας αλλά και στο ότι από το σπίτι στου, στη Χαλκίδα, έβλεπε τη θάλασσα. Ήταν φυσικό, λοιπόν, να πλάθει με τη φαντασία του ταξίδια που δεν έκανε ποτέ και να παραλληλίζει τη ζωή με ένα ναυτικό ταξίδι. Το πλοίο, σταθερό μοτίβο, έρχεται και επανέρχεται στις γραφές του άλλοτε για να φορτώσει λύπες και στενοχώριες και να φύγει και άλλοτε να τον ταξιδέψει, πάντα με τη φαντασία, σε μέρη ερημικά. Σε μέρη απόκοσμα, όπου όλα ακινητούν, σε προορισμούς που δεν αναγγέλλονται και δεν προσδιορίζονται.
Όλα αυτά η Σούλα Παπαγεωργοπούλου τα αποτυπώνει στο βιβλίο της με λόγο απλό, με εικόνες έντονες και με τρόπο που προσελκύει το ενδιαφέρον και του αμύητου στη σκαριμπική γραφή αναγνώστη. Δόκιμη μελετήτρια και με το βιβλίο της αυτό συμβάλλει στην περαιτέρω ανάδειξη του έργου του αντισυμβατικού Γιάννη Σκαρίμπα και προσθέτει μία ακόμη ψηφίδα στη σχετική βιβλιογραφία.
