You are currently viewing Μάνος Λαμπράκης:Η ανυπότακτη αλήθεια του Πάσχα

Μάνος Λαμπράκης:Η ανυπότακτη αλήθεια του Πάσχα

Το ορθόδοξο Πάσχα φέτος προσέρχεται πολύ βαρύτερο, πολύ σκοτεινότερο, σχεδόν τραυματισμένο από την ίδια την ιστορία που το περιβάλλει, σαν να διέρχεται μέσα από ρήγματα, μέσα από καμένα σώματα, μέσα από ερείπια, μέσα από μια παγκόσμια αγρύπνια τρόμου που δεν αφήνει πλέον τη λατρεία να κατοικεί στην αθωότητά της. Η Παλαιστίνη δεν είναι φέτος ένα μακρινό γεωγραφικό υπόμνημα της χριστιανικής μνήμης, αλλά το φρικτό παρόν ενός κόσμου όπου η σάρκα συντρίβεται, οι πόλεις απογυμνώνονται, η μητέρα θρηνεί, το παιδί εκτοπίζεται, η προσευχή διακόπτεται από τον θόρυβο της εξόντωσης. Και ο ίδιος ο Πανάγιος Τάφος, ο τόπος εκείνος όπου η εκκλησιαστική συνείδηση επιστρέφει για να αντικρίσει όχι ένα μνημείο αλλά το κενό του θανάτου που νικήθηκε, περιβάλλεται από περιορισμούς, δυσχέρειες, σκιά, σαν να υπομνηματίζει με έναν τρόπο σχεδόν αδυσώπητο ότι η Ανάσταση δεν παραδίδεται ποτέ ως αυτονόητη πρόσβαση στο ιερό, αλλά ως δοκιμασία πίστης ακριβώς εκεί όπου το ιερό παύει να είναι ασφαλές. Έτσι, πριν ακόμη ακουστεί ο αναστάσιμος λόγος, έχει ήδη εγερθεί το ουσιώδες πνευματικό ερώτημα: με ποια συνείδηση μπορεί να ειπωθεί το «Χριστός ανέστη» όταν ο κόσμος εξακολουθεί να οργανώνεται με τόση μεθοδικότητα γύρω από την παραγωγή νεκρών; Και εδώ οφείλει να αρχίσει η αληθινή θεολογική σκέψη, όχι από την καταφατική λαμπρότητα της εορτής, αλλά από εκείνη τη βαθιά ορθόδοξη γνώση ότι η Ανάσταση δεν είναι ουδέποτε κατάργηση του τραύματος με τρόπο μαγικό, επιφανειακό ή συναισθηματικά παρηγορητικό. Δεν έρχεται να διαγράψει τη Μεγάλη Παρασκευή, ούτε να μετατρέψει τον Σταυρό σε ένα σύντομο πρόλογο θριάμβου. Δεν εκκοσμικεύει τη λύπη σε αισιοδοξία ούτε μεταμφιέζει την οδύνη σε ωραία θρησκευτική συγκίνηση. Η ορθόδοξη πασχάλια εμπειρία είναι ασύγκριτα σκληρότερη: διέρχεται μέσα από τον θάνατο, τον αφήνει να φανερωθεί σε όλη του τη φρίκη, επιτρέπει στο μνήμα να σφραγιστεί, επιτρέπει στη νύχτα να γίνει αδιαπέραστη, και μόνο έτσι, μόνο μέσα από αυτή την εσχάτη συγκατάβαση στην πραγματικότητα της απώλειας, εισάγει το άφραστο σκάνδαλο της νίκης. Γι’ αυτό και το Πάσχα δεν είναι εορτή θρησκευτικού αισθητισμού, ούτε ψυχολογικό καταφύγιο για πολιτισμικά εξουθενωμένες κοινωνίες. Είναι η έσχατη κρίση κάθε κόσμου που επιθυμεί να ζει από τον θάνατο χωρίς να μετανοεί για αυτόν. Είναι η βίαιη διάρρηξη κάθε οικονομίας φόβου, κάθε μεταφυσικής της ισχύος, κάθε λογικής που οργανώνει την ιστορία ως διαρκή αναπαραγωγή της σταύρωσης των αδυνάτων. Το «Χριστός ανέστη» δεν χαρίζει λοιπόν στο υποκείμενο μια γλυκιά βεβαιότητα. Το απογυμνώνει από τις αυταπάτες του. Το εξάγει από τη θρησκευτική του αυτάρκεια. Το εξαναγκάζει να σταθεί μπροστά στην αλήθεια ότι ο θάνατος είναι παρών, και όμως δεν είναι κύριος. Μέσα σε αυτή την ήδη σκοτεινή πνευματική ατμόσφαιρα, η σχεδόν υστερική επαναφορά του ονόματος του Αντιχρίστου στη δημόσια παγκόσμια σφαίρα δεν μπορεί να θεωρηθεί απλώς ένα ακόμη εκκεντρικό επεισόδιο του μετανεωτερικού παραλογισμού. Οι πολύμηνες διαλέξεις του δισεκατομμυριούχου Πίτερ Τιλ γύρω από τον Αντίχριστο, εκφερόμενες από μια κορυφαία μορφή της τεχνολογικής ολιγαρχίας, δεν ενδιαφέρουν επειδή προσθέτουν ακόμη μία αποκαλυπτική εικονογραφία στο ήδη υπερφορτωμένο φαντασιακό της εποχής μας, αλλά επειδή φανερώνουν κάτι βαθύτερο και ίσως φρικωδέστερο: ότι η εσχατολογική γλώσσα αποσπάται πλέον από το ασκητικό, εκκλησιολογικό και λειτουργικό της έδαφος και ενσωματώνεται στη στρατηγική αυτοσυνείδηση της ισχύος. Δεν μιλά εδώ η Εκκλησία για τα έσχατα. Μιλά η εξουσία για τα έσχατα. Μιλά ο κόσμος που διαχειρίζεται τον φόβο των λαών, που κεφαλαιοποιεί την απειλή, που οραματίζεται πλανητικές μορφές ελέγχου, και αναζητεί στη θεολογική ορολογία ένα νέο μεταφυσικό κύρος για τη δική του αγωνία κυριαρχίας. Αυτό είναι το αληθινά ανησυχητικό στοιχείο: όχι ότι ακούγεται ξανά η λέξη «Αντίχριστος», αλλά ότι ακούγεται πλέον από τα στόματα εκείνων που εκπροσωπούν ακριβώς εκείνη την τάξη πραγμάτων η οποία θέλει να κατασκευάζει τη σωτηρία ως διοίκηση, ως πρόληψη, ως αλγόριθμο, ως καθολική επιτήρηση του κινδύνου. Και τότε η εσχατολογία παύει να είναι μνήμη του Σταυρού και μεταπίπτει σε εργαλείο διαχειριστικής τρομοκρατίας. Η ορθόδοξη παράδοση, όμως, δεν γνώρισε ποτέ τον Αντίχριστο ως απλό αντικείμενο εντυπωσιασμού, ούτε ως ρητορικό σκιάχτρο για την πειθάρχηση των μαζών. Τον διαισθάνθηκε πάντοτε σε βαθύτερο επίπεδο, εκεί όπου παραχαράσσεται η αλήθεια του Χριστού, εκεί όπου προτείνεται μια σωτηρία χωρίς σταυρική διέλευση, μια συμφιλίωση χωρίς μετάνοια, μια πληρότητα χωρίς πένθος, μια ενότητα χωρίς ελευθερία, ένας κόσμος χωρίς πληγή. Ο Αντίχριστος δεν είναι απλώς ο εχθρός της θρησκείας, αλλά η ακραία εκείνη μορφή ψευδούς σωτηριολογίας που υπόσχεται στον άνθρωπο ότι μπορεί να απαλλαγεί από το βάρος της υπαρξιακής του ελλειπτικότητας χωρίς να πεθάνει το είδωλό του. Και εδώ ακριβώς αγγίζουμε το υπόγειο, δυσδιάκριτο, αλλά αποφασιστικό ψυχικό βάθος του πασχαλίου μυστηρίου: ότι η Ανάσταση δεν λειτουργεί ως ναρκισσιστική αναπλήρωση της ανθρώπινης ανεπάρκειας, ούτε ως θρησκευτική επένδυση μιας φαντασίωσης ολότητας. Αντιθέτως, διαρρηγνύει ακριβώς αυτή τη φαντασίωση. Δεν έρχεται να χορτάσει το υποκείμενο με ένα παντοδύναμο ιερό αντικείμενο, αλλά να το αποσπάσει από τη μανία της κατοχής, από την ψευδαίσθηση της αυτάρκειας, από το όνειρο μιας ακέραιης ύπαρξης που δεν θα χρειάζεται ούτε τον άλλον, ούτε τη σχέση, ούτε το πένθος, ούτε την αγάπη. Το Πάσχα είναι ακριβώς η θεία επιμονή ότι ο άνθρωπος δεν σώζεται με το να καταργήσει το κενό του, αλλά με το να παύσει να το ειδωλοποιεί. Γι’ αυτό και η επιστροφή στους Αγίους Τόπους, έστω και ως νοητή εκκλησιαστική επιστροφή, έχει φέτος κάτι σχεδόν αβάστακτο. Γιατί εκεί δεν συναντά κανείς απλώς την ευλάβεια της προσκύνησης, αλλά την πιο ωμή και ακατέργαστη βία της ιστορίας. Ο τόπος όπου η χριστιανική μνήμη αναγνωρίζει την αναίρεση του θανάτου περιβάλλεται από τη διαρκή δυνατότητα της βεβήλωσης, όχι μόνο ως προς το κτίσμα, αλλά ως προς την ίδια τη δυνατότητα να κατοικηθεί το ιερό μέσα σε έναν κόσμο που καταρρέει. Και τότε αποκαλύπτεται κάτι που η χριστιανική συνείδηση συχνά λησμονεί: ότι ο Θεός δεν κατοικεί στην ασφάλεια των θρησκευτικών μας σχημάτων, αλλά ακριβώς εκεί όπου αυτά συντρίβονται. Το Πάσχα δεν είναι η εξασφάλιση του ιερού απέναντι στην ιστορία, αλλά η κάθοδος του Θεού στο εσωτερικό της ιστορίας εκεί όπου η ιστορία έχει γίνει Άδης. Δεν είναι η περιφρούρηση ενός συμβόλου, αλλά η διάρρηξη του θανάτου από μέσα. Δεν είναι η εγγύηση ότι η ζωή θα παραμείνει αλώβητη, αλλά η αποκάλυψη ότι ακόμη και μέσα στο πιο σφραγισμένο μνήμα, ακόμη και μέσα στην πιο βάρβαρη γεωπολιτική νύχτα, ακόμη και μέσα στην πιο αλαζονική αρχιτεκτονική της ισχύος, υπάρχει ένας τρόπος υπάρξεως που δεν υποτάσσεται στον τρόμο. Γι’ αυτό και κάθε εύκολη αναστάσιμη ρητορεία είναι φέτος σχεδόν βλάσφημη. Διότι προσβάλλει την αλήθεια του μυστηρίου με το να το μετατρέπει σε εορταστική διακόσμηση του κόσμου. Έτσι το ορθόδοξο Πάσχα, αν πρόκειται να αρθρωθεί αληθινά μέσα σε αυτή την εποχή, οφείλει να ακουστεί γυμνότερο, αυστηρότερο, λιγότερο αυτάρεσκο, απείρως πιο ριζικό. Όχι ως θρησκευτική αισιοδοξία, όχι ως ψυχολογική αναπτέρωση, όχι ως πολιτισμική βεβαίωση μιας ταυτότητας που θέλει απλώς να αναγνωρίσει τον εαυτό της στον καθρέφτη των εθίμων της, αλλά ως αδυσώπητη κρίση κάθε κόσμου που θεμελιώνεται στην οικονομία του αίματος, του φόβου και της κυριαρχίας. Η Ανάσταση του Χριστού δεν είναι παρηγορητικό επιμύθιο πάνω από τα ερείπια της Παλαιστίνης, ούτε διακοσμητική πνευματικότητα που συνοδεύει τις θεωρίες των ισχυρών περί τελικών απειλών και εσχάτων κινδύνων. Είναι η βεβαιότητα, η μόνη ίσως βεβαιότητα που δεν εξευτελίζεται, ότι ο θάνατος δεν έχει το τελευταίο οντολογικό δικαίωμα επί του ανθρώπου. Και γι’ αυτό το «Χριστός ανέστη» φέτος δεν μπορεί να ειπωθεί ελαφρά, αυτάρεσκα, ευκολόπιστα. Πρέπει να ειπωθεί σαν λέξη που ανεβαίνει μέσα από τον ίδιο τον Άδη του κόσμου, σαν εξομολόγηση που δεν αρνείται το πένθος αλλά το διαπερνά, σαν αντίσταση που δεν θορυβεί αλλά επιμένει, σαν ομολογία που δεν προσφέρει φθηνή λύση αλλά αφαιρεί από τον θάνατο το κύρος του. Μόνο τότε το Πάσχα θα διασωθεί από τη συντριπτική μετριότητα των καιρών. Μόνο τότε θα πάψει να είναι εορτή θρησκευτικής αυτοσυγκίνησης και θα ξαναγίνει αυτό που είναι στον πυρήνα του: η πιο επικίνδυνη, η πιο ασυμβίβαστη, η πιο ανυπότακτη αλήθεια που εξακολουθεί να εκφέρεται μέσα στην Ιστορία.

 

Βιογραφικό

Ο Μάνος Λαμπράκης είναι δραματουργός και συγγραφέας. Γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης. Σπούδασε Αρχαιολογία και Ιστορία της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μετεκπαιδεύτηκε στην Αρχαιολογία, την Πολιτιστική Πολιτική, το Θέατρο και την Θεολογία. Υπήρξε καλλιτεχνικός συνεργάτης του Λευτέρη Βογιατζή (2000-2013). Έχει συνεργαστεί με το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, την «2023 ELEVSIS» Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης και άλλους πολιτιστικούς οργανισμούς και σκηνοθέτες. Έχει μεταφράσει έργα των Μπύχνερ, Μπέκετ και Κέην.

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.