Τα κάστανα
Γύρισε από το σούπερ-μάρκετ κουρασμένη. Τα γόνατά της την πονούσαν πολύ, έφταιγε μάλλον η υγρασία, έβρεχε από το πρωί. Μόλις λίγο πριν βγει για τα ψώνια είχε κοπάσει η βροχή, έριχνε κάποιες σταγονίτσες μόνο πού και πού. Άνοιξε όσο μπορούσε πιο αθόρυβα την πόρτα και πήγε κατευθείαν στην κουζίνα. Ακούμπησε τις τρεις σακουλίτσες στο πάτωμα και έβγαλε ανακουφισμένη τα παπούτσια της. Πάνω από το μεγάλο δάχτυλο του δεξιού ποδιού είχε σχηματιστεί μια επώδυνη κοκκινίλα. Η επαφή με το παγωμένο πάτωμα την ανακούφισε. Έσκυψε να πάρει τη μια σακκούλα, την πιο γεμάτη, έβγαλε ένα μικρό κομμάτι τυρί, ένα μπουκάλι φτηνό ελαιόλαδο, λίγες μπανάνες, ένα πακέτο μακαρόνια και τα τοποθέτησε στον πάγκο – κάποτε ήταν λευκός και λείος, τώρα, έτσι πολυχρονισμένος, είναι γεμάτος πληγές και σημάδια και σε κάποια σημείο έχει ένα χρώμα υποκίτρινο, σα λερωμένος μοιάζει αλλά δεν είναι, ρίχνει αυτή πάνω του χλωρίνες με τα κιλά κάθε μέρα. Ήταν έτοιμη να βγάλει τα τρία κουτιά εβαπορέ από τη δεύτερη σακούλα, όταν είδε στο άνοιγμα της πόρτας τον πατέρα της.
-Νόμιζα πως κοιμόσουν, του είπε
-Μπα, είπε εκείνος, έτσι λίγο είχα γείρει… Ψώνισες; και πήγε κοντά της και της πήρε τη σακούλα από τα χέρια.
Στα νιάτα του ήταν ψηλός ο πατέρας της, ομορφάντρας, μετά που αρρώστησε κι έκανε την εγχείρηση, άλλαξε, πήρε να γέρνει η πλάτη του, να καμπουριάζει, και στο κάποτε καλοσχηματισμένο σώμα του είχε αρχίσει να ξεχωρίζει μια κοιλίτσα που την έκανε να τον πειράζει συνέχεια. Είχαν καλή σχέση με τον πατέρα της, ιδίως μετά που πέθανε η μάνα. Από τότε έμεναν πάλι μαζί, χρόνια τώρα. Γύρισε στο πατρικό της για να μην είναι μόνος του, να μαραζώνει λιγότερο από την απουσία της αγαπημένης γυναίκας που είχε φύγει πρόωρα -αγαπιόντουσαν πολύ οι γονείς της. Είναι και τα ενοίκια στο Θεό κι αυτή τόσο, μα τόσο χαμηλόμισθη. Έχει ο καθένας το δωμάτιό του, την τηλεόρασή του, τελευταία ο καθένας το tablet του. Δεν ενοχλούσε ο ένας τον άλλον. Όσο περνούσαν τα χρόνια τον φρόντιζε λίγο παραπάνω είναι αλήθεια, τα φάρμακά του, τα ρούχα του, τα ιδιαίτερα φαγητά του -ελαφρά κι ανάλατα, έμαθε στο τέλος κι αυτή να τα τρώει και της άρεσαν. Τον πρόσεχε τον πατέρα της, άλλον δεν είχε στον κόσμο. Τον παρατηρούσε να γερνάει και να κρύβει κάθε επιθυμία που θα μπορούσε να την ενοχλήσει, την παρατηρούσε να μεγαλώνει, να χάνεται στις σκέψεις της, να μη λέει ποτέ τι θέλει, σε τι ελπίζει, αν ονειρεύεται.
Έβγαλε ο ηλικιωμένος άντρας τα κουτιά με το εβαπορέ από τη σακούλα, ένα κουτί με βούτυρο, τις φρυγανιές, το σαμπουάν για τα μαλλιά κι έπειτα τη δίπλωσε προσεκτικά και την ακούμπησε στο τραπέζι. Έπειτα πήρε την τελευταία σακούλα.
-Ακρίβεια…, είπε η γυναίκα. Κάθε μέρα και πιο ακριβά τα τρόφιμα. Τι θα κάνουμε;
Ο ηλικιωμένος άντρας έμεινε αμίλητος, δεν την κοιτούσε. Σα να ντρεπόταν που δεν είχε να της προσφέρει μια καλύτερη ζωή της κόρης του. Μικρή η σύνταξή του κι άλλα εισοδήματα έξω από αυτήν δεν είχε. Δεν κατάλαβε που πίσω από το θυμό της κρυβόταν κι ένα άλλο, μια αγωνία πως ίσως κάποτε δεν θα ’χε να ψωνίσει ούτ’ αυτά και τι θα ’τρωγε τότε ο πατέρας της; Τον εαυτό της δεν τον σκεφτόταν.
Ψαχούλεψε την πλαστική τσάντα ο γέροντας. Έπιασε ένα πακέτο κρύο και μαλακό και το τράβηξε έξω, τρεις χοιρινές μπριζόλες κι έπειτα ένα άλλο παρόμοιο με μισό κοτόπουλο.
-Τα χοιρινά τα είχε προσφορά, είπε η γυναίκα παίρνοντας το πακέτο από τα χέρια του για να το βάλει στο ψυγείο.
Η τρίτη σακούλα δεν είχε πολλά πράγματα. Έχωσε εκείνος το χέρι του και ψαχούλεψε, σα να ’ψαχνε κάτι και δεν το ’βρισκε. Τον παρακολουθούσε προσεκτικά η κόρη του. Γύρισε και την κοίταξε σαν παιδάκι που δεν βρίσκει την αγαπημένη του σοκολάτα, έπειτα έσκυψε λίγο το κεφάλι και ρώτησε διστακτικά
-Μήπως πήρες κάστανα;
Τι περίεργο! Της ήρθαν δάκρυα στα μάτια. Η φωνή του, η φωνή του που είχε παράκληση και ντροπή -για τη μικρή του σύνταξη ντρεπόταν, λες κι έφταιγε αυτός για την κατάντια των συντάξεων- ο τόνος της φωνής του της έσκισε την ψυχή. Έβαλε το χέρι στην τσέπη του παλτού της κι έβγαλε μια μικρή χάρτινη σακκούλα. Άφησε εκείνος την πλαστική στο πάτωμα και άνοιξε με λαχτάρα την άλλη, τη χάρτινη. Την αναποδογύρισε και έχυσε το περιεχόμενό της στον πάγκο. Είχε μέσα δώδεκα κάστανα.
-Λίγα είναι, της είπε.
-6, 80 το κιλό, μπαμπά, δεν έβγαινε για περισσότερα. Της χαμογέλασε σαν παιδάκι, του χάιδεψε το μάγουλο εκείνη με περισσή τρυφερότητα.
-Θα τα βράσω το απόγευμα και το βράδυ θα κάτσουμε να δούμε μαζί τηλεόραση και θα τα μοιραστούμε, της είπε. Ή μήπως έχεις κανονίσει κάτι γι’ απόψε;
Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. Δεν σκέφτηκε καν πως είχε πολύ καιρό να κανονίσει κάτι.
-Έχει ελληνικό στις εννιά, συνέχισε ο πατέρας.
-Έχει και εκπομπές με τραγούδια σε διάφορα κανάλια, του συμπλήρωσε εκείνη.
Ο πατέρας συνέχισε να αδειάζει την τελευταία σακούλα -ένα πακετάκι καφές και δυο τρία πράγματα ακόμη, όλα απολύτως αναγκαία για να βγάλουν την εβδομάδα. Την είδε που ήταν κουρασμένη. Μια μεγάλη ρυτίδα χαράκωνε το μέτωπό της και δυο μικρότερες έρρεαν απειλητικές από τη μια και την άλλη πλευρά των χειλιών της. Δεν ήθελε να το πιστέψει που η κόρη του μεγάλωνε, ίσως και να γερνούσε ήδη.
-Πήγαινε να ξαπλώσεις, της είπε. Θα τα τακτοποιήσω εγώ. Θα σου κάνω και καφεδάκι.
Χαμογέλασε η κόρη του.
-Θα φτιάξω και ένα για μένα. Έφερες καφέ, το είδα. Δυο μέρες που είχαμε ξεμείνει από καφέ, χαρμανιάσαμε, είπε και γέλασε.
Έφυγε εκείνη να πάει να ξαπλώσει. Ο γέροντας έβαλε τα κάστανα σε ένα πιάτο και τα κοίταζε με αγάπη και λαιμαργία. Άλλοτε του φαίνονταν βόλια κι άλλοτε φιλιά. Λίγα είναι, σκεφτόταν. Δεν φτάνουν τα λεφτά.
Α, ηταν Σάββατο απόγευμα.
Μαρώ Τριανταφύλλου
