You are currently viewing Νάντια Τράτα: Υποσημείωση, χωρίς κείμενο

Νάντια Τράτα: Υποσημείωση, χωρίς κείμενο

Μου έδωσαν όνομα από γενιά βασιλική.

Μονάχα που εγώ δική σου πριγκίπισσα ήθελα να είμαι

 

Έμαθα να ζω με τον χώρο που δεν γέμιζε κανείς.

Δεν ήταν απλώς απουσία· ήταν κενό που με καθόριζε, πλάθοντας την ανάσα μου, τον τρόπο που περπατούσα, τον χρόνο που ήξερα ότι μου ανήκει.

Το κενό δεν παρουσιάστηκε ποτέ ως έλλειψη. Δεν υπήρχε μια καρέκλα άδεια στο τραπέζι, ούτε μια σιωπή που ζητούσε εξήγηση. Υπήρχε μόνο μια κανονικότητα χωρίς ρωγμές. Εκείνη, πρώτος ορίζοντας της ζωής μου, λειτουργούσε με ακρίβεια, με μια αξιοπρέπεια σχεδόν επαγγελματική, σαν να είχε αναλάβει έναν ρόλο που δεν επιδέχεται παρεκκλίσεις. Δεν μιλούσε για εκείνον. Δεν μιλούσε εναντίον του. Δεν μιλούσε καθόλου. Και αυτή η σιωπή δεν ήταν αδυναμία — ήταν σύστημα.

Πρώτο γεννήθηκε το παράπονο, σαν χαμηλό μουρμούρισμα μέσα μου, μία πληγή που έμαθε να αναπνέει χωρίς να κλείνει. Από εκεί ξεπήδησε ένας θυμός σιωπηλός, άγριος, ανυπόμονος, μια φλόγα που διεκδικούσε δικαιοσύνη πριν ακόμη μάθει να συγχωρεί. Στο παιγνίδι μπήκε τελευταία η επίγνωση, όχι ως άρνηση της αλήθειας αλλά ως συνδετικό υλικό, ως οι λέξεις με τις οποίες έγραψα τον εαυτό μου :  τρία σημεία μιας πυκνής, κλειστής γεωμετρίας που δεν ανοίγει για κανέναν άλλο.

Τα γράμματα που σου έγραφα είχαν πλάγια κλίση προς τα δεξιά, σαν να τρέχουν να προλάβουν κάτι που ξεφεύγει.

Κάθε λέξη, κάθε φράση, ήταν ένας αγώνας να φτάσει σ’έναν προορισμό που ολοένα ξεγλιστρούσε, κι όμως υπήρχε η κίνηση, η τάση, η ώθηση· η απόδειξη ότι υπάρχω.

Στα πρώτα χρόνια, η πραγματικότητα δεν είχε πρόσωπο.

Οι άλλοι είχαν χέρια που στήριζαν, φωνές που καλούσαν, παρουσίες που μοιράζονταν χώρο και χρόνο.

Εγώ μάθαινα να υπάρχω ανάμεσα στα κενά, να μετράω τη σιωπή, να προσέχω κάθε κίνηση που δεν ανήκε σε μένα.

Η εφηβεία έφερε συνείδηση και πυκνότητα.

Η απουσία δεν χρειαζόταν λόγια για να γίνει παρούσα.

Αρκούσε η αίσθησή της, η ανάσα της που ήταν πάντα δίπλα μου, χωρίς να με αγγίζει.

«Γιατί δεν ήρθε ποτέ;» ψιθύρισα μια μέρα, χωρίς να περιμένω απάντηση.

Η σιωπή μου απάντησε.

Έστρεψε το βλέμμα της αλλού.

Τα χρόνια πέρασαν, και η ζωή μου δεν ήταν απλώς ανθεκτική· ήταν πλούσια, γεμάτη χώρο για ό,τι επέλεγα να κρατήσω.

Οι φίλοι μου υπήρχαν σαν φως που περνά από σπασμένο παράθυρο· ένα κάποιο παρόν, αλλά χωρίς να επιβάλλεται.

Κάθε βιβλίο, κάθε νύχτα, κάθε στιγμή όπου μπορούσα να υπάρχω χωρίς να φοβάμαι να ονειρευτώ, έγινε τόπος ανάσας.

Το παράπονο έμοιαζε να κυλάει κάτω από το δέρμα μου· ο θυμός μου, όχι κραυγή, αλλά βαρύς πυρήνας, έγινε εγώ.

Η σιωπή μου δεν ήταν κενή. Ήταν καθαρή, όπως η γραμμή που διασχίζει τα γράμματα, που τρέχει να προλάβει το άπιαστο, που συλλαμβάνει την αλήθεια χωρίς να τη λέει.

Ήταν αδιαπέραστο το υλικό που με σμίλεψε.

Εκείνη η θερμή σκιά που άγγιζε πάνω μου το ανείπωτο, έγινε το σχήμα μου στον κόσμο.

Δεν τον έδειχνα, δεν τον ζητούσα· τον φορούσα σαν πανοπλία και σαν σκελετό ταυτόχρονα.

Η αγάπη που δεν έγινε βλέμμα λατρεμένο, η παρουσία που δε βρέθηκε δίπλα μου, έγιναν τα δομικά υλικά του εαυτού μου.

Δεν ήθελα κανέναν να γεμίσει το κενό μου.

Το κενό ήταν δικό μου, μοναδικό, αναγνωρίσιμο μόνο μέσα από τη δική μου κίνηση, τη δική μου ύπαρξη.

Δημιούργησα νέους δεσμούς, σκιαγραφώντας τη θλίψη πρόσθετα πια πινελιές με ζωηρά, χαρούμενα χρώματα.

Αλλά η υποδόρια απουσία, η ένταση των γραμμάτων που τρέχουν προς κάτι άπιαστο, υπήρχε πάντα.

Όχι ως τραύμα που πονάει, αλλά ως αναπνοή, ως ρυθμός, ως βάθος που δίνει μορφή στη ζωή μου.

Και ήρθε η στιγμή της συνάντησης.

Βρεθήκαμε. Κάποιες φορές.

Δεν υπήρχε προσδοκία· υπήρχε μόνο η ανάγκη να δω, να αγγίξω με τα μάτια μου την πραγματικότητα που ποτέ δεν μπήκε στη ζωή μου.

«Γεια σου» είπε. Διστακτικά. Σαν να βρισκόταν για πρώτη φορά στον δικό μου χώρο.

«Γεια» είπα. Σα να έδωσα το δικαίωμα στη σιωπή να μιλήσει.

«Δεν ήξερα…»

«Ούτε εγώ» απάντησα.

Η σιωπή που ακολούθησε δεν ήταν κενή.

Ήταν φλύαρη, γεμάτη κίνηση, όπως τα γράμματα που πάντα ορμούσαν να αγγίξουν το ανέφικτο.

Η παρουσία σου ήταν απλώς ένας καθρέφτης που αντανακλούσε το κενό στη ματιά μου.

Δεν υπήρχε ανάγκη για συγχώρεση, για εξηγήσεις ή λύτρωση.

Η επαφή μας έγινε κουβέρτα που με αγκάλιαζε χωρίς να με χαϊδεύει.

Κάθε ανάσα, κάθε κίνηση, κάθε σκέψη ήταν δική μου.

Το παράπονο είχε γίνει δύναμη, ο θυμός στήριγμα, η επιμονή ύπαρξη.

Τα γράμματα δεν σε έφτασαν ποτέ· αλλά διαπέρασαν την ουσία μου.

Στάθηκα μπροστά σου.

Κοίταξα το πρόσωπό σου.

Η σιωπή δεν με κατοικούσε πια.

Τα γράμματα έτρεχαν μέσα μου· η κλίση τους προς τα δεξιά ήταν η κίνηση της ζωής που δεν περιμένει.

Ο ένας κοιτούσε τον άλλο.

Κατάματα, δίχως λόγια.

Η σιωπή δεν ήταν κενή.

Η σιωπή ήταν πλήρης.

Και μέσα της η ζωή μου  κυλούσε σαν νερό που δεν ζητά τίποτα.

Τα γράμματα που έγραψα λαχταρούσαν να ξεχυθούν σε μια αγκαλιά, να ξαπλώσουν πάνω σε μια μυρωδιά χωρίς όνομα, η απουσία σου ήταν πάντα εκεί, σαν ένα άγγιγμα που ποτέ δεν έφτασε στα δικά μου κύτταρα αλλά τα έκανε να σφίγγονται.

Ανεπίδοτες επιστολές,

δεν είχαν πια ανάγκη απάντησης.

Σήκωσα το κεφάλι ψηλά.

Κοίταξα τα σύννεφα να περνούν, σαν να μην είχαν ποτέ φράγμα, σαν να μην υπήρχε χρόνος για απουσίες.

Ήταν η απόδειξη της ύπαρξής μου, η επιβεβαίωση ότι το κενό δεν ήταν τιμωρία· ήταν αναπνοή, χορός, ρυθμός, ζωή.

Και εκεί, μέσα στην απόλυτη σιωπή, άφησα το φως να γίνει συντροφιά μου.

Υπήρξες

Τώρα υπάρχω μόνη μου

Όπως πάντα

Με εσένα

Χωρίς εσένα

 

——————-

 

Νάντια Τράτα, Φεβρουάριος 2026

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.