You are currently viewing Νίκος Χαρτοματσίδης: Τετράδιο 1ο  ΖΕΝΙΑ  (Ιούλιος 1977 )

Νίκος Χαρτοματσίδης: Τετράδιο 1ο ΖΕΝΙΑ (Ιούλιος 1977 )

Σόφια 30 Ιουνίου Πέμπτη

Αρχίζω σήμερα το ημερολόγιο αυτό. Μια πράξη ασυνήθιστη για την γενιά μου. Παλιά ναι. Όσοι ήξεραν γραφή και είχαν χρόνο να σπαταλήσουν, περιέγραφαν την ημέρα τους, τις σκέψεις τους. Έδιναν κάποιο νόημα στις ώρες τους. Και εγώ κάπως έτσι ξεκινάω, θέλω να περιγράψω τα όσα νιώθω και τα όσα θα περάσω από εδώ και μπρος. Το αν αξίζουν να καταγραφούν είναι ένα καλό ερώτημα. Ποιος θα το απαντήσει; Άγνωστο. Γράφε εσύ! Χρόνο έχεις και επιθυμείς να το παίξεις σπουδαίος στον εαυτό σου.

Σήμερα τελείωσε η σχολική χρονιά. Δεν πέρασα κι άσχημα. Ακούω από τους μεγαλύτερους πως η Δέκατη τάξη είναι η χαλαρότερη και ομορφότερη, δεν το αποκλείω. Μπορώ να την συγκρίνω μόνο με την Ένατη, που ήταν χάλια. Η Ενδέκατη, η τελευταία τάξη του σχολικού μου βίου που είναι μπροστά μου με όλες τις ομορφιές της, όπως η αποφοίτηση και οι εισαγωγικές εξετάσεις, παίρνει εύκολα τον χαρακτηρισμό του βασανιστηρίου. Αυτά με το σήμερα.

Αύριο το Γυμνάσιο (στην Ελλάδα αντιστοιχεί στα τρία χρόνια του Λυκείου) μας στέλνει για μπριγκάντα. (Σημείωση του συγγραφέα με την οποία διαφωνεί ο Μάνος Π.=υποχρεωτική “εθελοντική” εργασία της μαθητικής (μαθητές Λυκείου) και φοιτητικής νεολαίας στις περισσότερες χώρες του Υπαρκτού Σοσιαλισμού). Για να μην μας φάει η αγωνία, μας ανακοίνωσαν και τον προορισμό μας: εργοστάσιο-κονσερβοποιία «Ιβάν Λίλοβ»  στην πόλη Σλίβεν (κάπου τριακόσια χιλιόμετρα από εδώ). Η πόλη φημίζεται για «τους αγώνες της κατά της Τουρκοκρατίας (έδωσε 100 κλεφτοκαπετάνιους – βοϊβόντες )» και για την  «έντονη βιομηχανική της ανάπτυξη στα χρόνια του Σοσιαλισμού» – αυτά τα αντέγραψα  από το βιβλίο της Γεωγραφίας .

Πρέπει να ετοιμάσω τα πράγματά μου, σώβρακα, σαπούνια, μπλουζάκια και να κρύψω κανένα πακέτο τσιγάρα. Πάντα γίνεται έλεγχος για οινοπνευματώδη και τσιγάρα, και πάντα υπάρχει τρόπος να τα περάσεις από τους ελέγχους αυτούς .

 

Τις σημειώσεις του ημερολογίου θα τις κρατάω στα ελληνικά. Προστατεύω τους φίλους μου από την επιθυμία να  χώσουν την μύτη τους στα μυστικά μου (σιγά τα μυστικά). Απροστάτευτο αφήνω  μόνο τον Λάκη, αλλά με τον Λάκη είμαστε κώλος και βρακί. Ποτέ δεν διευκρινίσαμε ποιος είναι τι….. Υπάρχει και η προτροπή του πατέρα μου: «Να εξασκείς τα ελληνικά σου! Ο επαναπατρισμός πλησιάζει!» Για να το λέει αυτός μπορεί στ΄ αλήθεια να πλησιάζει. Εγώ πάντως δεν το βλέπω να έρχεται σύντομα….

 

1η Ιουλίου Παρασκευή.

Είναι περίπου 10 το βράδυ. Γράφω ακουμπισμένος στον στύλο του ηλεκτρικού και έτσι το γραφτό μου παίρνει μια απαλή άσπρη απόχρωση. Θέλω να ηρεμήσω κάπως ,από το συνεχές τρέξιμο της μέρας.

Το ταξίδι:

Στο κουπέ των οχτώ ατόμων στοιβαχτήκαμε δεκαπέντε. Όλα τα αγόρια του τμήματος, δηλαδή ο Λάκης οι δύο Βλάντο (Ο Μικρός και ο Μεγάλος Παγουροκέφαλος), ο Τζίμυ, ο Βέντσι, ο Έμο, ο Βάνιος, η Γιάλτα και η ταπεινότητα μου, συν κάτι τσούπρες, η Μάμα Ρόση, η Μάμα Γκένη, η Στέφη, η Ντούνια και το τρίο Supremes –η Πέτια (αχ η Πέτια!) η Νεβένα και η Ρόζα, η αφρόκρεμα του τμήματος 10 Β .Μια αφρόκρεμα που το είχε ρίξει στο τραγούδι, μπερδεύοντας γλώσσες, ρυθμούς μουσικά είδη. Συχνά καταλήγαμε σε μισοξεχασμένα «αστικά» τραγούδια της προεπαναστατικής (πάντα σκοτεινής) περιόδου

« χθες ήπια κόκκινο κρασί

Δεν άφησα ούτε στάλα

Ξαναμμένο μέτωπο έκρυψα

Στις αγκαλιές της Άννας»

Φοβερό ταγκό, αλλά και φοβερό ντουμάνι στο κουπέ. Ο ένας από τους δύο Βλάντο που τον φωνάζουμε και Μικρό Παγουροκέφαλο,  γνωστός για την αλλεργία του στον καπνό των τσιγάρων, έχει μείνει έξω να κρατάει τσίλιες . Καθόταν στον διάδρομο ακουμπισμένος στην πόρτα του κουπέ και δήθεν αδιάφορα κοιτούσε τη θέα απ’ το παράθυρο. Που και που τιναζόταν νευρικά, σήμα πως ερχόταν καθηγητής ή καθοδηγητής …Αμέσως ανοίγαμε το παράθυρο, έσβηναν τα τσιγάρα κι αρχίζαμε όλοι μαζί ένα χαρντ ροκ κομμάτι μπριγκαντίρικης έμπνευσης:

« από την Σοβιετιά

Κόκκινα ήρθαν τρακτέρια…»

Με έμφαση στο τελευταίο κουπλέ:

« έβδομο Πενταετές

Κι αυτό ζωσμένο στις δουλειές

Οργώνει,  οργώνει  το τρακτέρ»

 

Πολύ χαρντ ροκ κομμάτι

 

Αποβίβαση – Εγκατάσταση

 

Όταν κατεβήκαμε από το τραίνο στον σιδηροδρομικό σταθμό στην πόλη Σλίβεν το ρολόι του σταθμού έδειχνε 7. Κακός οιωνός! Όλα τα ρολόγια που λειτουργούσαν έδειχναν 14.00. Μαζέψαμε τα μπαγκάζια μας και με τα πόδια (υποδοχή να σου τύχει) πήγαμε στο εργοστάσιο κονσερβοποιίας .Διέσχισα την μεγάλη πύλη του μουρμουρίζοντας

«την Πύλη τούτη σαν διαβείς

Ελπίδα κάθε άφησε εδώ»

(* Δάντης, Κόλαση, Άσμα Τρίτο).

 

Ο Λάκης με κοίταξε με αποδοκιμασία. Τι να πω; Αισιόδοξος άνθρωπος.

Μετά άρχισε το τρέξιμο της εγκατάστασης. Με χρονολογική σειρά αναφέρω: ψάξιμο στα πράγματα μας για τσιγάρα –απολογισμός ένα πακέτο πιάσανε, τα εννέα γλύτωσαν. Με ένα «δεν ντρέπεσαι;» ο σύντροφος Πανόβ καθηγητής των «Βάσεων του Κομμουνισμού» το έσκισε επιδεικτικά μπροστά σε όλους. Εγώ ο «τιμωρημένος παραβάτης» πανηγύριζα είχα γλυτώσει τα υπόλοιπα εννέα πακέτα.

Μας μοίρασαν και μπριγκαντίρικες στολές, μπλε κοντοβράκι και μια πολύ κακή, μα πάρα πολύ κακή, απομίμηση των τζιν μπουφάν, επίσης λευκή μπλούζα εργασίας, δύο σεντόνια, μαξιλαροθήκη και από ένα ζευγάρι λαστιχένιες γαλότσες. Ο Βλάντο ο Μεγάλος Παγουροκέφαλος ζήτησε και πλαστικό κράνος εργασίας, αλλά ο αποθηκάριος του είπε να κόψει τα επίκαιρα στον σινεμά. Του είπε και κάτι άλλο, που δεν ταιριάζει στο ύφος και το ήθος μου και δεν θα το αναφέρω στο ημερολόγιο μου . Μπορεί και να μην γνωρίζω ποια είναι η ακριβής μετάφραση της φράσης του αποθηκάριου στα ελληνικά.

Έτσι φορτωμένους σαν τα γαϊδούρια μας πήγανε στο στρατόπεδο, που η παρουσία μας μετέτρεψε σε «καταυλισμό των Κομάντσι».  Μοιράσανε το γυμνάσιο σε δύο βάρδιες από δύο τμήματα κάθε τάξης  στην βάρδια. Για τα αγόρια της βάρδιας παραχωρήσανε δύο θαλάμους. Το δίκιο των «μεγάλων» καθόρισε και την σύσταση των θαλάμων. Στον δικό μας εγκατασταθήκαμε οι Μαντράχαλοι – τα αγόρια του τμήματος μας με την προσθήκη του Ρόου και την κιθάρα του την Henderson. Τον άλλο θάλαμο, με γενναιοδωρία τον παραχωρήσαμε στους μικρούς  της ενάτης. Για να μην τριγυρνάνε άστεγοι πέρα δώθε. Τους συμπονέσαμε   Το απόγευμα ντυμένοι με τα καινούργια μας ρούχα, στηθήκαμε στον χώρο της αναφοράς. Εκεί όρθιοι στον ήλιο του απογεύματος για μια ώρα εμπεδώναμε Ιεραρχίες, Διοικητής, Υποδιοικητής, υπεύθυνος για τα πολιτιστικά η απλά Ζ(α)Κ(α)Π(ε)Τσε (Βέρα δευτεροετής κάποιας Φιλολογίας), υπεύθυνος βάρδιας  επίσης φοιτητής που τον λέγανε, Ιβάν ή Μπογντάν κάπως έτσι, εμείς θα τον φωνάζουμε απλά «Σεφ», καθηγητής συνοδός η σ. Αικατερίνη Κόεβα η Μαθηματικού μας. Ώρες εργασίας, κανόνες συμπεριφοράς και επιβίωσης έμπαιναν και έβγαιναν στα αυτιά μου, μα δεν με αποσπούσαν από το αντικείμενο του Θαυμασμού μου, το προφίλ της Πέτιας! Θα πετούσα από την χαρά μου με ένα και μόνο βλέμμα της! Δεν πέταξα .

Διαβάζω τις τελευταίες σειρές και βλέπω πως ο Ρόου ξεφύτρωσε στα γραφόμενα μου από το πουθενά. Ανήκει στο Α τμήμα της τάξης μας. Η αλήθεια είναι πως είναι αιχμάλωτός μας. Μπήκε στο κουπέ μας στην διάρκεια του ταξιδιού απρόσκλητος, μπορεί και ως επαίτης (να και οι ελληνικούρες) τσιγάρων και ένα τράνταγμα του τρένου τον έστειλε στην αγκαλιά της Γκένη. Εγκλωβισμένος στην αγκαλιά της απάντησε σωστά στις ερωτήσεις του Τζίμη και κρίναμε πως θα παραμείνει αιχμάλωτός μας. Η παρουσία του έκανε τον αριθμό των παρόντων ζυγό γίναμε δεκάξι ενώ είναι γνωστό πως το κουπέ της Β θέσης χωράει οχτώ ο Βλάντο δεν μετράει, σε αυτό το ταξίδι ήταν μόνιμος κάτοικος του διαδρόμου. Η καθηγήτρια μαθηματικών η σ. Κόεβα στη διάρκεια της σχολικής χρονιάς  μας είχε βαφτίσει  «Οι Μαντράχαλοι». Όνομα το οποίο αποδεχτήκαμε και το κουβαλάμε με περηφάνια.

Πίσω μου από το παράθυρο του παραπήγματος ο Βάνιος, η Γιάλτα, με σοβαρή φωνή απαριθμεί τους  στόχους που πρέπει να πετύχουμε στην διάρκεια της εδώ παρουσίας μας: «Πρώτον να βρούμε τσιγάρα και Δεύτερο να βρούμε γκόμενες. Ο δεύτερος είναι και ευκολότερος, σε όλους είναι γνωστό πως η γοητεία μας είναι ακαταμάχητη.»

Καιρός να εκπληρώσω τον στόχο Α.

 

(συνεχίζεται)…
(Από το υπό έκδοση βιβλίο του Νίκου Χαρτοματσίδη “Τα κίτρινα τετράδια – από τα ημερολόγια του Μάνου Π.)”

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.