Το εγκώμιο του σχεδόν
Κληρονομιά του Διαφωτισμού το αίτημα, η ανάγκη και η αξία της βεβαιότητας, με τη λογική εδραίωσή της απ’ την καρτεσιανή, καντιανή, μαρξιστική κ.α. φιλοσοφία, τη διά του ορθού δηλαδή λόγου συναγωγή αδιαφιλονίκητων κρίσεων, που δεν επιδέχονται αμφιβολία, δεν κείνται στην επικράτεια του ενδεχομένως, του ίσως και του πιθανώς, αλλά είναι απόλυτα σίγουρες για την αντικειμενικότητα και την ορθότητά τους. Όθεν και το θετικιστικό πρότυπο της εγγυημένης από καθορισμένες μεθοδολογικές, πειραματικές και γλωσσικές επιλογές επιστημονικής αλήθειας, που δεν αφορά μόνο τις θετικές ή τις ανθρωπιστικές επιστήμες, αλλά διαμέσου του ρεαλισμού και του νατουραλισμού έφτασε ακόμη και στον λογοτεχνικό χώρο, ενέπνευσε πολιτικές ιδεολογίες και εδραίωσε ένα λογοκρατούμενο μοντέλο κοινωνικής και ατομικής ζωής.
Η αίρεση της μετανεωτερικότητας κείται πρωτίστως εδώ, στην αναμέτρησή της δηλαδή με τη νεωτερική βεβαιότητα, μέσα απ’ τις μικρές και μεγάλες ρωγμές, ρήξεις, τομές που επέφερε σε όλη αυτή την επιστημονική θεολογία του ορθολογισμού, με τις πλείστες εκφάνσεις της στις επιστήμες, στην πολιτική, στις μεγάλες αφηγήσεις για τον κόσμο, ακόμη και στις ανθρώπινες σχέσεις, στο είδος των συναισθημάτων και κυρίως στην εννοιολογική καθαρότητα των λέξεων – στη βάση της αρχής ότι το άναρχο και ατακτοποίητο εμπειρικό υλικό που διά της λογικής και της γλώσσας επιχειρούμε να οργανώσουμε σε κουτάκια βεβαιοτήτων, κάπου κλωτσάει, κάπως ανθίσταται και εντέλει μας διαψεύδει.
Τούτη ακριβώς η διάψευση, που τραβάει κάτω απ’ τα πόδια μας το χαλί της κατασκευασμένης ασφάλειας για να μας ρίξει απροστάτευτους μέσα σε ένα περιβάλλον ρευστότητας, απροσδιοριστίας και σύγχυσης, απ’ όπου και για να ’ρθουμε στα καθ’ ημάς λογοτεχνικά εκδηλώνεται ως μορφή αντίδρασης η επανάκαμψη της κοινοτικής και ειδυλλιακής ηθογραφίας και ορισμένων εκδοχών του μυθιστορήματος με ιστορικό θέμα και της δυστοπικής εσχατολογίας συνιστά το βασικό θεματικό υλικό του καινούριου βιβλίου της Κωστούλας Μάκη.
Το «σχεδόν», μαζί με το «ίσως», το «ενδεχομένως» και το «μπορεί» έχουν εδώ την τιμητική τους. Καμία νοσταλγία για το απωλεσμένο στέρεο έδαφος της λογικής και καμία ανησυχία για τα αχαρτογράφητα ύδατα της ασάφειας. Τούτη τη θολή επικράτεια της απροσδιοριστίας υπερασπίζεται η γραφή της Μάκη, και διά της μορφής της, ελισσόμενη μεταξύ ποικίλων ειδών λόγου, που πλαταίνουν τη λογοτεχνική κοίτη με τον βιβλικό, τον δικανικό, τον πολιτικό, τον δοκιμιακό κτλ. λόγο, και διά του περιεχομένου της με το μανιφέστο, τον δεκάλογο, τον Εθνικό Ύμνο κτλ. του σχεδόν, που προσδίδουν στο αισθητικό όλο τη μορφή ενός μεταμοντέρνου λογοτεχνικού παστίς.
Σε αντίθεση όμως μ’ αντίστοιχες γραφές που εκφέρονται εν είδει ενός ατέλειωτου αυτοαναφορικού και ειρωνικού μουρμουρητού, σαν ένα διακειμενικό παιχνίδι λέξεων, χωρίς μπούσουλα και ορατό προορισμό, με μια εκβιασμένη διασπορά νοήματος σε βαθμό απόλυτης σύγχυσης, η Μάκη οργανώνει το όλον βάσει ορισμένου θέματος, στοιχείων πλοκής και χαρακτήρων, είναι δε η περίφημη σκαλωσιά της δικής της κατασκευής όχι προς απλή επίδειξη, αλλά χωνεμένη εντός της ίδιας της κατασκευής.
Κορίνα Ηλιάδη και Νίκος Εικονίδης, τα πρόσωπα του έργου. Η αφήγηση εκφέρεται μέσα απ’ τα μηνύματα που ανταλλάσουν. Κύριο θέμα της ηλεκτρονικής τους επικοινωνίας είναι η μεταξύ τους σχέση. Η ροή των μηνυμάτων διακόπτεται απ’ το υλικό της γραφής που η πρώτη προωθεί στον δεύτερο με κεντρικό ζήτημα την έννοια του σχεδόν. Με δύο λοιπόν τρόπους η αφηγηματική υποστήριξη του θέματος, αφενός υπό τη μορφή της «θεωρητικής» του επεξεργασία στα κείμενα της Κορίνας και αφετέρου υπό τη μορφή της «έμπρακτης» υλοποίησής του στη σχέση που αυτή διατηρεί με τον Νίκο.
Καθότι σχέση αλλά την ίδια στιγμή μη σχέση, με σποραδική και διακεκομμένη γραμμή επικοινωνίας, δίχως προοπτική μονιμότητας, άνευ δηλώσεων αφοσίωσης, χωρίς την προσδοκία της σταθερότητας. Αλλά εδώ ακριβώς είναι που εμπράκτως ξηλώνεται το πουλόβερ των παραδοσιακών και νεωτερικών αφηγήσεων, «γιατί το σχεδόν είναι πάντα πιο ασφαλές από το μαζί» (σ. 17), «Καμία σχέση δεν πρέπει να ολοκληρωθεί. Η ολοκλήρωση σκοτώνει το μυστήριο. Το μυστήριο γεννάει ποίηση. Η ποίηση χρειάζεται ηττημένους» (σ. 26), «Καλύτερον έστι το ίσως ή το αμήν. το μεν πρώτον ποιεί ποίησιν, το δε δεύτερον γάμον» (σ. 68) – τουτέστιν η νοσταλγία για την προ/νεωτερική ασφάλεια των σχέσεων με όλες τις ψευδαισθήσεις, τις συμβάσεις και τις καταπιέσεις τους δίνει στην προκειμένη τη θέση της σ’ ένα θετικό νεύμα απέναντι στη ρευστότητα και στην απροσδιοριστία των νέων και υβριδικών μορφών τους.
Το μόνο ίσως που εκπίπτει από τον πανηγυρικό τούτο εορτασμό του σχεδόν είναι η μορφή του Νίκου Εικονομίδη. Δεν αρκούν τα «μάλλον» και τα «ίσως» ούτε οι μετριασμένες κρίσεις του «καλό είναι» και «ωραίο είναι». Απόμακρος και μυστικοπαθής, στρυφνός και ολιγόλογος, σαν να βαριέται και να απαξιώνει την επικοινωνία, ανταλλάσσοντας τον πολύ συγκρατημένο λυρισμό της άλλης πλευράς μ’ ένα αίσθημα υπεροχής και αδιαφορίας, διεκδικώντας διαρκώς τον ρόλο του δασκάλου, του κριτή ή του γκουρού, που με ευθύνη της Κορίνας τού απονέμεται. Ακόμη και αυτό το καταληκτικό «Σχεδόν» του, με το οποίο κλείνει η αφήγηση, μονολεκτικό και κακόηχο μες στην εκβιασμένη σοφία της λακωνικότητάς του δεν ηχεί σαν ομολογία μετριασμού και σαν παραδοχή του altera pars, αλλά σαν μια υπενθύμιση των νέων σχέσεων εξουσίας που μπορεί να επιφυλάσσει η μετά-μεταμοντέρνα συνθήκη στο όνομα της ανατροπής των προγενέστερων σχέσεων εξουσίας.
Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, πεζογράφος
