Η ΓΑΤΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΗ
Μια φορά ήταν μια κοκκινωπή γάτα ονόματι Τζίλντα κι ένας κοκκινωπός κύριος ονόματι Γρηγόρης. Ζούσαν μαζί σ’ ένα άσπρο σπίτι, στο 11 της οδού Ορλώφ, χωρίς να γίνεται οπωσδήποτε σαφές ποιος ανήκε σε ποιον.
Η συμβίωσή τους πήγαινε πολύ καλά, γιατί τα κοινά σημεία τους ήταν αρκετά (είχαν κι οι δυο μουστάκια, κι οι δυο συνήθιζαν να κρύβουν τις βρομιές τους, άρεσαν και στους δυο τα ψάρια, μαδούσαν κι οι δυο).
Ένα κυριακάτικο πρωινό, ο κύριος Γρηγόρης και η Τζίλντα βρίσκονταν καθισμένοι ο ένας απέναντι στον άλλον, βυθισμένοι μακάρια στις σκέψεις τους. Συγκεκριμένα, ο κύριος Γρηγόρης έκανε γατίσιες σκέψεις (σκεφτόταν το ψάρι που έβραζε στην κουζίνα) και η Τζίλντα έκανε ανθρώπινες σκέψεις (σκεφτόταν τη συμπαντική αρμονία).
Ξαφνικά χτύπησε το κουδούνι. Η Τζίλντα πετάχτηκε αμέσως κι έτρεξε μακριά να κρυφτεί, γιατί δεν έχανε ευκαιρία να ασκεί τους μυώνες, τα αντανακλαστικά της και την έκτη της αίσθηση. Ο κύριος Γρηγόρης, σαν πιο δυσκίνητος και αργόστροφος, χρειάστηκε αρκετά δευτερόλεπτα για να καταφέρει να βγάλει την αντιληπτική του ικανότητα από την ψαρόσουπα και να την κατευθύνει προς τον εξωτερικό κόσμο.
Το κουδούνι ξαναχτύπησε.
Ο κύριος Γρηγόρης ξεκίνησε κακόκεφα προς την πόρτα σέρνοντας τις παντόφλες του, που δεν ήθελαν καθόλου να μετακινηθούν. Άνοιξε χωρίς να ρωτήσει «Ποιος είναι;» και το μετάνιωσε ακαριαία.
Απέξω στεκόταν ένας μυρμηγκοφάγος. Ένας νεαρός μυρμηγκοφάγος, ενενήντα πόντους ψηλός, με μαύρο γυαλιστερό πέτσινο και ρωμαλέα προβοσκίδα. Πίσω του, αντί για την άθλια οδό Ορλώφ με τα σκουπίδια και τις λακκούβες, απλωνόταν μια υπέροχη, απέραντη έρημος, κάτω από έναν λαμπερό μπλε σαξ ουρανό.
Έμειναν μια στιγμή να κοιτάζονται, εξίσου ξαφνιασμένοι και οι δύο. Πρώτος συνήλθε ο μυρμηγκοφάγος και το ’βαλε στα πόδια.
Ο κύριος Γρηγόρης έκλεισε την πόρτα με μια κλοτσιά. Αμέσως, το κουδούνι ξαναχτύπησε.
«Ποιος είναι;» ρώτησε αυτή τη φορά ο κύριος Γρηγόρης με τρεμάμενη φωνή.
«Εγώ!» ακούστηκε απέξω.
Ο κύριος Γρηγόρης, καθησυχασμένος, άνοιξε.
Μια από τις πολύ συνηθισμένες στην έρημο δυνατές αμμοθύελλες χύμηξε μέσα και σάρωσε το δωμάτιο.
Κανείς δεν έμαθε ποτέ τι απέγινε ο κύριος Γρηγόρης και τα έπιπλά του. Η Τζίλντα, πάντως, μετά από κάποιο διάστημα εθεάθη να περιφέρεται στα σκουπίδια της οδού Ορλώφ.
Ηθικό δίδαγμα
