ΚΑΟΥΜΠΟΙ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΤΕΓΕΣ, ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΓΡΙΕΣ ΣΑΝ ΜΟΙΡΕΣ
Έχω πλατύγυρο καπέλο
Μαύρη μάσκα και μαντίλι εμπριμέ, σαν ματωμένο
Στο λαιμό. Με το αστραφτερό μου όπλο
Σημαδεύω βλοσυρή τον φωτογράφο.
(Θα πεθάνει. Σ’ άλλο χρόνο. Πάντως, δεν ξεφεύγει.)
Όλα, μου τα’χει φέρει η Μίνα (πέθανε κι αυτή).
Το παντελόνι είναι του Γιωργάκη (πέθανε επίσης).
Μα το γιλέκο, ποιανού είναι; Δεν θυμάμαι.)
Οι μοίρες είναι οι δυο σπιτονοικοκυρές.
Πριν από λίγες μέρες μ’ ανεβάσανε
Πάλι στη στέγη
Για να πετάξω, λέει, μακριά στα κεραμίδια
Το δοντάκι μου, φωνάζοντας:
‘Έ, ποντικέ! Πάρε το δόντι μου
και δώσ’ μου σιδερένιο
να κριτσανίζω κόκαλα
να τρώω παξιμάδια’
Στέκομαι τώρα ανάμεσά τους με απέχθεια
Φανερή. Γνωρίζοντας
Πως είναι σίγουρα τρελές, μα και κακόγουστες.
ΨΗΛΑ, ΣΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΚΛΑΔΙ ΤΟΥ ΠΥΚΝΟΥ ΔΕΝΤΡΟΥ
Σαν μαγική εικόνα. Πού είναι το παιδί;
Πού είναι το πουλάκι, ο κυνηγός;
(Αν κοιταχτεί ανάποδα, φαίνεται άραγε το μέλλον;)
Μαύρα κλαδιά, εμποδισμένα σχήματα, φαντάσματα
Σκιές και φύλλα μπερδεμένα.
Το κοριτσάκι
Δεν διακρίνεται. Μόνο
Η θριαμβευτική κίνηση των χεριών.
Το πρόσωπο, μια φωτεινή κηλίδα, χωρίς μάτια.
Δεν σκέφτεται πώς θα κατέβει. Σκέφτεται
Να μην ξανακατέβει;
Σαν μαγική εικόνα. Σε ποια έλικα,
Σε ποια κυψέλη, σε ποια κρύπτη
Πού είναι ο φωτογράφος; Πού
Η ίδια η ανάμνηση;
