You are currently viewing Παυλίνα Παμπούδη: Το χεράκι στον ιστό (απόσπασμα)

Παυλίνα Παμπούδη: Το χεράκι στον ιστό (απόσπασμα)

ΤΟ ΧΕΡΑΚΙ ΣΤΟΝ ΙΣΤΟ

1

Η Ξένη είχε ανεμοβλογιά. Κι επειδή ήξερε ότι ανεμοβλογιά είχε πάθει και ο Τεύκρος, που πέθανε, της πέρασε από το μυαλό πως μπορεί να πέθαινε κι εκείνη.

«Δεν θα είναι και πολύ δύσκολο να πεθάνεις» σκέφτηκε «–το κάνουν πολλοί: εκτός από τον Τεύκρο, το έκανε και ο μεγάλος γκρίζος γάτος, και η κυρία Παπαδόγιαννη, και ο θείος Λύσανδρος. Το έκανε ακόμα και το μωρό στο απέναντι σπίτι…»

Όταν πέθανε ο Τεύκρος, έλεγαν γι’ αυτόν «έφυγε». Αλλά η Ξένη καταλάβαινε πως δεν το ’κανε όπως ο μπαμπάς της, που έφυγε στο νησί Εξορία και θα γυρνούσε μια μέρα. Ούτε όπως η μαμά της και η Έλλη, που έφευγαν κάθε πρωί στο γραφείο και γυρνούσαν το βράδυ.

Εκείνοι που πέθαιναν, έφευγαν αλλιώς: μάλλον θα έκαναν σαν να κοιμούνται, οπότε οι άλλοι τους έπαιρναν. Δεν τους πήγαιναν όμως πάλι στο κρεβάτι τους. Τους πήγαιναν κάπου και τους έκρυβαν. Τόσο καλά, που δεν τους ξανάβρισκαν πια – παρά μόνο, ίσως, όταν πέθαιναν κι αυτοί. Αυτή η κρυψώνα μάλλον θα ήταν κάτι σαν το Υπόγειο, εκεί που έκρυβαν και τα πράγματα που δεν ήθελαν πια μαζί τους – και τα πράγματα γίνονταν μετά σκοτάδια, μυρωδιές και κατσαρίδες.

Η Ξένη σκέφτηκε κι άλλο πολλή ώρα.

Μετά, θέλοντας να καταλάβει καλύτερα πώς ακριβώς θα ήταν και για κείνη όταν θα πέθαινε, σηκώθηκε και κατέβηκε στο Υπόγειο.

Δεν το κατάλαβε εκείνη τη μέρα (ούτε και θα το καταλάβαινε ποτέ), ανακάλυψε όμως κάτι άλλο.

 

Έμπαινε λίγο λοξό φως απ’ τον φεγγίτη κι έπεφτε σ’ ένα μεγάλο κάδρο χωρίς ζωγραφιά, πεταμένο στο τσιμεντένιο πάτωμα. Τι ήταν αυτό; Η Ξένη προχώρησε προσεχτικά, σκοντάφτοντας κατά σειρά πάνω στο μπαούλο, στη σπασμένη ρακέτα της Έλλης, στα κουρτινόξυλα και στην παλιά γκαζιέρα, και κοίταξε καλύτερα. Όχι, ζωγραφιά υπήρχε: μέσα σε μια μελανή, φουσκωμένη θάλασσα παράδερνε στην αιωνιότητα ένα φασματικό τρικάταρτο που έγραφε στα πλευρά του «Ο ΠΑΡΩΝ».

Η Ξένη ήξερε κιόλας να διαβάζει, αλλά δεν αναγνώριζε πάντα αμέσως τα γράμματα. Γονάτισε λοιπόν κι ακούμπησε ένα δάχτυλο στο κέντρο του Ω για να το θυμηθεί.

Τότε, το τρικάταρτο χάθηκε μέσα στα κύματα, παίρνοντας μαζί και το χεράκι της.

Η θάλασσα στροβιλίστηκε σε μια φοβερή δίνη, σαν μαυρογάλαζη σβούρα με σουβλερή μύτη. Η Ξένη ζαλίστηκε – και σαν να έπεσε με το κεφάλι στο χάος.

Πριν καν προλάβει να τρομάξει, εμφανίστηκε μια ακατανόητη φράση στην κάτω μεριά του κενού μπροστά της:

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΝΟΥΝ ΟΤΙ Ο ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ ΔΕΝ ΚΑΝΕΙ ΚΑΜΙΑ ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΜΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΙΑ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ, ΕΙΚΟΝΙΚΗ Ή ΣΥΜΒΟΛΙΚΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ

Η Ξένη έμεινε για λίγο να κοιτά αποσβολωμένη.

(Αυτό που έγινε εκείνη τη μέρα, θα άρχιζε να το συνειδητοποιεί πολύ αργότερα, όταν θα είχε διανύσει ήδη χιλιάδες μέρες και πολλαπλάσιες νύχτες –συνεχόμενες ή και σε τελείως διαφορετική σειρά– και όταν θα μπορούσε να τα σκέφτεται όλα αυτά με λόγια, όταν θα ήταν δηλαδή μεγάλη.

Τότε, όμως, που δεν είχε πολλά λόγια ακόμα, το ένιωσε μόνο, σαν μια ολόσωμη ανατριχίλα: είχε πιαστεί. Είχε πιαστεί, μαζί με όλους τους άλλους, σ’ ένα δίχτυ από χάος.

Ένιωσε επίσης και το μυστικό: το δίχτυ ήταν διάτρητο, για να μπορεί εκείνη να κινείται συνέχεια μέσα του, να ξεφεύγει από οπουδήποτε για οπουδήποτε.

Σε λίγο καιρό αυτό το μυστικό θα μαθευόταν. Και τότε θα μπορούσαν όλοι να περνάνε (αλλά με άλλο κόλπο), όποτε ήθελαν, από το ένα λήμμα στο άλλο, μέσα και έξω από τη ζωή τους, στον χρόνο και στον χώρο. Να εντοπίζουν οποιονδήποτε και οτιδήποτε χαμένο, παγιδευμένο κι αυτό μέσα στον ίδιο απέραντο ιστό.)

Εκείνη πάντως την πρώτη φορά, ό, τι έγινε, έγινε από μόνο του – και να τι ακριβώς έγινε:

 

2

 

Το χεράκι της Ξένης από την ώρα που είχε βυθιστεί στη ζωγραφιά ήταν παγωμένο.

Του έριξε μια κλεφτή ματιά, μάλλον περίμενε να το δει γαλάζιο. Δεν ήταν, αλλά καθώς τα δάχτυλά της άγγιξαν τα δυο κουμπάκια της γαλάζιας ζακέτας που της είχε πλέξει η γιαγιά της, πέρασαν ξαφνικά από μόνα τους μέσα στις δυο κουμπότρυπες. Τότε, η Ξένη βρέθηκε ξαφνικά σε μια κούνια στον Βασιλικό Κήπο, τιναγμένη ψηλά στον αέρα από τη θεία Καίτη και, ταυτόχρονα, σ’ ένα τροχαίο, σε παραλιακό δρόμο, όπου άκουγε φωνές και ξεφωνητά, κι έβλεπε αυτήν τη θεία Καίτη, μπρούμυτα, με αίματα, τελείως ακίνητη.

Τράβηξε γρήγορα το ένα δάχτυλο. Κατάλαβε ενστικτωδώς πως δεν έπρεπε να βγαίνει από δυο εξόδους συγχρόνως.

«Κοίτα τα παγόνια» είπε τότε η θεία Καίτη σταματώντας την κούνια.

Ένα παγόνι είχε απλώσει την ουρά του σαν βεντάλια και περπατούσε καμαρωτά. Ένα άλλο πέταξε βαριά και κούρνιασε στο κλαδί του ψηλού πεύκου σκούζοντας. Είχε πολύ άσχημη φωνή.

Η γαλάζια ζακέτα άνοιξε καθώς η θεία Καίτη σήκωνε την Ξένη απ’ τις μασχάλες για να την κατεβάσει. Τώρα είχε μόνο ένα κουμπί. Έτσι, η θεία Καίτη θα πέθαινε γριά, από εγκεφαλικό, και το τροχαίο δεν θα γινόταν.

Η Ξένη ξέφυγε απ’ τα χέρια της κι έτρεξε στο πράσινο παγκάκι όπου καθόταν η μαμά της, η Ηρώ, με την Μπελίνα στην αγκαλιά.

«Θέλω κι εγώ κούνια!» τσίριξε η Μπελίνα προσπαθώντας να κατέβει απ’ τα γόνατα της Ηρώς.

«Όχι άλλο εσύ. Θα κάνεις πάλι εμετό» της είπε η θεία Καίτη, που ήταν η δική της μαμά. «Παίξε με την Ξένη. Ήσυχα, εδώ μπροστά, να σας βλέπουμε. Να, πάρε την κούκλα σου».

Η Μπελίνα πήρε την κούκλα και την πέταξε στο κεφάλι της Ξένης. Ήταν μεγάλη κούκλα. Αραπίνα. Με φουντωτά μαλλιά, σκληρά φουστάνια και γοβάκια. Την έλεγαν Ρόζα. Η Ξένη έμεινε ορθή.

«Τι πράγματα είναι αυτά; Δεν ντρέπεσαι; Κόντεψες να της βγάλεις το μάτι!» είπε η θεία Καίτη αρπάζοντας την κόρη της απ’ το μπράτσο.

Εκείνη έστριψε και, καταφέρνοντας να της ξεφύγει, όρμησε πάνω στην Ξένη και της γρατσούνισε τα μάγουλα. Το παγόνι ξεφώνισε πάλι.

«Αυτό το παιδί δεν κλαίει» παρατήρησε η Ηρώ τραβώντας τη μικρή στην αγκαλιά της. «Μπράβο, το χρυσό μου. Αχ, έβγαλε λίγο αιματάκι… Δεν το ’θελε η ξαδερφούλα σου, να σε χαϊδέψει ήθελε… Θα το φιλήσω να γιάνει».

Ακούμπησε τα χείλη της στη μύτη της Ξένης και της έδωσε ένα πεταχτό φιλί. Η Ξένη μύρισε το κραγιόν της που το έλεγαν ρεβλόν φούξια 23. Ήξερε πως η μαμά της το είχε σε μια χρυσή θήκη κι όταν τέλειωνε το έβγαζε λίγο λίγο με το τσιμπιδάκι των φρυδιών. Της άρεσε αυτή η μυρωδιά πολύ, όσο και η μυρωδιά της γαλαζόπετρας.

Κοίταξε πρώτα το χώμα που ήταν σκεπασμένο από μυτερές πευκοβελόνες και μετά τον ουρανό που φέγγιζε τόπους τόπους ανάμεσα στα κλαδιά των σκοτεινών δέντρων. Φαινόταν να είναι Κυριακή στον Βασιλικό Κήπο, κι έκανε δροσιά.

 

Τότε, στο πλάι, εμφανίστηκε μια είδηση της επόμενης χιλιετίας:

 

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΚΛΙΜΑΤΟΣ.

ΜΕΤΡΗΣΗ ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑΣ ΣΗΜΕΡΑ: 7 ΒΑΘΜΟΙ ΔΙΑΦΟΡΑ ΜΕΤΑΞΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΚΗΠΟΥ ΚΑΙ ΑΓΑΛΜΑΤΟΣ ΤΡΟΥΜΑΝ (ΥΠΟ ΣΚΙΑΝ).

 

(«Αυτό συμβαίνει ίσως γιατί ο Κήπος δεν είναι πια Βασιλικός –και γιατί έχουν κάνει άγαλμα στον Τρούμαν» θα σκεφτόταν κάποτε η Ξένη–)

 

Στο μεταξύ η θεία Καίτη πλησίασε, έσκυψε, σήκωσε τη Ρόζα από κάτω και της την έδωσε αγνοώντας τα τσιρίγματα της Μπελίνας.

«Να, Ξένη μου, πάρε την κουκλίτσα, εσύ που είσαι καλό παιδί».

 Η Ξένη δεν την ήθελε, την έπιασε όμως απ’ τα μαλλιά και, καθώς η ξαδέρφη της άρχισε να ουρλιάζει, άγγιξε με το χεράκι της το μάτι της κούκλας. Ο γυάλινος βολβός υποχώρησε και η Ξένη γύρισε σπίτι ένα χρόνο πριν, Τετάρτη απόγευμα· μετά έβγαλε και τα πόδια της έξω.

 

Πάτησε γερά και πήγε στην κουζίνα όπου καθόταν η γιαγιά της, η Μεγάλη Ξένη, και σκεφτόταν. Πάνω στο τραπέζι είχε ένα πανέρι με δυο κοκάλινες βελόνες και μερικά κουβάρια γαλάζιο μαλλί για να πλέξει τη ζακετούλα. Είχε κι ένα πιάτο με βραστές πατάτες για να φτιάξει πουρέ. Σκεφτόταν πάντως να γράψει μόνο ένα γράμμα και να μην κάνει τίποτα άλλο πια.

Τινάχτηκε ξαφνιασμένη γιατί είχε ξεχάσει τη μικρή Ξένη για λίγο. Τη θυμήθηκε όμως αμέσως, όχι όπως η άλλη γιαγιά, που κάθε φορά νόμιζε πως είναι άλλο κοριτσάκι και τη ρωτούσε πώς τη λένε.

«Γιατί σηκώθηκες απ’ το κρεβάτι; Πού πας;» τη μάλωσε.

«Πουθενά» είπε η Ξένη. Ήταν ψέματα όμως, δεν θα πήγαινε στο πουθενά αφού δεν θα πέθαινε. Ούτε τώρα που είχε ιλαρά ούτε του χρόνου που θα είχε ανεμοβλογιά. Η γιαγιά τής έπιασε το μέτωπο.

«Α, σου έπεσε ο πυρετός…» είπε. «Δόξα σοι ο Θεός… Γύρνα όμως στο κρεβάτι γρήγορα! Θα κρυολογήσεις τώρα και θα ’χουμε άλλα! Πατάς και ξυπόλυτη. Θέλεις να φας τίποτα; Θα σου φτιάξω ένα τσάι. Θες κι ένα παξιμάδι με ζάχαρη; Ναι; Θα σ’ το φέρω εκεί».

Η Ξένη έφυγε και ξαναγύρισε στο κρεβάτι. Έμεινε φρόνιμη για λίγο να παρακολουθεί τις σκιές στον τοίχο που μεγάλωναν και μίκραιναν κι άλλαζαν σχήματα, καθώς πάλευε ο αέρας έξω απ’ το παράθυρο με τα κλαδιά του γέρου φίκου που ζούσε στον ακάλυπτο. Αυτό η Ξένη το έκανε πάντα. Τώρα όμως μπορούσε να βλέπει κι άλλα πράγματα. Κι ήθελε πάλι να δοκιμάσει.

 

Το λεπτό, χασεδένιο σεντόνι κοντά στο στόμα της είχε μια τρυπούλα. Προσπάθησε να τη μεγαλώσει λίγο με το δάχτυλο –

3

  • και βγήκε, τρία χρόνια μετά, σε μια κλειστή αυλή στην οδό Αβάντων, στη Χαλκίδα.

Μύρισε αψιά μυρωδιά πράσινου σαπουνιού, βόθρο και γιασεμί, κι άκουσε ένα κρυμμένο τζιτζίκι.

Εκείνη τη στιγμή, από ένα μέρος στην άλλη άκρη της αυλής, που το έλεγαν «το μέρος», ξεπρόβαλε κι η Μαρία.

Τα μαλλιά της έσταζαν κι είχε μια τριμμένη άσπρη πετσέτα τυλιγμένη γύρω στο πελώριο σώμα της. Κρατούσε έναν μπόγο βρεμένα ρούχα και πήγαινε να τα απλώσει στο σκοινί της μπουγάδας, που ήταν δεμένο ανάμεσα σε δύο στύλους. Οι στύλοι αυτοί στήριζαν την κρεβατίνα που πάνω της σκαρφάλωναν και μπλέκονταν η κληματαριά με το γιασεμί και σκέπαζαν όλη την αυλή.

Καθώς σήκωσε τα χέρια να κρεμάσει ένα μεγάλο γυαλιστερό σουτιέν σε κρεατί χρώμα, της ξέφυγε η πετσέτα κι έπεσε στα πόδια της. Η Μαρία έσκυψε να τη μαζέψει, πήρε το μάτι της την Ξένη, κι έσκασε στα γέλια βλέποντας το ύφος της. Η μικρή είχε ξαφνιαστεί και είχε γίνει κατακόκκινη από ντροπή.

Καθόταν στο σκαλάκι της κάμαρας όπου κοιμόταν με την Ηρώ, όταν εκείνη έπαιρνε την άδειά της απ’ το Εΐρ, και πήγαιναν για διακοπές στη Χαλκίδα. Έμεναν στο μικρό σπίτι της Μαρίας γιατί δεν μπορούσαν να μείνουν στο μεγάλο Κόκκινο Σπίτι.

Διάβαζε τη Βασίλισσα της Ζούγκλας / Εξωτικές Ιστορίες, σ’ έναν παλιό Θησαυρό, απ’ αυτούς που μάζευε η Μαρία για να κόψει τις σελίδες σε μικρά τετράγωνα κομμάτια και να τα κρεμάσει σ’ ένα καρφί, πάνω από την καφεκόκκινη τούρκικη λεκάνη στο «μέρος».

 

Ένα δυνατό μουγκρητό έσκισε τη νύχτα κι έσβησε σε παραπονιάρικο ουρλιαχτό.

Η Ζαΐρα όμως είχε προλάβει να καταφύγει σ’ ένα ψηλό κλαδί του αιωνόβιου δέντρου. Ο πόνος παραμόρφωνε το πανέμορφο πρόσωπό της κι ένα ρίγος τύλιγε το γυμνό της κορμί που είχε για μοναδικό ρούχο μακριά, κατάμαυρα μαλλιά. Ήταν ακόμα λαχανιασμένη από τη μάχη και το τρέξιμο. Στον μελαψό της μηρό ανέβλυζε αίμα, αλλά το δάγκωμα δεν ήταν βαθύ – θα το φρόντιζε αργότερα. Θα περίμενε πρώτα ώσπου να εξαντληθεί απ’ την αιμορραγία η ύαινα –δεν θ’ αργούσε– και θα κατέβαινε να την αποτελειώσει. Είχε πάντα το χέρι σφιγμένο στη λαβή του μικρού κοφτερού μαχαιριού της, που η ματωμένη λάμα του άστραφτε στο φως του φεγγαριού.

 

«Τι κοιτάς έτσι, χαζό;» της είπε η Μαρία. «Δεν έχεις ξαναδεί γυναίκα χωρίς ρούχα;»

Η Ξένη έβλεπε τη Ζαΐρα στη χρωματιστή εικόνα, αλλά αυτή δεν έμοιαζε καθόλου της Μαρίας. Η Μαρία ήταν τρομαχτική. Σηκώθηκε να κρυφτεί στην κάμαρα.

«Πού πας, πριγκηπέσα;» τη σταμάτησε η Μαρία. «Μην μπεις ακόμα μέσα, έχω κάνει φλιτ».

Τύλιξε την πετσέτα πάλι γύρω της, αλλά αμέσως την ξανάβγαλε και την έριξε στον ώμο της για να μπορεί να κινηθεί πιο ελεύθερα. Δεν είχε πρόβλημα. Μόνες ήταν στην αυλή, η αυλόπορτα ήταν αμπαρωμένη κι ο μαντρότοιχος πολύ ψηλός. Τώρα άπλωνε και την τεράστια κιλότα της, ροζ και ξεθωριασμένη από το χλώριο.

«Εσύ – δεν ντρέπεσαι;» άρθρωσε η Ξένη με χαμηλωμένα μάτια.

Η Μαρία έβαλε πάλι τα γέλια. Γύρισε προς το μέρος της, έπιασε τα φοβερά βυζιά της και της τα ’δειχνε.

«Γιατί να ντραπώ; Κλεμμένα τα ’χω;»

Τα κουνούσε πάνω κάτω μπροστά της και ξεκαρδιζόταν, και η Ξένη τρόμαζε όλο και περισσότερο.

 

Εκείνη τη στιγμή, απότομα, άνοιξε μπροστά της ένα παράθυρο στο 2006.

 

Ήταν η πάμφωτη βιτρίνα ενός μεγάλου σούπερ μάρκετ στην Ομόνοια: μια ξανθιά, ευτυχισμένη νοικοκυρά πάνω σε συσκευασίες απορρυπαντικών έβλεπε με δεκάδες χαμόγελα έξω στο πεζοδρόμιο, όπου βρίσκονταν μερικοί ζητιάνοι καθισμένοι κατάχαμα, σαν να πόζαραν για φωτογραφία.

Ένας μπόγος από κουρελιασμένα ρούχα κινήθηκε, ήταν μια μεγάλη γυναίκα. Άρχισε να ψάχνει μέσα σε μια νάιλον σακούλα, έβγαλε τελικά έναν σκούφο, τον φόρεσε και ξάπλωσε ανάσκελα στο παγκάκι της στάσης των λεωφορείων για να κοιμηθεί. Το σακάκι που φορούσε άνοιξε και χύθηκαν έξω, δεξιά αριστερά, δύο πελώρια, άδεια βυζιά.

 Τότε, η Ξένη μπήκε βιαστικά στην κάμαρα. Βρομούσε όμως το φλιτ και κράτησε την ανάσα της.

Όσο την κρατούσε πρόλαβε να δει στο περβάζι του παράθυρου ένα κασόνι πριν οχτώ χρόνια και δύο μήνες. Τα γατάκια που είχε γεννήσει εκεί μέσα η Παρδάλω τα είχαν πνίξει, και πάνω στους παλιούς Θησαυρούς, που ήταν στρωμένοι στον πάτο του, κειτόταν εκείνη τη στιγμή η άλλη ξαδέρφη της, η Χαρούλα, και νιαούριζε. Η Ξένη ήξερε πως είχε γεννηθεί τότε κι εκείνη λίγες μέρες πριν, και πως η Μπελίνα θα γεννιόταν λίγες μέρες μετά, αλλά αυτές οι δύο θα ήταν στην Αθήνα ‒ και δεν θα τις έβαζαν σε κασόνια.

Έτσι, βγήκε πάλι έξω κι άφησε την ανάσα της.

 

Βρέθηκε στην ίδια αυλή, αλλά πάνω στο ταρατσάκι, στο βάθος της. Τώρα ήταν νύχτα κι η Ξένη είχε γίνει κιόλας εννιά χρονών.

Ο ουρανός είχε πολλά άστρα, πιο λίγα όμως –σκέφτηκε η Ξένη– από αυτά που είχε στο Ξινό Νερό Φλώρινας, πρόπερσι, που κοιμόταν πάνω στη θημωνιά με τον μπαμπά της.

«Πόσα είναι όλα τα άστρα;» ρώτησε την Ηρώ, που την ένιωθε τώρα δίπλα της.

Τον μπαμπά της τότε δεν τον είχε ρωτήσει – δεν τον ρωτούσε τίποτα, γιατί δεν μπορούσε να αποφασίσει τι να τον ρωτήσει πρώτα.

Η Ηρώ δεν απάντησε και η Ξένη την άγγιξε με το χεράκι της στην πλάτη.

 

Τότε εμφανίστηκε η πληροφορία:

 

 ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΑΠΟΤΕΛΕΙΤΑΙ ΑΠΟ 73% ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟ 23% ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΥΛΗ.

 

Έμοιαζε με απάντηση σε ερώτηση που δεν έγινε ποτέ. Μάλλον της την έστελνε ο μπαμπάς της. Πιθανόν από τον Σείριο Β, πολλά έτη φωτός μετά.

 

(…)

 

(Το χεράκι στον ιστό. Εκδόσεις Ροές)

Παυλίνα Παμπούδη

Η Παυλίνα Παμπούδη σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου (Ιστορία – Αρχαιολογία) και παρακολούθησε μαθήματα Μαθηματικών στη Φυσικομαθηματική Σχολή και ζωγραφικής στην Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα και στο κολέγιο Byahm Show School of Arts του Λονδίνου. Έχει εκδώσει μέχρι στιγμής 15 ποιητικές συλλογές, 3 βιβλία πεζογραφίας, περισσότερα από 40 βιβλία δήθεν για παιδιά και 31 μεταφράσεις λογοτεχνικών έργων. Επίσης, έχει κάνει 3 ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής, και έχει γράψει σενάρια για το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, καθώς και πολλά τραγούδια.

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.